Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Ιδιότητες

Το κερί ταξιδεύει.

Το χαμόγελο φωτίζει.

Το χρώμα ντύνει.

Ο μύθος ψιθυρίζει.

Η ευτυχία αμύνεται.

Το γιατρικό φυλάγεται.

Η λύτρωση κρύβεται.

Ο πόνος δε χορταίνει.

Ο κίνδυνος απλώνεται.

Η ελπίδα επιβιώνει.


Το σήμερα χρυσώνεται.

Το πλήθος μπερδεύει.

Ο ρυθμός αρρωσταίνει.

Ο θυμός ταράζει.

Το σκοτάδι κρύβει.

Το όνειρο ναρκώνει.

Η ιστορία προστατεύει.

Ο γυρισμός πονάει.

Η ανάμνηση δακρύζει.

Η ζωή ορίζεται.


Το κενό δε ξεχνιέται.

Μα η πίστη βοηθάει.

Η φωνή συντροφεύει.

Η σιωπή σωπαίνει.

Η ψυχή κυκλώνεται.

Η επιλογή υπάρχει.

Το βλέμμα αλλάζει.

Ο θαυμασμός ψεύδεται.

Το θάρρος τραυματίζεται.

Το αληθές αφουγκράζεται.


Η σπηλιά μέσα μας ζει.

Η προβιά μας περιμένει.

Η συντριβή δήθεν ζυγώνει.

Ο όλεθρος απομακρύνεται.

Οι αισθήσεις κοροϊδεύουν.

Το εγώ σέρνει τον πλανήτη.

Η ταπείνωση σφίγγει τα δόντια.

Η αφέλεια βλέπει την εξέλιξη.

Η φαντασία δεν έχει σύνορα.

Ο κόσμος μας μπορεί να είν' ωραίος.

(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Το ζητούμενο είναι η γλυκιά εξαπάτηση

Έχει βάλει την αγαπημένη του ταινία.

Να καλύψει ό,τι συμβαίνει εκεί έξω.

Να περάσει μ' ένα πινέλο βουτηγμένο

την απίστευτη κόκκινη αλήθεια.


Όμως αυτά που βλέπει στην ταινία

είναι είδος καθρέφτη της αλήθειας.

Το γυαλί του κάνει το άσχημο ωραίο.

Κι ως τέτοιο στο μυαλό το επιστρέφει.


Οι ώρες κυλάνε διαφορετικά από πριν.

Σχεδόν έχει ξεχάσει τον κόσμο.

Στο παράθυρο απέναντί του όμως

ένα βλέμμα κενό από ώρα έχει κολλήσει.


Τον περιμένει είτε έρθει είτε όχι.

Η πόρτα κλειδωμένη με καλά ψέμματα.

Ο ίδιος έχει καταφέρει να κοιμίσει τη γνώση.

Σκοπεύει να το κρατήσει μέχρι το τέλος.


Σειρήνες και κρότοι γύρω από το σπίτι.

Ακούει αλλά δεν καταλαβαίνει.

Η αλήθεια γδέρνει τους έξω τοίχους.

Σκοπεύει γελαστός να μείνει μέχρι το τέλος.


(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Μυστικό της ευτυχίας : Όλα στη ζωή εξαρτώνται από τα μάτια σου

Δεν υπάρχει άκυρο δημιούργημα στην Τέχνη.

Ανεξαρτήτως μηνυμάτων ή της απουσίας τους.

Ανεξαρτήτως δημοφιλίας του βιβλίου, της ταινίας.

Αυτή η τοποθέτηση είναι φιλοσοφική.

Και θα την αποδείξω ευθύς αμέσως.


Δεν αποδεικνύεται όμως με καλλιτεχνικά κριτήρια.

Από τη στιγμή που ένα τραγούδι συγκίνησε

ή απλώς διασκέδασε τουλάχιστον έναν άνθρωπο,

ακόμα και χωρίς κάτι να του είπε ή να του έμαθε,

αυτό το τραγούδι φυσικά αξίζει.


Και μόνο έναν κάποτε η τάδε ταινία να γοήτευσε

και κάτι στην ψυχή του να έδωσε

σημαίνει ότι τον σεβασμό μας αξίζει.

Και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα στην Τέχνη

που να μην το έχει καταφέρει αυτό.


Ο κριτικός βεβαίως άλλα θα σου πει.

Υπάρχουνε συμφέροντα πίσω από τις κριτικές.

Πληρώνονται για να κατευθύνουν.

Επιπλέον, ασχολούνται πολύ αλλά δεν γνωρίζουν.

Η κρίση σου όμως πρέπει να είναι ελεύθερη.


Θα μου πεις, πώς όλα τα έργα στην Τέχνη είναι καλά

αφού υπάρχουν τα βλαβερά μηνύματα;

Πολλοί όμως δεν επηρεάζονται γιατί εστιάζουν αλλού. 

Βλέπεις κάτι που αυτοί δεν το βλέπουν.

Κι αφού δεν το βλέπουν, δεν μπορεί να τους πειράξει.


Το καλό και το κακό συνυπάρχουν παντού στον κόσμο.

Μέσα στον άνθρωπο και άρα και στα δημιουργήματά του.

Κάθε ανθρώπινο δημιούργημα είναι μαζί φως και σκοτάδι. 

Μην τα ισοπεδώνουμε όλα επιδιώκοντας την ουτοπία. 

Μπορούμε να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο.

(Αντώνης Μπούζας)

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Τα δέκα χιλιάδες χρώματα του φόβου

Καθώς ψάχνω όλο και περισσότερο το παρελθόν και το παρόν των κινηματογραφικών, και όχι μόνο, ταινιών, αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη ενός τεράστιου θησαυρού ταινιών τρόμου αλλά και γενικότερα θρίλερ (κάθε είδους) ο οποίος περιμένει τους εραστές των σκοτεινών παραμυθιών να τον ανακαλύψουν. Θρίλερ αριστουργηματικά. Θρίλερ όχι αριστουργηματικά αλλά όμως μαγευτικά με τον τρόπο τους και που σε συνεπαίρνουν.

Σύμφωνα με μελέτες, όταν ο άνθρωπος βιώνει το συναίσθημα του φόβου μέσα σε μια ελεγχόμενη κατάσταση, π.χ. βλέποντας μια ταινία ή διαβάζοντας ένα βιβλίο, διεγείρεται και η ψυχολογία του ευεργετείται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Υπό προϋποθέσεις λοιπόν, το συναίσθημα του φόβου είναι ωφέλιμο και βοηθητικό.

Μην μένετε μόνο στις γνωστές ταινίες του είδους! Ψάξτε και τις άλλες, τις άγνωστες στο ευρύ κοινό. Υπάρχουν και οι λησμονημένες που σαν λίθοι πολύτιμοι κρύβονται κατά μήκος ολόκληρου του εικοστού αιώνα καθώς και στον εικοστό πρώτο. Αγνοήστε τις χαμηλές βαθμολογίες και τις υποκειμενικές κριτικές. Κανένας δεν μπορεί να σας πει (ή να καθορίσει το) πώς θα δείτε μια ταινία. Είστε ελεύθεροι άνθρωποι. Κρίνετε οι ίδιοι! Νιώστε οι ίδιοι!

Γενικώς, ας γνωρίζουμε ότι στις δεκαετίες του πενήντα, του εξήντα, του εβδομήντα, του ογδόντα, του ενενήντα και του δύο χιλιάδες γίνεται χαμός από ενδιαφέρουσες, αν όχι και ερωτεύσιμες, ταινίες τρόμου, αστυνομικού θρίλερ, ψυχολογικού θρίλερ και λοιπές. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα ή αργότερα δεν βγήκαν πολλές καλές. Μην σνομπάρουμε το είδος σαν άσοφοι ελιτιστές. Γιατί απλούστατα και αυτό αποτελεί κομμάτι του πολιτισμού μας.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά μια συννεφιασμένη μέρα του 1728,

σ' ένα γαλλικό χωριό, ρακένδυτος και με πρόσωπο γεμάτο σκότος.

Τον περιέθαλψαν οι ευγενείς χωρικοί και του έδωσαν κρέας.

Επέμεναν το κρέας να ψήσουν όμως εκείνος το έφαγε ωμό.

Όσο καιρό έμεινε σ' εκείνο το μέρος, μιλούσε πολύ σιγά κι ελάχιστα.

Μόνο καθόταν δίπλα στις φλόγινες πηγές θερμότητας και τις κοιτούσε.

Έφυγε αθόρυβα μέσα στη νύχτα χωρίς ποιος ήταν να φανερώσει.


Ξαναεμφανίστηκε περπατώντας σ' ένα χωράφι κάπου στη Γερμανία.

Ήταν καλοκαίρι του 1811 και τα χοντρά του ρούχα έδειχναν ακριβά πολύ.

Ένας αγρότης τον φιλοξένησε σπίτι του νομίζοντας πως είχε χαθεί.

Κουβέντιαζαν δίπλα στο τζάκι που σκίαζε μυστηριωδώς τη μορφή του.

Εκείνος όμως πολύ δεν μιλούσε και με δυσκολία ακουγόταν.

Ο αγρότης τρόμαζε από κάτι απροσδιόριστο που αχνοφαινόταν.

Το βράδυ που ο άγνωστος έφυγε, βρήκε το δρεπάνι μέσα στο σβησμένο τζάκι.


Τον είδανε ξημερώματα να κινείται σαν σκιά στη Θεσσαλονίκη του 1917.

Ήτανε βρώμικος και τους είπε ότι ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.

Από την άλλη άκρη του πλανήτη; ρώτησε κάποιος εντυπωσιασμένος.

Ο άγνωστος του αποκρίθηκε ότι τους είχε έρθει από πολύ πιο μακριά.

Τα σκυλιά ασταμάτητα τον γάβγιζαν και τα πουλιά έφευγαν σαν πλησίαζε.

Της κοπέλας που τον περιποιήθηκε της ψιθύρισε κάτι στο αυτί κι εκείνη πάγωσε.

Το κορίτσι έφυγε μια μέρα μετά από εκείνον και πρόλαβε να δει στο βάθος τους καπνούς.


Ένας πλούσιος φάνηκε σε μια κωμόπολη της αγγλικής υπαίθρου το έτος 2020.

Όλοι θέλησαν να τον κάνουν φίλο ώστε όσο μπορέσουν να ωφεληθούν από εκείνον.

Υπήρχε όμως κάποιος Γάλλος που συνεχώς τον κοίταγε παράξενα και κρατιόταν μακριά.

Ρωτούσε συχνά τους άλλους χαμηλόφωνα τί είχαν μάθει για τον άγνωστο.

Μάζεψε αργά τη νύχτα μερικούς στο σπίτι του και τους έδειξε φωτογραφίες άρρωστες.

Φωτογραφίες εκατοντάδων ετών στις οποίες αναγνώρισαν τον πλούσιο επισκέπτη. 

Βρέθηκαν όλοι τους μαζί σε μια κατάσταση ανησυχίας και ανασφάλειας.


Σκέφτηκαν να τον αιφνιδιάσουν κι ενώ κοιμόταν να τον πιάσουν.

Οπλίστηκαν με εργαλεία που κι ως όπλα φονικά μπορούσαν να υπάρξουν.

Διέρρηξαν το σπίτι του και, όταν έφτασαν σιωπηλοί στην κρεβατοκάμαρα,

αντίκρισαν το κρεβάτι να αιωρείται κοντά στο ταβάνι σαν να χορεύει.

Κι ο χώρος ήτανε τόσο ζεστός που έμοιαζε με φούρνο αναμμένο.

Έφυγε, πρόφεραν σιγά οι βραδινοί διαρρήκτες πανιασμένοι, αυτό ήταν.

Και, σε χρόνο ανύποπτο, ίσως εμφανιστεί σε κάποια άλλη γωνιά του πλανήτη.

(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο 24 Αυγούστου 2024

Παιδιά με νοητική υστέρηση

Αισθάνονται κατώτερα και είναι ανασφαλή.

Τους είπαν πως είναι αδύναμα αλλά και αφελή.

Το θέμα όμως είναι βαθύτερο και φιλοσοφικό.

Κι οι ειδικοί συνήθως σ' αυτά δεν εμβαθύνουν.


Αδύναμοι στη σκέψη αλλά και στην ψυχή

στην ουσία όλοι είμαστε δυστυχώς οι άνθρωποι.

Και σ' έναν κόσμο ανοησίας ο ανόητος δε ξεχωρίζει.

Εκτός κι αν ο ίδιος επηρεασμένος τον εαυτό του σημαδέψει.


Άνθρωποι αμέτρητοι πεθαίνουν πρόωρα σε όλο τον πλανήτη.

Πολύ συχνά οι θάνατοί τους οφείλονται στο ατελές μυαλό τους.

Επίσης, σπάνια ψηφίζουμε με σωστή κρίση, όποιος κι αν βγαίνει.

Βαριόμαστε έστω και λίγο το μυαλό μας να λειτουργήσουμε.


Στερούμαστε τόσα όμορφα πράγματα μπροστά στις οθόνες.

Και περνούνε έτσι τα χρόνια, και λιγοστεύει η ζωή.

Ακόμη, το μυαλό μας προβλήματα καθημερινά μας δημιουργεί.

Κανένας και καμία όμως, ως αλαζόνας, δεν παραδέχεται την αδυναμία του.


Ο κόσμος αυτός όμως είναι σκοτεινός και μπερδεμένος.

Ο ειδικός μερικές φορές είναι χειρότερος από τον ασθενή.

Ο ειδικός αρκετές φορές φέρει σοβαρά ανθρώπινα ελαττώματα.

Όμως, παρ' όλα αυτά, μπορεί να βοηθήσει και τη ζωή σου ν' αλλάξει.


Όσοι έχουν υστέρηση δεν υπάρχει αληθινός λόγος

για να νιώθουν κατώτεροι αφού ο Άνθρωπος είναι άστα να πάνε.

Ξέρεις πόσοι καυγαδίζουν εκεί έξω για λόγους χαζούς;

Ξέρεις πόσοι πετυχημένοι δεν μπορούν μια έξυπνη κουβέντα να πουν;


Δεν προσπαθώ αυτιά να χαϊδέψω και ψέματα να πω.

Δεν σας λέω ότι είστε πολύ έξυπνοι και δυνατοί.

Σας λέω μόνο πως όλοι εμείς οι υπόλοιποι δεν είμαστε καλύτεροι.

Και είναι ντροπή μεγάλη για το ανάξιο είδος μας. 


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2024

Το σύνδρομο του τελευταίου θρανίου

Εκείνη τη χρονιά τον έβαλαν

να κάτσει στο θρανίο τέρμα πίσω.

Αυτό τον επηρέασε εν αγνοία τους

κι ας ήθελε να τα πάει καλά.


Τα φόρτωσε όλα στον κόκκορα.

Έβρισκε βαρετά τα σχολικά βιβλία.

Διάβαζε του Αρκά τον Κόκκορα

και τους συμμαθητές με ενδιαφέρον.


Με φίλους και μόνος ξενυχτούσε.

Γελούσε κι ευθυμούσε χωρίς σταματημό.

Έκανε συχνά τον άρρωστο.

Έτρεμε μην πιαστεί αδιάβαστος.


Ο καθηγητής ανάμεσά τους περπατούσε

και η φωνή του δυνατά ηχούσε.

Μια παιδική ψυχή αγωνιούσε

και τον καθηγητή αστυνόμο τον θωρούσε.


Όλο το έτος ήταν μια μεγάλη κοπάνα.

Και ο μικρός βίωνε έντονα συναισθήματα.

Μεθοκοπούσε ψυχικά με ταινίες τρόμου.

Μελέταγε ενδιαφέροντα εξωσχολικά βιβλία.


Η κοπέλα αμελής στο διπλανό θρανίο.

Μια μέρα το σκάσανε μαζί απ' το σχολείο.

Κι όταν η αξέχαστη χρονιά έλαβε τέλος,

το παιδί αντιμετώπισε όσα περίμενε με φόβο.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

Αυτές που σώζουν με έρωτα

Ήτανε το ατύχημα εκείνο

ανάμνηση απ' τις σκληρές.

Και στο κρεβάτι πλέον

ζούσε τα πονεμένα χρόνια.


Ίσως ξανά δεν περπατούσε.

Κι οι φίλοι του τον αποφεύγαν.

Η κάθε μέρα που περνούσε

ήταν από πριν γνωστή.


Με την αναπηρική καρέκλα

στα δωμάτια γυρνούσε.

Και πρόσεξε σε ένα ράφι

μπόλικες βιντεοκασέτες.


Σκέφτηκε τότε πως σ' εκείνες

θα έβρισκε μια συντροφιά.

Σαν έβαλε μία να παίξει,

κοκκίνισε από τη ντροπή.


Ήταν αισθησιακές ταινίες.

Ένιωσε σαν να παρανόμησε.

Μα οι φλογερές κυρίες

τον ζέσταναν μες τη νυχτιά.


Στη φαντασία του κοιμόταν

μαζί με καθεμιά απ' αυτές.

Της έδινε ένα λουλουδάκι

και τον ευχαριστούσε με φιλάκι.


Με εκείνες στην οθόνη

έτρωγε κι έπινε το μεσημέρι.

Ήθελε να τις προστατεύσει

απ' τον κτηνώδη κόσμο μας.


Με την παρδαλότητά τους

τον γλίτωναν απ' το μυαλό του.

Λάβωναν την τραγικότητα

και την σοβαροφάνεια της ζωής.


Μα ο χρόνος το ωραίο κυνηγούσε.

Εκεί έξω συνέβησαν ταραχές.

Αλλά αυτός πέρασε ωραία.

Τίποτα δεν κατάλαβε.


Γιατί γύρω σου συμβαίνει

ο,τι εσύ πιστεύεις πως συμβαίνει.

Η σκέψη σου μπορεί να πλάσει

την πραγματικότητα.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Το ζωτικό ψεύδος

Κρύβουμε την ανασφάλεια πίσω από πλαστές ταυτότητες.

Εξαπατούμε πρώτα τους εαυτούς μας για να επιβιώσουμε.

Είμαστε κουλτουριάρηδες, ψαγμένοι και επαναστάτες.

Μαχόμαστε το σύστημα με θέσεις αμφιβόλου εγκυρότητας.

Για όλες τις αποτυχίες μας φταίνε... ΑΥΤΟΙ – οι οποιοιδήποτε!


Τεκμήριο του ατομικού πολιτισμού του καθενός από εμάς

δεν είναι το ότι βλέπει Παζολίνι και ακούει έντεχνα.

Απόδειξη της μόρφωσης και της καλλιέργειάς μας

είναι αν με ευγένεια διαφωνούμε και τον συνομιλητή σεβόμαστε.

Διαφορετικά δεν είμαστε για κοινωνικούς αγώνες.


Για όλα φταίνε οι ηλικιωμένοι, οι νέοι, οι άντρες, οι γυναίκες.

Εγώ δεν φταίω ποτέ και για τίποτα, καθώς τη λύση έχω βρει.

Το ξέρουνε οι πολιτικοί αυτό και μου χαϊδεύουνε τ' αυτιά.

Με κολακεύουνε στις εκπομπές και είμαι το κορόιδό τους.

Την ψήφο μου όμως θέλουνε και μ' έχουνε γραμμένο.


Αν κάποιος μου πει πως αγαπάει ταινίες για μένα εμπορικές,

μουγκρίζω γιατί ποιότητα είναι μόνο τα μηνύματα.

Η ταυτότητα που έβαλα μπροστά μου λέει ''ελιτιστής''.

Απέναντι στους λαϊκούς ανθρώπους είμαι ρατσιστής.

Κι όμως οι λαϊκοί από εμένα είναι συχνά πιο μορφωμένοι.


(Αντώνης Μπούζας)


Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Περιμένοντας

Μίλησαν οι ηγέτες με το αηδιαστικό τους ύφος.

Ετοιμάστηκαν οι βάρβαροι κι αυταρχικοί ακτιβιστές

να γκρεμίσουν κάθε έργο κάλλους στον πλανήτη.

Οι στρατιώτες οπλίστηκαν με κρότο και σήψη.

Οι ισχυροί παρέμειναν ασφαλείς κι ανεπηρέαστοι

ενώ οι απαλές ψυχές αγωνιούσαν σε κόκκινο φόντο.

Σε τέσσερις ημέρες, ξέραμε, ο κόσμος θα είχε μαυρίσει.


Ημέρα πρώτη και βρισκόμουνα σε μια ζεστή καλύβα.

Το ξύλινό της πάτωμα διασκέδαζε τα πόδια.

Του μέρους τα χρώματα μου νάρκωναν την όραση.

Έπρεπε κάτι να κάνω γρήγορα για να προλάβω.

Να σώσω του κόσμου τα ωραία και αγαπημένα.

Όμως, αντί γι' αυτό, ταξίδεψα στη μνήμη

και ήπια ένα ξεχειλισμένο ποτήρι με νέκταρ.


Ημέρα δεύτερη και βρέθηκα να περπατάω

στα δροσερά και έρημα μονοπάτια του δάσους.

Ρεμβάζοντας σαν τίποτα να μη συνέβαινε.

Όμως το μυαλό ηρεμία δε μπορούσε να βρει

και η καρδιά συνέχεια στο στήθος θορυβούσε.

Τα χέρια όμως κρατούσαν χειροπέδες αόρατες.

Ξάπλωσα ανάμεσα στα δέντρα και στις πέτρες.


Ημέρα τρίτη και ξύπνησα στο παιδικό δωμάτιο.

Η κουβέρτα βοηθούσε τη λήθη να επιβληθεί.

Δεν θα πήγαινα σχολείο, ήταν σαββατοκύριακο.

Θα ταξίδευα ξύπνιος στη χώρα των ονείρων.

Ένα κομμάτι μου όμως δεν είχε ξεγελαστεί.

Σε δυο μέρες, μια σκοτεινή λάμψη θα σκέπαζε τα πάντα.

Βημάτιζα στο ζεστό χαλάκι και περίμενα.


Ημέρα τέταρτη και όλα έμοιαζαν φυσιολογικά.

Την επομένη όμως θα μας πλάκωνε ο ουρανός.

Οι γείτονες κολλημένοι επάνω στις τηλεοράσεις.

Σκέπαζα την επικαιρότητα με λίγη ακόμα μουσική.

Τα τανκς είχαν ξεκινήσει, οι ισχυροί την ευτυχία είχαν στόχο.

Έκλεισα τα φώτα μα κράτησα ένα μικρό φωτάκι για παρέα.

Κάθισα στο σκηνικό της αγωνίας κι ως το πρωί περίμενα.


Σαν έφτασε η πέμπτη μέρα, φωνές τριγύρω αντηχούσαν.

Οι άνθρωποι σε κάθε γειτονιά γλεντοκοπούσαν.

Δεν υπήρχανε ηγέτες, όπλα κι άλλες απειλές.

Ασφαλές ήτανε το κάλλος απ' τους κακούς κι υποκριτές.

Οι σκέψεις και η δύναμή τους είχαν νικήσει τα θηρία.

Πολλοί σκέφτηκαν όμορφα κι έγινε αλήθεια η φαντασία.

Ελαφρύς λοιπόν σαν πούπουλο αφέθηκα στη μελωδία.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Οτιδήποτε δίνει λύτρωση

Ήθελε οπωσδήποτε να λύσει τον γρίφο που βασάνιζε το χωριό. Άκουσε από έναν ανήσυχο παππού ιστορίες για το τρομερό σπίτι. Δέσποζε λέει ψηλά σ' ένα λόφο, τριγυρισμένο από βλάστηση οργιώδη. Άδειο από ανθρώπους αλλά κατά κάποιο τρόπο όχι ακατοίκητο. Όλοι το λέγαν στοιχειωμένο και κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάσει.

Εκείνος όμως, θέλοντας να στάξει λίγο μέλι μέσα στην ψυχή της γυναίκας του, που εδώ και μερικά χρόνια η θλίψη το χαμόγελό της πήγαινε να σβήσει, θα έβρισκε το σπίτι και θα περνούσε τα σύνορα του κόσμου των σκιών. Πίστευε πως θα της έδινε περιπέτεια ώστε να παραμείνει γελαστή και άρα όμορφη. Όμως αυτό που τους περίμενε ήταν ικανό να τους στερήσει τη λογική για πάντα.

Είδαν από μακριά το σπίτι με την επιβλητική του όψη και τα έντονα χρώματα. Το ύψος και το πλάτος του ήταν τέτοια που έμοιαζε με κατοικία γιγάντων. Όταν εκείνος δοκίμασε την πόρτα να ωθήσει καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, ο λόγος της ήρθε να τον παγώσει σαν κακό σημάδι : ''Δεν πιστεύω να μπούμε εκεί μέσα''.

Στο άνοιγμα της πόρτας αποκαλύφθηκε ένα μέρος που μόνο στα όνειρα θα συναντούσες. Γύρω τους έπιπλα θεόρατα για πλάσματα που δεν τολμήσανε ούτε να φανταστούνε. Υπέροχα διακοσμητικά σκεύη που θύμιζαν ανθρώπους εφιαλτικού μεγέθους. Δωμάτια έτσι καμωμένα που έφερναν στο νου τερατώδη όντα της μυθολογίας. Αγριεύτηκαν στη θέα όσων έβλεπαν τα οποία όμως τους ασκούσαν ταυτόχρονα μια γοητεία. Προχώρησαν στα βάθη του πλημμυρισμένου από χρώματα καταραμένου δημιουργήματος.

Μπήκαν σε μια αίθουσα τεραστίων διαστάσεων που έλουζαν φώτα ζεστά. Άρχισαν ν' αναρωτιούνται αν ήθελαν αληθινά να δούνε κανένα σημάδι ζωής. Ξαφνικά, περπατώντας γρήγορα, ήρθε μπροστά τους μια γιγάντια ξύλινη κούκλα αρλεκίνου. Έσκυψε από πάνω τους και τους περιεργάστηκε με το σκληρά τρομακτικό της βλέμμα. Άνοιξαν το στόμα να κραυγάσουν αλλά σιωπή συνέχισε να βασιλεύει στο δωμάτιο.

Η κούκλα ορθώθηκε ξανά, έκανε μεταβολή και με βήμα γοργό εξαφανίστηκε. Ρώτησε τη γυναίκα του αν ήταν εντάξει και με έκπληξη αντιλήφθηκε ένα ανθυπομειδίαμα στα χείλη της. Απ' το σημείο εκείνο κι έπειτα, αισθάνονταν λες και είχαν γνωρίσει για πρώτη φορά το σκοτάδι όσων με θυμό φωνάζουν πως κόσμος άλλος δεν υπάρχει πέρα από αυτόν που οι αισθήσεις ξέρουν. Όσων επιδιώκουν να μας προσγειώσουν στην αμφίβολη κι αμφισβητήσιμη πραγματικότητα.

Μόλις εισήλθαν στο διπλανό δωμάτιο, την πίστη τους στην έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου αφύπνισε η μορφή ενός άλλου αρλεκίνου που σαν μικρό παιδί διασκέδαζε, καθισμένος στο πάτωμα, με παιχνίδια φρικώδους διαστροφής. Καθώς τον προσπερνούσαν σιωπηλοί, η γυναίκα έντυσε το στόμα της μ' ένα χαριτωμένο υπομειδίαμα. Η πείνα για γνώση δεν τους άφηνε να ησυχάσουν κι όλο τους έσπρωχνε να ψάξουν τι συνέβαινε. Το σπίτι του φόβου τους καταβρόχθισε και κάθε σκέψη απόδρασης φάνταζε μύθος.

Κάποτε βγήκαν κουρασμένοι σ' ένα πολύ μεγάλο μπαλκόνι και από κάτω η γη ήτανε άφαντη. Όμως, λίγο πιο πέρα, ένας κήπος ιπτάμενος ανοιγόταν κι από το συντριβάνι γύρω βολτάραν οι κούκλες. Ένας από τους ξύλινους γίγαντες διέκοψε απότομα το περπάτημά του και χαιρέτησε το ζευγάρι προσφωνώντας τους ''αφέντες''. Και όντως δίπλα από τον άντρα ένα σκήπτρο χρυσό άστραφτε και τον περίμενε από ώρα. Και τότε ήταν που ένα εξαιρετικά ερωτεύσιμο μειδίαμα κυρίευσε το πρόσωπο της γυναίκας.

(Αντώνης Μπούζας)


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

Κάποτε

Υπάρχουν κάποια μυστήρια που καλό θα ήταν να παραμείνουν άλυτα.

Υπάρχουν μέρη που οι άνθρωποι καλύτερα ποτέ να μην τα περπατούσαν.

Όπως η αρχαία πόλη που παραμονεύει στο γιγάντιο βουνό των ψιθύρων.

Στους δρόμους της περπάτησαν γενναίοι εξερευνητές και ταξιδιώτες.

Ενώ σουρούπωνε και ήταν ολομόναχοι και αβοήθητοι ανάμεσα στις σκιές.


Άλλοι από αυτούς κατάφεραν να γυρίσουν και άλλοι αγνοούνται.

Μα όσοι γύρισαν απέκτησαν μιλιά νοσηρή και ματιά αρρωστημένη.

Λένε πως είδαν πράγματα αποτρόπαια κι ανθρώπου νους δεν τα χωράει.

Πως πρέπει ο κόσμος απ' το κακό αυτό το μέρος μακριά να κρατηθεί.

Όλα αυτά κέντρισαν την ψυχή μου σαν βέλη αλειμμένα με μέλι.


Πήρα λοιπόν κι εγώ την απόφαση με την ομάδα μου να ψάξουμε εκεί πέρα.

Ξεκινήσαμε πρωί αλλά το βράδυ φτάσαμε με φακούς, τροφή και νερό.

Η πόλη άνοιγε μπροστά μας τη σκοτεινή της αγκαλιά στα εντόσθια της νύχτας.

Νιώσαμε πως η ζωή μας όλη, γεμάτη άγχη και θλίψεις, οδηγούσε σ' εκείνο το μέρος.

Για να βρούμε εκεί την κάθαρση βιώνοντας το απίστευτο και το υπέροχα εφιαλτικό.


Αρχίσαμε να περπατούμε ανάμεσα στα ερείπια χαμένοι στη σιωπή και στο σκοτάδι.

Προσπαθώντας να εξευγενίσουμε το δεύτερο στα μάτια μας χρησιμοποιώντας τους φακούς.

Ο Σπύρος είπε, και εμπιστεύομαι τη λογική του, πως άκουσε μία φωνή στο βάθος.

Τα βλέμματά μας έλαμψαν αλλά προτιμήσαμε λόγο να μην εκφέρουμε κι ίσως καλύτερα.

Σταθήκαμε διστακτικοί για το αν έπρεπε της φωνής την πηγή ν' αναζητήσουμε.


Ύστερα από λίγα λεπτά, είχαμε ξεχάσει το συμβάν και εξετάζαμε τα αινιγματικά ερείπια.

Κανείς δεν είχε μπορέσει να μάθει από πότε στέκονταν εκεί και ποιοι τα είχαν κατοικήσει.

Αιφνιδιάστηκα σαν ήχησε το ουρλιαχτό του Φώτη ίδιο με γέννημα κάποιου εφιάλτη.

Με τρεμάμενη φωνή είπε πως πίσω από ένα σπίτι άκουσε κάποιον που του μιλούσε.

Βρεθήκαμε με γρήγορες δρασκελιές πίσω από το σπίτι για να βρούμε εκεί το τίποτα.


Μάλωσα τον συνάδελφο για την εύκολα επηρεαζόμενη ψυχολογία και τη δειλία του.

Το ύφος μου άρχισε να αλλάζει και ν' αποκτά μια αυστηρότητα που όμως ήταν άμυνα.

Μπορούσα να σκεφτώ χίλιες δυο εξηγήσεις για όσα είχαν γίνει αλλά βαθιά φοβόμουν.

Στο επόμενο μισάωρο, ένας ακόμα με ικέτεψε να φύγουμε αμέσως από εκεί.

Γιατί, όπως ανέφερε, όποιος κι αν ήταν ο αθέατος που είχε φωνάξει, δεν πρέπει νά 'ταν άνθρωπος.


Βαδίζαμε σαν φαντάσματα με των φακών το φως να ζωγραφίζει τον υπαρξιακό τρόμο.

Αρνούμουν να δεχθώ την ύπαρξη αυτού που σχηματιζόταν ολοκάθαρα μπροστά μου.

Ότι είχαμε γίνει μάρτυρες γεγονότων υπερφυσικών και ίσως να βρισκόμασταν σε κίνδυνο.

Ώσπου τελικά κι εγώ μια φωνή άκουσα που, με τρόπο σκοτεινό, γνώριζε τ' όνομά μου.

Ποτάμι ιδρώτα έλουσε το πρόσωπό μου και δε μπορούσα πλέον την αλήθεια να σωπάσω.


Σαν λιποτάκτες, σαν δειλοί το βάλαμε στα πόδια εμπρός στου ανεξήγητου την παρουσία.

Πίσω μας αφήσαμε τα αρχαία σπίτια και τρέχαμε όλη τη νύχτα μέσα στην άγρια φύση.

Σαν έπειτα από κάτι χρόνια έφερα στη μνήμη μου τα φοβερά γεγονότα που σας γράφω,

καθήμενος πλάι στις φλόγες του τζακιού και πίνοντας ένα ζεστό ρόφημα με οσμή διεγερτική,

αμφέβαλλα για όσα εκεί είχαμε ζήσει, για μια φορά ακόμα θέλησα από τη γνώση να κρυφτώ.

(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Οι πήλινοι επαναστάτες

Αφυπνισμένε, πολιτικοποιημένε καλλιτέχνη.

Με το έργο σου έχουμε λίγο κουραστεί.

Στην εποχή της πολιτικοποίησης των πάντων

ο άνθρωπος διψάει για χρωματιστά ταξίδια.


Θέλει να ανέβει σ' αερόστατο μια μέρα

κι από ψηλά να μας κοιτά και να γελάει.

Επιθυμεί την λύση της απόστασης.

Την μοναξιά της ανόδου σιωπηλά ποθεί.


Πράγμα σημαντικό η πολιτική στην Τέχνη.

Μα το πολύ το ''Κύριε ελέησον'' το βαριέται κι ο παπάς. 

Υπάρχουν κι άλλα θέματα- φιλοσοφικά, υπαρξιακά.

Υπάρχει και η απλή διασκέδαση που μας δυναμώνει.


Καλλιτέχνη πολιτικοποιημένε, δημοσιογράφε επίκαιρε.

Είσαι ικανός να μάθεις, με τον πύρινό σου λόγο

και τις επιστροφές στα ίδια εξαντλημένα θέματα,

όλους αυτούς εκεί έξω να ψηφίζουνε σωστά;


Έχουμε δει πέντε χιλιάδες ταινίες για τον Καπιταλισμό.

Μα ο πολίτης κοιτάζει μόνο το δικό του συμφέρον.

Δεν προβληματίζεται για τη δυστυχία στον κόσμο.

Ψηφίζει σαν να μην μας είπες τίποτα τόσο καιρό.


Κι όμως όπου κοιτάξεις την πολιτική θα δεις.

Υπάρχουνε ζητήματα που έχουμε ξεχάσει.

Ηχούνε ήρεμες φωνές που λένε την ουσία.

Θέλω σ' εσάς η πένα μου να λέει την αλήθεια.

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Αναπνοή

Ο Πέτρος ήρθε από τον ύπνο στις έξι εκείνο το πρωί.

Δεν είχε ίχνος κούρασης επάνω του και μέσα του. 

Αισθάνθηκε λες και κάτι πολύ καλό και σωτήριο είχε γίνει. 

Ένα τρυφερό γαλάζιο και μια απόλυτη ηρεμία επικρατούσαν.


Το προηγούμενο βράδυ, τα δελτία τους είχαν τρομοκρατήσει όλους.

Και όχι αδίκως εκείνη τη φορά μιας και οδεύαν προς το μεγάλο τέλος.

Δέντρα πολλά δεν ζούσαν πλέον επάνω στον πλανήτη.

Ο άνθρωπος είχε γεμίσει τις τσέπες του σκοτώνοντας τον εαυτό του.


Ο Πέτρος για ώρα προσπαθούσε με το μάτι να συλλάβει κάποια κίνηση στο δρόμο.

Όμως τ' αυτοκίνητα δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους.

Λίγο αργότερα θα ανακάλυπτε κάποιο γεγονός παράξενο και αναπάντεχο.

Ότι το εργοστάσιο που σκοτείνιαζε τον ουρανό είχε κλείσει ξαφνικά και για πάντα.


Στους δρόμους της πόλης βλέμματα λουσμένα με ήλιο και γαλήνη.

Ανεξήγητα σημάδια για εκείνον σκορπισμένα εδώ κι εκεί. 

Πήγε τσιγάρο ν' αγοράσει για να μάθει πως πια δεν τα πουλούσαν.

Και τότε συνειδητοποίησε ότι, με κάποιο τρόπο, δεν χρειαζόταν τον καπνό.


Επέστρεψε στο σπίτι του καθώς κανένας δεν μπορούσε να του εξηγήσει.

Έδωσε ξανά ζωή στην τηλεόρασή του μήπως και αυτή τ' αφύσικα ερμηνεύσει.

Σε όλα τα κανάλια παραδόξως δημοσιογράφοι ήρεμοι που έμοιαζαν σοφοί.

Χαμογελούσαν και γελούσαν δίνοντας την εντύπωση πως ήτανε γιορτή.


Έπειτα από αρκετά λεπτά, στον Πέτρο γνωστοποίησαν τα θαυμαστά συμβάντα.

Κάθε καμένο ή κομμένο δέντρο του πλανήτη είχε αναστηθεί και τη ζωή κρατούσε.

Τα μολυσμένα ύδατα είχαν καθαρίσει κι απ' την ατμόσφαιρα οι ρύποι είχαν λείψει.

Του κόσμου αυτού ο πιο σκληρός και άφρων ήτανε πλέον φύλακας της φύσης.


Ο Πέτρος αδυνατούσε τα αυτιά του και τα μάτια να πιστέψει.

Αυτό που τους είχε σώσει λίγο πριν το τέρμα θα έμενε άγνωστο παντοτινά.

Ήταν σαν να τους είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, σαν να έγιναν απτά τα όνειρα.

Και το μεγάλο τέλος οι άνθρωποι είχαν προλάβει ν' αποτρέψουν.

( Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ

Άνεργοι οι ικανοί κι οι έμπειροι.

Οι μηχανές δεν πληρώνονται.

Το κράτος γλιτώνει τους μισθούς.

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ.


Κι η ανασφάλεια μαυρίζει μάτια.

Σπάζει χέρια για να εκφραστεί.

Οι πιο έξυπνοι χρόνια χωρίς δουλειά.

Και το μόνο επάγγελμα ορντινάντσα των ρομπότ.


Είναι το μέλλον μας λίγο πιο κάτω.

Μας το σερβίρουνε σε χρυσό πιάτο.

Λένε, η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει

με την μονότονη, κουραστική εργασία.


Μα είναι ψέμα, είναι παγίδα.

Είναι στη φάκα το τυράκι.

Η τεχνητή νοημοσύνη ήρθε

τους ανθρώπους για ν' αντικαταστήσει.


Βγάζει λόγους στα μικρόφωνα.

Μα έχει πρόσωπο αδειανό.

Η φωνή του σκέτος πάγος.

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ.

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

Μετάβαση

Αν πας από το γενικό στο ατομικό,

πολλά μπορεί ν' αλλάξουν.

Το φιάσκο μπορεί να γίνει επιτυχία

και η επιτυχία να γίνει φιάσκο.


Αν πας από το σύνολο στον έναν,

έκπληξη μεγάλη ίσως να βιώσεις.

Οι ταινίες δευτέρας διαλογής

μπορεί να γίνουνε κομμάτι της καρδιάς σου.


Και της χρονιάς τ' αριστουργήματα

ίσως απλώς να συμπαθήσεις.

Με τους πιο μεγάλους κριτικούς

απόλυτα μπορεί να διαφωνήσεις.


Όταν σωπάσεις τους άλλους όλους

και ακούσεις μόνο εσένα,

το άγνωστο θα φωτιστεί αμέσως.

Και το διάσημο ίσως να γίνει αόρατο.


Σαν πας απ' το ατομικό στο γενικό,

θα γίνεις ένας από εκείνους.

Θα έχεις την αποδοχή τους.

Η σκέψη σου θα 'ναι δική τους.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 14 Μαΐου 2024

Μερικές απλές σκέψεις

Τα μηνύματα στην Τέχνη είναι μονάχα απόψεις.

Όσο μεγάλος κι αν είναι ο καλλιτέχνης.

Όχι απόψεις λάθος μα ούτε σίγουρα σωστές.

Ο καλλιτέχνης είναι πλάσμα με μυαλό θνητού.

Δεν αποφεύγει τα λάθη όσο κι αν τον θαυμάζουμε.


Η Τέχνη δεν μας μαθαίνει τον κόσμο.

Μας δείχνει μόνο μια πιθανή εκδοχή του.

Και όλες οι μεγάλες γνώσεις που αποκτήσαμε

σε αυτή τη ζωή δεν είναι καθόλου δεδομένες.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να ξέρω στα σίγουρα.


Έρχεται όμως μια στιγμή που νιώθεις

πως αυτός πράγματι κάτι έχει καταλάβει.

Αυτή η πολύ σπάνια στιγμή του καλλιτέχνη.

Μια πρόταση μέσα σ' ένα μυθιστόρημα.

Λίγα δευτερόλεπτα σε μια ταινία.


Τα βραβεία δίνονται από θνητούς σε θνητούς.

Οι κριτικές θεοποιούνε τους καλούς.

Οι κριτικές υποτιμούνε τους καλούς.

Άραγε πώς θα έκρινε μια οντότητα σοφότερη

τα δημιουργήματα των ανθρώπων;

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Το κλουβί του έσπασε και βγήκε

Έλεγε πως δε θυμόταν

κι όλο τη μνήμη του ρωτούσε.

Ήταν άραγε ψηλός;

Τυφλός τον καθρέφτη κοιτούσε.


Ανέβαινε σε ξυλοπόδαρα

εντύπωση να κάνει.

Είσαι κοντός, πολύ κοντός

του είχε πει η άλλη.


Κρυβότανε σε ρόλους.

Ντρεπόταν τους σπουδαίους.

Κι αυτοί όμως κρυβόντουσαν

κι ας κάναν τους γενναίους.


Κατά βάθος ήξερε.

Μα έπρεπε να βρει τα μάτια

που η κοντή του έκρυψε

στης δίψας τα ποτάμια.


Πόσο κοντός να ήτανε;

Τίποτα στον καθρέφτη.

Ήτανε μικροσκοπικός;

Ένας τον είπε ψεύτη.


Κουτούλησε σ' αεροπλάνο.

Το πέρασε για αναπτήρα.

Εμπιστευόταν κάθιδρος

κάθε ακριβό φωστήρα.


Κόκκινος από ντροπή

έπεσε στο ποτάμι.

Σαν μια ψηλή τον έβγαλε

τα μάτια του είχε πάλι.


Πήρε την ωραία του

και μόνοι τριγυρνούσαν.

Κι από ψηλά όλη τη Γη

άδεια τη θωρούσαν.


(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Το άγνωστο

Χωμένο ανάμεσα σε καταπράσινους μεγάλους λόφους 

και πολλά χιλιόμετρα μακριά από την ταραχή των πόλεων

υπήρχε ένα παγκάκι μοναχό του και περίμενε τα θύματά του. 

Με το αυτοκίνητό της η Ζωή διένυε ατελείωτες δασικές εκτάσεις.

Ίσως κάπου εκεί να έβρισκε τον εαυτό της πού 'χε χάσει.


Σαν πέρασε εμπρός απ' το παγκάκι, νύσταξε αιφνιδίως.

Το όχημά της μούγκρισε καθώς απότομα σταμάτησε.

Παραπατώντας βγήκε στην απουσία του ανθρώπου.

Το αεράκι έπαιξε με τα μαλλιά ενώ εκείνη βάδιζε αργά.

Κάθισε στο παγκάκι αισθανόμενη απόλυτα αδύναμη.


Μη μπορώντας να βαστάξει τα μάτια της ανοιχτά

βυθίστηκε σε ύπνο στην πράσινη του φόβου αγκάλη.

Μόνη κι εκτεθειμένη όχι όμως στους φυσικούς κινδύνους.

Οι ώρες κυλήσαν σαν άγρια ποτάμια και έπεσε σκοτάδι.

Τότε ήταν που η κόρη ξύπνησε στο αχνό φως του φεγγαριού.


Διαπίστωσε πως το όχημα κουρασμένο κοιμότανε κι αυτό.

Αποφάσισε πως την αυγή θα πρόσμενε μέσα στην αγωνία.

Αγνοώντας την ερχόμενη απειλή άρχισε να βηματίζει.

Τα πόδια της πετρώσανε κι η αναπνοή της κόπηκε

καθώς μία φιγούρα διέκρινε κινούμενη πίσω από τα δέντρα.


Το κορμί της παραδόθηκε σε μια ρυθμική ταλάντωση.

Το πλάσμα την πλησίασε με ζώου κινησιολογία.

Έφτασε μπροστά της αποκαλύπτοντας την φρίκη του.

Ένα μικρό παιδί με φαλακρό κεφάλι και μυτερά αυτιά.

Το σώμα του ογκώδες και τα νύχια του τεράστια.


Αυτά τα νύχια μπορούσαν να σου πάρουν τη ζωή.

Έμοιαζαν με σπαθιά και προχωρούσαν ανάμεσα στις σκιές.

Η Ζωή δε βρήκε λόγο να φωνάξει αφού ήτανε μόνη.

Γύρισε την πλάτη στο τέρας και έγινε της επιβίωσης δρομέας.

Έτσι ταξίδεψε στο νυχτερινό τοπίο με το πλάσμα από πίσω της.


Όταν σε λίγες ώρες ο ήλιος ξεμύτισε πίσω από τα βουνά, 

άδειο το παγκάκι και από δίπλα το αμάξι ρημαγμένο.

Μόνο αν κάποιος κοιτούσε πέρα στην κορυφή του λόφου,

θα έβλεπε τη Ζωή ματωμένη και με βλέμμα απλανές.

Μάλιστα, ίσως πρόσεχε πως πράγματα σαν σπαθιά βαστούσε.


(Αντώνης Μπούζας)