Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔιηγήματαΑντώνηΜπούζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔιηγήματαΑντώνηΜπούζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Μια ιστορία δίχως λογική

Ο αστυνόμος Τέλος έψαχνε με σκοτεινό πρόσωπο

τα χαρτιά που σαν άγρια ζώα είχαν χωθεί στα χέρια του.

Άνθρωποι εντελώς άσχετοι και άγνωστοι μεταξύ τους,

χωρίς κοινά στοιχεία στις ταυτότητες και στις ζωές τους,

είχαν βρεθεί κρεμασμένοι σε διάφορα σημεία της πόλης.

Οι δολοφονίες όλες είχαν διαπραχθεί αργά τη νύχτα.


Ο Τέλος έψαχνε πολύ καιρό αυτό το παλαβό τέρας.

Όμως μονάχα προσωρινοί συλληφθέντες είχαν υπάρξει.

Η αθωότητά τους ερχόταν να τους βγάλει απ' τα κελιά.

Ένας μάρτυρας είχε μιλήσει για μια αδύναμη μορφή

που έσερνε τα πόδια της σκιά κι αυτή μες στις σκιές.

Λίγο πιο πέρα, ταλαντευόταν μυστικά το θύμα της.


Επικρατούσε μια αδιάκοπη ανασφάλεια στην πόλη.

Βάδιζαν απειλούμενοι κάτω από τον γκρίζο ουρανό.

Και μια ιστορία ακουγόταν ανάμεσα στους φοβισμένους.

Ο αρχικός αφηγητής της καλυμμένος με ομίχλη, άγνωστος.

Η ιστορία ψιθύριζε σε δωμάτια νυχτερινά δίπλα σε κεριά.

Και παρακάτω σας παραθέτω όσα εκείνη τους έλεγε.


Ότι σε κάποιον κάποτε είχε γίνει μεγάλο κακό και αδικία.

Πως είχε χρίσει τον εαυτό του δήμιο με μίσος στη ματιά.

Τριγυρνούσε εκεί έξω και κρεμούσε όποιον έβρισκε.

Όμως ένας αληθινά τίμιος θα σταματούσε τα εγκλήματα.

Ακούγοντάς το αυτό, οι άνθρωποι γινόντουσαν ποτάμι.

Ορμητικά γέμιζαν δρόμους και σπίτια ψάχνοντάς τον.


Η πόρτα του γραφείου άνοιξε με τρόπο ασυνήθιστο.

Ο Τέλος είδε να κουβαλούν μπροστά του έναν άντρα

απολύτως ατημέλητο και ιδιαιτέρως ταραγμένο.

Έτρεμε και φώναζε πως κανέναν δεν είχε πειράξει.

Όμως δεν είχε άλλοθι για τις ώρες που συνέβησαν οι φόνοι.

Η ανάκρισή του έγινε σε ατμόσφαιρα φορτισμένη.


Ο Τέλος του μιλούσε σκληρά, του έκανε επιθέσεις.

Ο ύποπτος φαινόταν πως είχε πράγματι κάτι να κρύψει.

Αυτό πρόδιδε το βλέμμα και η κινησιολογία του.

Όταν διέκοπταν, τον πετούσαν στο κελί κι εκείνος έκλαιγε.

Και ξαφνικά, ένα πρωί, ο Τέλος του έδειξε μια πατερίτσα.

Είχε βρεθεί στο σπίτι του ενώ ο ίδιος δεν τη χρειαζόταν.


Συνειδητοποίησε πως δε μπορούσε άλλο να το κρύψει.

Αποκάλυψε πού βρισκόταν όταν κρεμαζόντουσαν τα θύματα.

Πριν ένα χρόνο, μεθυσμένος, είχε δείρει μια ηλικιωμένη.

Ξεμέθυστος έπειτα έτρεξε για να την βρει σακατεμένη.

Από τότε συνεχώς την φρόντιζε και ξαγρυπνούσε δίπλα της.

Ανέφερε όμως κι ένα ερειπωμένο ίδρυμα κοντά στο σπίτι της.


Όπως τόνισε, κάθε φορά που περνούσε απ' έξω, βρομούσε.

Η αστυνομία επισκέφτηκε το κτίριο με την αφόρητη μυρωδιά.

Ήταν γεμάτο κρεμασμένους μα ο δήμιος ήταν κι αυτός εκεί.

Ο Τέλος τον συνέλαβε κι ας μην ήταν ακριβώς άνθρωπος.

Τον είχανε κρεμάσει πριν λίγο καιρό λόγω δικαστικής πλάνης.

Όταν μετά κατάλαβε ότι είχε πεθάνει, έχασε τα λογικά του.


(Αντώνης Μπούζας)


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Καταδικασμένοι

Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν

μέσα στο μουντό γαλάζιο δάσος.

Κρατούσαν το απόλυτο σκοτάδι.

Τα χέρια πεινούσαν για γυναίκες.

Δεν ήθελαν να το κάνουν αυτό.

Θα έρχονταν όμως οι συνέπειες.

Ωραίο μέρος, είπε ένας νους,

για εξερεύνηση και ιστορίες.

Μα όχι για κρότους και θάνατο.

Θα ταράξουμε τα ξωτικά

που δεν μας πείραξαν ποτέ.

Δεν είναι τόπος εδώ για τέτοια.


Κάποιοι από εκείνους έτρεμαν.

Σε λίγες ώρες θα υπήρχαν;

Άλλοι ταξίδευαν με βαριά όραση.

Τα δέντρα δεν καταλάβαιναν

ή δεν σκοτίζονταν νομίζω.

Την επομένη θα είχανε γιορτή

με χορούς και πράσινα τραγούδια.

Μόνο αυτό τ' απασχολούσε.

Για λίγες ώρες έπρεπε ν' αντέξουν

τους φορείς της δυστυχίας.

Τους ηλίθιους δεσμοφύλακες

της παγκόσμιας φυλακής.


Οι αρχηγοί του ολέθρου

ετοιμάστηκαν να διατάξουν

το ξεκίνημα της αιματοχυσίας

φυλαγμένοι οι ίδιοι πίσω-πίσω.

Τα υπόλοιπα σάρκινα πιόνια

αδυνατούσαν να το πιστέψουν.

Τα δέντρα έκλεισαν τ' αυτιά τους.

Και τότε, τελείως απροσδόκητα,

ο ένας αρχηγός κραύγασε.

Οι στρατιώτες έστρεψαν τα μάτια

αιφνιδιασμένοι και αγριεμένοι.

Είχε τα χέρια στο κεφάλι του.


Μην του είχε ρίξει κανένας

από τους αντίπαλους αδερφούς;

Αμέσως κι ο άλλος αρχηγός

φώναξε τον ξαφνικό του πόνο.

Το κεφάλι του έτρεχε αίμα.

Σύντομα και οι δυο σωριάστηκαν.

Οι φαντάροι ένιωσαν παράξενα.

Γύρεψαν στο μυθικό τοπίο

την αιτία της λευκής ανατροπής.

Από το βάθος βαστώντας πέτρες

ξεπετάχτηκαν οι καλικάντζαροι.

Αργότερα τραγούδησαν μαζί τους.


(Αντώνης Μπούζας)



Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά μια συννεφιασμένη μέρα του 1728,

σ' ένα γαλλικό χωριό, ρακένδυτος και με πρόσωπο γεμάτο σκότος.

Τον περιέθαλψαν οι ευγενείς χωρικοί και του έδωσαν κρέας.

Επέμεναν το κρέας να ψήσουν όμως εκείνος το έφαγε ωμό.

Όσο καιρό έμεινε σ' εκείνο το μέρος, μιλούσε πολύ σιγά κι ελάχιστα.

Μόνο καθόταν δίπλα στις φλόγινες πηγές θερμότητας και τις κοιτούσε.

Έφυγε αθόρυβα μέσα στη νύχτα χωρίς ποιος ήταν να φανερώσει.


Ξαναεμφανίστηκε περπατώντας σ' ένα χωράφι κάπου στη Γερμανία.

Ήταν καλοκαίρι του 1811 και τα χοντρά του ρούχα έδειχναν ακριβά πολύ.

Ένας αγρότης τον φιλοξένησε σπίτι του νομίζοντας πως είχε χαθεί.

Κουβέντιαζαν δίπλα στο τζάκι που σκίαζε μυστηριωδώς τη μορφή του.

Εκείνος όμως πολύ δεν μιλούσε και με δυσκολία ακουγόταν.

Ο αγρότης τρόμαζε από κάτι απροσδιόριστο που αχνοφαινόταν.

Το βράδυ που ο άγνωστος έφυγε, βρήκε το δρεπάνι μέσα στο σβησμένο τζάκι.


Τον είδανε ξημερώματα να κινείται σαν σκιά στη Θεσσαλονίκη του 1917.

Ήτανε βρώμικος και τους είπε ότι ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.

Από την άλλη άκρη του πλανήτη; ρώτησε κάποιος εντυπωσιασμένος.

Ο άγνωστος του αποκρίθηκε ότι τους είχε έρθει από πολύ πιο μακριά.

Τα σκυλιά ασταμάτητα τον γάβγιζαν και τα πουλιά έφευγαν σαν πλησίαζε.

Της κοπέλας που τον περιποιήθηκε της ψιθύρισε κάτι στο αυτί κι εκείνη πάγωσε.

Το κορίτσι έφυγε μια μέρα μετά από εκείνον και πρόλαβε να δει στο βάθος τους καπνούς.


Ένας πλούσιος φάνηκε σε μια κωμόπολη της αγγλικής υπαίθρου το έτος 2020.

Όλοι θέλησαν να τον κάνουν φίλο ώστε όσο μπορέσουν να ωφεληθούν από εκείνον.

Υπήρχε όμως κάποιος Γάλλος που συνεχώς τον κοίταγε παράξενα και κρατιόταν μακριά.

Ρωτούσε συχνά τους άλλους χαμηλόφωνα τί είχαν μάθει για τον άγνωστο.

Μάζεψε αργά τη νύχτα μερικούς στο σπίτι του και τους έδειξε φωτογραφίες άρρωστες.

Φωτογραφίες εκατοντάδων ετών στις οποίες αναγνώρισαν τον πλούσιο επισκέπτη. 

Βρέθηκαν όλοι τους μαζί σε μια κατάσταση ανησυχίας και ανασφάλειας.


Σκέφτηκαν να τον αιφνιδιάσουν κι ενώ κοιμόταν να τον πιάσουν.

Οπλίστηκαν με εργαλεία που κι ως όπλα φονικά μπορούσαν να υπάρξουν.

Διέρρηξαν το σπίτι του και, όταν έφτασαν σιωπηλοί στην κρεβατοκάμαρα,

αντίκρισαν το κρεβάτι να αιωρείται κοντά στο ταβάνι σαν να χορεύει.

Κι ο χώρος ήτανε τόσο ζεστός που έμοιαζε με φούρνο αναμμένο.

Έφυγε, πρόφεραν σιγά οι βραδινοί διαρρήκτες πανιασμένοι, αυτό ήταν.

Και, σε χρόνο ανύποπτο, ίσως εμφανιστεί σε κάποια άλλη γωνιά του πλανήτη.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Οτιδήποτε δίνει λύτρωση

Ήθελε οπωσδήποτε να λύσει τον γρίφο που βασάνιζε το χωριό. Άκουσε από έναν ανήσυχο παππού ιστορίες για το τρομερό σπίτι. Δέσποζε λέει ψηλά σ' ένα λόφο, τριγυρισμένο από βλάστηση οργιώδη. Άδειο από ανθρώπους αλλά κατά κάποιο τρόπο όχι ακατοίκητο. Όλοι το λέγαν στοιχειωμένο και κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάσει.

Εκείνος όμως, θέλοντας να στάξει λίγο μέλι μέσα στην ψυχή της γυναίκας του, που εδώ και μερικά χρόνια η θλίψη το χαμόγελό της πήγαινε να σβήσει, θα έβρισκε το σπίτι και θα περνούσε τα σύνορα του κόσμου των σκιών. Πίστευε πως θα της έδινε περιπέτεια ώστε να παραμείνει γελαστή και άρα όμορφη. Όμως αυτό που τους περίμενε ήταν ικανό να τους στερήσει τη λογική για πάντα.

Είδαν από μακριά το σπίτι με την επιβλητική του όψη και τα έντονα χρώματα. Το ύψος και το πλάτος του ήταν τέτοια που έμοιαζε με κατοικία γιγάντων. Όταν εκείνος δοκίμασε την πόρτα να ωθήσει καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, ο λόγος της ήρθε να τον παγώσει σαν κακό σημάδι : ''Δεν πιστεύω να μπούμε εκεί μέσα''.

Στο άνοιγμα της πόρτας αποκαλύφθηκε ένα μέρος που μόνο στα όνειρα θα συναντούσες. Γύρω τους έπιπλα θεόρατα για πλάσματα που δεν τολμήσανε ούτε να φανταστούνε. Υπέροχα διακοσμητικά σκεύη που θύμιζαν ανθρώπους εφιαλτικού μεγέθους. Δωμάτια έτσι καμωμένα που έφερναν στο νου τερατώδη όντα της μυθολογίας. Αγριεύτηκαν στη θέα όσων έβλεπαν τα οποία όμως τους ασκούσαν ταυτόχρονα μια γοητεία. Προχώρησαν στα βάθη του πλημμυρισμένου από χρώματα καταραμένου δημιουργήματος.

Μπήκαν σε μια αίθουσα τεραστίων διαστάσεων που έλουζαν φώτα ζεστά. Άρχισαν ν' αναρωτιούνται αν ήθελαν αληθινά να δούνε κανένα σημάδι ζωής. Ξαφνικά, περπατώντας γρήγορα, ήρθε μπροστά τους μια γιγάντια ξύλινη κούκλα αρλεκίνου. Έσκυψε από πάνω τους και τους περιεργάστηκε με το σκληρά τρομακτικό της βλέμμα. Άνοιξαν το στόμα να κραυγάσουν αλλά σιωπή συνέχισε να βασιλεύει στο δωμάτιο.

Η κούκλα ορθώθηκε ξανά, έκανε μεταβολή και με βήμα γοργό εξαφανίστηκε. Ρώτησε τη γυναίκα του αν ήταν εντάξει και με έκπληξη αντιλήφθηκε ένα ανθυπομειδίαμα στα χείλη της. Απ' το σημείο εκείνο κι έπειτα, αισθάνονταν λες και είχαν γνωρίσει για πρώτη φορά το σκοτάδι όσων με θυμό φωνάζουν πως κόσμος άλλος δεν υπάρχει πέρα από αυτόν που οι αισθήσεις ξέρουν. Όσων επιδιώκουν να μας προσγειώσουν στην αμφίβολη κι αμφισβητήσιμη πραγματικότητα.

Μόλις εισήλθαν στο διπλανό δωμάτιο, την πίστη τους στην έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου αφύπνισε η μορφή ενός άλλου αρλεκίνου που σαν μικρό παιδί διασκέδαζε, καθισμένος στο πάτωμα, με παιχνίδια φρικώδους διαστροφής. Καθώς τον προσπερνούσαν σιωπηλοί, η γυναίκα έντυσε το στόμα της μ' ένα χαριτωμένο υπομειδίαμα. Η πείνα για γνώση δεν τους άφηνε να ησυχάσουν κι όλο τους έσπρωχνε να ψάξουν τι συνέβαινε. Το σπίτι του φόβου τους καταβρόχθισε και κάθε σκέψη απόδρασης φάνταζε μύθος.

Κάποτε βγήκαν κουρασμένοι σ' ένα πολύ μεγάλο μπαλκόνι και από κάτω η γη ήτανε άφαντη. Όμως, λίγο πιο πέρα, ένας κήπος ιπτάμενος ανοιγόταν κι από το συντριβάνι γύρω βολτάραν οι κούκλες. Ένας από τους ξύλινους γίγαντες διέκοψε απότομα το περπάτημά του και χαιρέτησε το ζευγάρι προσφωνώντας τους ''αφέντες''. Και όντως δίπλα από τον άντρα ένα σκήπτρο χρυσό άστραφτε και τον περίμενε από ώρα. Και τότε ήταν που ένα εξαιρετικά ερωτεύσιμο μειδίαμα κυρίευσε το πρόσωπο της γυναίκας.

(Αντώνης Μπούζας)


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

Κάποτε

Υπάρχουν κάποια μυστήρια που καλό θα ήταν να παραμείνουν άλυτα.

Υπάρχουν μέρη που οι άνθρωποι καλύτερα ποτέ να μην τα περπατούσαν.

Όπως η αρχαία πόλη που παραμονεύει στο γιγάντιο βουνό των ψιθύρων.

Στους δρόμους της περπάτησαν γενναίοι εξερευνητές και ταξιδιώτες.

Ενώ σουρούπωνε και ήταν ολομόναχοι και αβοήθητοι ανάμεσα στις σκιές.


Άλλοι από αυτούς κατάφεραν να γυρίσουν και άλλοι αγνοούνται.

Μα όσοι γύρισαν απέκτησαν μιλιά νοσηρή και ματιά αρρωστημένη.

Λένε πως είδαν πράγματα αποτρόπαια κι ανθρώπου νους δεν τα χωράει.

Πως πρέπει ο κόσμος απ' το κακό αυτό το μέρος μακριά να κρατηθεί.

Όλα αυτά κέντρισαν την ψυχή μου σαν βέλη αλειμμένα με μέλι.


Πήρα λοιπόν κι εγώ την απόφαση με την ομάδα μου να ψάξουμε εκεί πέρα.

Ξεκινήσαμε πρωί αλλά το βράδυ φτάσαμε με φακούς, τροφή και νερό.

Η πόλη άνοιγε μπροστά μας τη σκοτεινή της αγκαλιά στα εντόσθια της νύχτας.

Νιώσαμε πως η ζωή μας όλη, γεμάτη άγχη και θλίψεις, οδηγούσε σ' εκείνο το μέρος.

Για να βρούμε εκεί την κάθαρση βιώνοντας το απίστευτο και το υπέροχα εφιαλτικό.


Αρχίσαμε να περπατούμε ανάμεσα στα ερείπια χαμένοι στη σιωπή και στο σκοτάδι.

Προσπαθώντας να εξευγενίσουμε το δεύτερο στα μάτια μας χρησιμοποιώντας τους φακούς.

Ο Σπύρος είπε, και εμπιστεύομαι τη λογική του, πως άκουσε μία φωνή στο βάθος.

Τα βλέμματά μας έλαμψαν αλλά προτιμήσαμε λόγο να μην εκφέρουμε κι ίσως καλύτερα.

Σταθήκαμε διστακτικοί για το αν έπρεπε της φωνής την πηγή ν' αναζητήσουμε.


Ύστερα από λίγα λεπτά, είχαμε ξεχάσει το συμβάν και εξετάζαμε τα αινιγματικά ερείπια.

Κανείς δεν είχε μπορέσει να μάθει από πότε στέκονταν εκεί και ποιοι τα είχαν κατοικήσει.

Αιφνιδιάστηκα σαν ήχησε το ουρλιαχτό του Φώτη ίδιο με γέννημα κάποιου εφιάλτη.

Με τρεμάμενη φωνή είπε πως πίσω από ένα σπίτι άκουσε κάποιον που του μιλούσε.

Βρεθήκαμε με γρήγορες δρασκελιές πίσω από το σπίτι για να βρούμε εκεί το τίποτα.


Μάλωσα τον συνάδελφο για την εύκολα επηρεαζόμενη ψυχολογία και τη δειλία του.

Το ύφος μου άρχισε να αλλάζει και ν' αποκτά μια αυστηρότητα που όμως ήταν άμυνα.

Μπορούσα να σκεφτώ χίλιες δυο εξηγήσεις για όσα είχαν γίνει αλλά βαθιά φοβόμουν.

Στο επόμενο μισάωρο, ένας ακόμα με ικέτεψε να φύγουμε αμέσως από εκεί.

Γιατί, όπως ανέφερε, όποιος κι αν ήταν ο αθέατος που είχε φωνάξει, δεν πρέπει νά 'ταν άνθρωπος.


Βαδίζαμε σαν φαντάσματα με των φακών το φως να ζωγραφίζει τον υπαρξιακό τρόμο.

Αρνούμουν να δεχθώ την ύπαρξη αυτού που σχηματιζόταν ολοκάθαρα μπροστά μου.

Ότι είχαμε γίνει μάρτυρες γεγονότων υπερφυσικών και ίσως να βρισκόμασταν σε κίνδυνο.

Ώσπου τελικά κι εγώ μια φωνή άκουσα που, με τρόπο σκοτεινό, γνώριζε τ' όνομά μου.

Ποτάμι ιδρώτα έλουσε το πρόσωπό μου και δε μπορούσα πλέον την αλήθεια να σωπάσω.


Σαν λιποτάκτες, σαν δειλοί το βάλαμε στα πόδια εμπρός στου ανεξήγητου την παρουσία.

Πίσω μας αφήσαμε τα αρχαία σπίτια και τρέχαμε όλη τη νύχτα μέσα στην άγρια φύση.

Σαν έπειτα από κάτι χρόνια έφερα στη μνήμη μου τα φοβερά γεγονότα που σας γράφω,

καθήμενος πλάι στις φλόγες του τζακιού και πίνοντας ένα ζεστό ρόφημα με οσμή διεγερτική,

αμφέβαλλα για όσα εκεί είχαμε ζήσει, για μια φορά ακόμα θέλησα από τη γνώση να κρυφτώ.

(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

Μεταφυσική δραστηριότητα

Τα ανεξήγητα και παράξενα περιστατικά που έλαβαν χώρα στο νησί Άφαντος ξεκίνησαν με την εμπειρία ενός ψαρά ο οποίος καθόταν σε έναν μεγάλο βράχο μπροστά στα κύματα με το καλάμι του βυθισμένο στο νερό. Μια λεπτή φωνή απροσδιόριστης προέλευσης έφτασε στα αυτιά του. "Είμαι η θάλασσα", του είπε. Εκείνος αιφνιδιασμένος έριξε μια απότομη ματιά γύρω του για να αντιληφθεί πως ήταν μόνος. "Και φέτος δεν θα πνιγεί κανένας μέσα μου", συμπλήρωσε η φωνή. Και μετά ησυχία. Ο ψαράς έτρεξε αμέσως να το πει στους δικούς του. Σύντομα, το γεγονός είχε μαθευτεί από όλο το νησί. Κάθε χρόνο, η θάλασσα κατάπινε μερικούς κατοίκους από εκείνο το μέρος. Τη συγκεκριμένη χρονιά όμως αυτό δεν συνέβη.

Οι ερμηνείες που επιχείρησαν να δώσουν στο φαινόμενο ήταν τόσες πολλές όσοι οι κόκκοι της άμμου στην παραλία. Φοβόντουσαν όμως να πιστέψουν πως κάτι αφύσικο είχε συμβεί. Κάτι που ανθρώπου νους θα τρελαθεί αν αληθινό το θεωρήσει. Το δεύτερο περιστατικό βίωσε μια οικογένεια που είχε πάει να κολυμπήσει. Δυο χρόνια μετά την εμπειρία του ψαρά. Τα παιδιά φώναζαν χαρούμενα και έκαναν βουτιές ενώ οι γονείς τους κουβέντιαζαν. Ώσπου μια φωνή σταμάτησε κάθε αντίστοιχη ανθρώπινη. Και οι τέσσερις έμειναν να κοιτάζουν άλαλοι και τρομαγμένοι τη θάλασσα. "Ακούστε με! Είμαι η κυρά που κυκλώνει αυτό τον τόπο. Που τρέφεστε από εμένα και που πεθαίνετε εξαιτίας μου. Για τους επόμενους μήνες κρατηθείτε μακριά μου! Θα γίνουν άσχημα πράγματα". Αυτά ήταν τα λόγια που τους είπε το αθέατο ον. Έπειτα, σώπασε και πάλι. Και τότε τα παιδιά βγήκαν εντελώς αθόρυβα και ήσυχα από το νερό. Και όλοι μαζί αποχώρησαν σιωπηλοί και με ένα δυνατό τρέμουλο.

Οι κάτοικοι του νησιού, όταν ενημερώθηκαν για το νέο συμβάν, έχασαν τον ύπνο τους. Η θάλασσα είναι ζωντανή και μας μιλάει, έλεγαν ορισμένοι. Οι αρχές συνέστησαν ψυχραιμία. Ο δήμαρχος θεώρησε ότι κυκλοφορεί κάποιος παράφρονας και πιθανόν επικίνδυνος. Απαγορεύτηκε στους πολίτες να πλησιάζουν τις παραλίες. Οι οποίες είχαν γεμίσει από αστυνομικούς που ερευνούσαν. Αν και οι περισσότεροι υποκρίνονταν ότι ερευνούν. Μερικοί αστυνομικοί μπήκανε στο νερό και αμέσως άρχισαν να κραυγάζουν. Τους μετέφεραν στο νοσοκομείο με πληγές σε όλο το σώμα από την μέση και κάτω. Έμοιαζαν με μικρές δαγκωματιές. Αλλά όχι ψαριών. Σκάφη άρχισαν να ψάχνουν για κάποιο περίεργο υδρόβιο πλάσμα. Όμως δεν βρέθηκε κάτι και σύντομα οι έρευνες τερματίστηκαν. Ένας μεγάλος φόβος κυρίευσε τους ανθρώπους του νησιού. Ξεκίνησαν να ακούγονται σκοτεινές σκέψεις και υβριστικές κουβέντες για την θάλασσα. Που όμως φανέρωναν την ταραχή του κόσμου μπροστά στα γεγονότα. Κάποια μέρα, οι αρχές ανακοίνωσαν πως θα πραγματοποιούνταν εκρήξεις κάτω από την επιφάνεια του νερού και γύρω από όλο το νησί με σκοπό να εξουδετερωθεί η οποιαδήποτε απειλή υπήρχε. Οι πολίτες διαμαρτυρήθηκαν έντονα φωνάζοντας πανικόβλητοι ότι δεν έπρεπε να θυμώσουνε τη θάλασσα. Αλίμονό μας, πρόφερε ένας ιερέας με φωνή ψυχρή σαν τον τάφο.

Σε ένα από τα σκάφη που πραγματοποιούσαν την τοποθέτηση των εκρηκτικών μηχανισμών, το πλήρωμα άκουσε τη φωνή που τους απευθύνθηκε αυστηρά και άγρια. Τα πόδια τους άρχισαν να τρέμουν και δάκρυα χύθηκαν από τα μάτια τους. Κόντεψαν να χάσουν τον έλεγχο του σκάφους. Ύστερα, βγήκαν στη στεριά και έτρεξαν σαν στοιχειωμένοι δρομείς να μοιραστούν όσα έζησαν. Η αφήγησή τους σόκαρε ολόκληρο το νησί. Η φωνή τους είχε πει : "Γιατί τα βάλατε μαζί μου; Δεν σας έκανα κακό. Εχθρός σαν δεν είμαι. Αλλά θα δείτε την οργή μου. Θα παγώσω. Παντού γύρω από αυτό το μέρος. Για να σας δείξω ότι με δυσαρεστήσατε. Και δεν μου άρεσε καθόλου αυτό". Οι κάτοικοι έσπευσαν στις παραλίες και ζήτησαν συγγνώμη από τη θάλασσα. Μέσα τους όμως αισθάνονταν φόβο και μίσος για εκείνη.

Μερικές ημέρες αργότερα, μια τεράστια έκταση πάγου έμοιαζε να πολιορκεί το νησί από όλες τις μεριές. Από αυτό τον πάγο πήγαζε ένα ψύχος πολύ δυνατό. Οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με γάντια, παλτά και σκουφιά. Ούτε που διανοούνταν να προσπαθήσουν να σπάσουν τον πάγο. Ας περιμένουμε να ηρεμήσει και να μας συγχωρέσει, ψιθύριζαν. Οι αρχές αντέδρασαν παρόμοια. Θλίψη κατάπιε τις ψυχές καθώς οι εβδομάδες περνούσαν και η κατάσταση παρέμενε ίδια. Ο κόσμος παραδόθηκε μοιρολατρικά στην βαριά ατμόσφαιρα της καθημερινότητάς του. Δυο ναυτικοί καθισμένοι στην παραλία συζητούσαν μελαγχολικά. "Μα τι περιμένουν και δεν σπάνε τον πάγο;". "Μακάρι να ήταν τόσο απλό...".


(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Νυχτερινή διήγηση

Οι γονείς είχαν πάει για δουλειές και τα παιδιά είχαν μείνει μόνα τους στο σπίτι. Η μητέρα τους είχε αφήσει μπόλικη κρεατόπιτα και τα ίδια γνώριζαν πώς να εξυπηρετούν τους εαυτούς τους. Όταν νύχτωσε, κάθισαν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, που μοναχό του φώτιζε το δωμάτιο, και μασουλούσαν την πίτα ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός τους έλεγε ιστορίες. Μια ιστορία που τους είπε αφορούσε έναν παράξενο θρύλο της περιοχής στην οποία ζούσαν. Τα πρόσωπα των παιδιών έμοιαζαν να υπνωτίζονται καθώς την άκουγαν.

Υπήρχε κάποτε ο Γιώργος, ένας τίμιος βιοπαλαιστής που δούλεψε σκληρά για να φτιάξει το σπιτικό του και να ζήσει την οικογένειά του. Κάθε μεσημέρι, γυρνούσε σπίτι του μούσκεμα στον ιδρώτα. Έτσι όμως κατόρθωσε να μην τους λείπει τίποτα και να ζούνε ευτυχισμένοι. Ώσπου μια μέρα, επιστρέφοντας από την εργασία, βρήκε την οικεία του καμμένη και κατάμαυρη. Λίγη ώρα αργότερα, ανακαλύφθηκαν εκεί μέσα και τα πτώματα της οικογένειάς του. Ο Γιώργος έπεσε στα γόνατα και βλαστήμησε φωνάζοντας την ώρα που το φεγγάρι έκρυβαν μεγάλα σύννεφα.

Το ότι μίλησε με αυτό τον τρόπο λειτούργησε πολύ άσχημα. Ήτανε λάθος. Και, λίγες μέρες αργότερα, ενώ έμενε πλέον μαζί με μια αγαπημένη του αδερφική φίλη η οποία τον παρηγορούσε, χτύπησε σιγανά η πόρτα του σπιτιού μετά τα μεσάνυχτα. Ούτε εκείνος ούτε η φίλη του είχαν ύπνο και έτσι άκουσαν τον θόρυβο. Όταν άνοιξαν για να δουν ποιος ήταν, υπήρχε ένας άντρας που κοίταξε κατευθείαν τον Γιώργο. Είπε ότι κάποιος τον είχε καλέσει. Τόσο ο Γιώργος όσο και η Μαίρη αποκρίθηκαν πως δεν τον είχαν ξαναδεί και άρα αποκλείεται να τον καλέσανε.

Από εκείνο το βράδυ και έπειτα, ο άγνωστος στεκόταν συνεχώς έξω από το σπίτι, σε διαφορετικό σημείο κάθε μέρα. Ακίνητος και σιωπηλός. Δεν έφευγε ποτέ. Λες και δεν είχε ανάγκη να φάει ή να κοιμηθεί. Η Μαίρη ήταν ιδιαίτερα φοβισμένη. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ο φίλος της αντίθετα δεν φοβόταν γιατί ένιωθε ότι δεν είχε πια κάτι να χάσει. Ένα πρωινό, μια γνωστή της Μαίρης τους επισκέφτηκε και ήπιε καφέ μαζί τους. Όταν της ανέφεραν και της έδειξαν τον άντρα που τους στοίχειωνε για μέρες, εκείνη απάντησε με τρεμάμενη φωνή ότι δεν έβλεπε κανέναν. Αλλά ο άντρας ήταν εκεί.

Είχαν ζητήσει βοήθεια από διάφορους όμως κανείς από όσους έσπευδαν να βοηθήσουν δεν μπορούσε να τον δει. Και, κάποιο απόγευμα, ενώ ο ήλιος έδυε, κατατρόμαξαν βλέποντας τον άντρα να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού έχοντας εισβάλει μέσα στο σπίτι με τρόπο μυστήριο. Η Μαίρη άρχισε να φωνάζει. Αλλά ο Γιώργος την έκανε να σωπάσει. "Τι με θέλεις; Εμένα θέλεις. Έτσι;" ρώτησε τον άγνωστο. Αυτός του απάντησε με ερώτηση την οποία πρόφερε με φωνή ερπετού. "Γιατί βλαστήμησες αφού εσύ ο ίδιος έφταιγες; Ποιος ξέχασε το μάτι της κουζίνας ανοιχτό;". Ο Γιώργος άνοιξε το στόμα του ολότελα σοκαρισμένος. "Τώρα δεν μπορείς να ξεφύγεις. Είναι πια αργά. Ας μην το κάνουμε δύσκολο." συνέχισε ο άντρας χαμογελώντας σαρκαστικά. "Πάμε;" συμπλήρωσε και σηκώθηκε όρθιος τείνοντας το χέρι του στον Γιώργο. "Να πάμε πού;" ψέλλισε εκείνος. "Στο μέρος που εσύ επέλεξες. Και τώρα του ανήκεις." Ο Γιώργος παραιτημένος και με σκυμμένο το κεφάλι έπιασε το χέρι του άλλου και βημάτισαν μαζί βγαίνοντας έξω. Η Μαίρη τους παρακολούθησε, παραλυμένη από τα δυσάρεστα συναισθήματά της, να εξαφανίζονται σταδιακά στον ορίζοντα.

Από τότε, άνθρωπος δεν ξαναείδε τον χαροκαμένο πρώην οικογενειάρχη. Όμως καθένας από τους κατοίκους της περιοχής απέφευγε να βλαστημάει. Όσο θυμωμένος κι αν ήταν. Έξω από το σπίτι της Μαίρης, σε κάποιο σημείο, έπεφτε πάνω στο χορτάρι μια ανθρώπινη σκιά ανεξήγητης προέλευσης. Η οποία δεν έφυγε ποτέ.

Αντώνης Μπούζας

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Η ζωή ενός δέντρου

 

Πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένα δέντρο επάνω σε ένα κομμάτι γης στην μέση του πελάγου. Του άρεσε που κατοικούσε σε μέρος τόσο γοητευτικό για τα μάτια του σώματος και της ψυχής. Το τοπίο χάιδευε την καρδιά του και ταξίδευε την σκέψη του. Θαύμαζε τον ζωγραφισμένο από τον ήλιο ουρανό και τις αποχρώσεις του. Και τα γλαροπούλια που έμοιαζαν με πολύ μικρά αεροπλάνα που τη μια στιγμή εκτοξεύονταν ψηλά και την άλλη βουτάγανε στα χαμηλά. Απολάμβανε να ακούει την ομιλία της θάλασσας. Η οποία του ψιθύριζε τα μυστικά της ενώ σουρούπωνε. Αρκετές φορές, το έδερνε ο αγριεμένος άνεμος σαν βάρβαρος λεηλατητής. Αλλά αυτό πάντα τελείωνε χωρίς το δέντρο να υποστεί κάποιον τραυματισμό. Βάρκα ή πλοίο δεν είχε προσεγγίσει ποτέ το νησάκι του. Πράγμα καλό διότι φοβόταν τους ανθρώπους. Μακρινοί του φίλοι επικοινωνούσαν μαζί του με τρόπο μαγικό. Του έστελναν μηνύματα για την αδιάκοπη θανάτωσή τους από ανθρώπους. Ωστόσο, υπήρχαν φορές που οι εικόνες και οι ήχοι τόσο ξεσήκωναν την φαντασία του που ήθελε να μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Να είχε χέρια αντί για κλαδιά και μερικές σελίδες χαρτί μαζί με ένα μολύβι. Ώστε να έβγαζε από μέσα του όσα το είχαν γεμίσει αλλά δεν μπορούσε να πει. Ήταν ένα όνειρο καταδικασμένο να μην πραγματοποιηθεί. Που διαρκώς ερχόταν και έφευγε.

(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ταξιδευτής

Μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο, όπως είχε ξανακάνει πολλές φορές στο παρελθόν. Γιατί έπρεπε να μάθει. Κι έτσι περιπλανήθηκε σ' ολόκληρη τη χώρα. Ακούραστο και δίχως φόβο για τα εχθρικά στόματα και χέρια μιας και ένιωθε άτρωτο. Γνώρισε μέρη αδάμαστα. Πολιτείες απέραντες με σπίτια τόσο ψηλά που ήταν λες και τα είχαν φτιάξει τέρατα του μύθου. Είδε ανθρώπους να χορεύουν σαν μέλη άγριας τροπικής φυλής με τη συνοδεία ήχων εκκωφαντικών και φώτων κινούμενων και εκτυφλωτικών. Είδε ακόμη ζευγάρια ν' αγκαλιάζονται σε σιωπηλά πάρκα ώρες μεταμεσονύκτιες. Και να μένουν αγάλματα μέχρι να χαράξει. Παρακολούθησε παιδιά να σκαρφαλώνουν σε δέντρα και να κυλιούνται στη λιακάδα γευόμενα την εποχή του παραμυθιού που διένυαν στη ζωή τους και που ήταν στο χέρι τους να μην τελειώσει ποτέ. Κρυφοκοίταξε εμπόρους πονηρούς να μηχανεύονται χίλιους δυο τρόπους ώστε να θησαυρίσουν τιμωρώντας την αφέλεια των πελατών τους. Ύστερα, έγινε ένα με το πλήθος. Μυήθηκε στην παραδοξότητα του λόγου, της επικοινωνίας, των συμπεριφορών τους. Έμαθε να τραγουδάει, να γράφει, να φιλάει, ν' αστειεύεται, να μειδιάζει, να μεθάει, να είναι φίλος, να είναι εραστής, να μαλώνει, να υπερασπίζεται, να τρώει τις τροφές των ανθρώπων. Όταν πια έκρινε πως η αποστολή του είχε ολοκληρωθεί, επέστρεψε πίσω στο δάσος. Τα χέρια του έγιναν κλαδιά. Το σώμα του ξύλινο. Δεν είχε πλέον λόγο να κρύβει τα αμέτρητα φύλλα που το στόλιζαν πάντοτε. Οι ρίζες του χώθηκαν βαθιά μέσα στο χώμα. Τα υπόλοιπα δέντρα το υποδέχθηκαν με λόγια θέρμης και λαχτάρας. Κι εκείνο, αφού εξέφρασε την ευτυχία του για την επιστροφή του, άρχισε να τους αποκαλύπτει όλα όσα είχε μάθει για τον Άνθρωπο. 

(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Καπνός

Ο πιο δραστήριος μαφιόζος θα σκότωνε σε όλη του τη ζωή λιγότερους απ' όσους είχε σκοτώσει εκείνος την προηγούμενη χρονιά. Δεν μπορούσε βέβαια να γνωρίζει πόσοι και ποιοι από τους περίπου σαράντα χιλιάδες νεκρούς ήταν δικοί του αλλά αναμφίβολα είχε δολοφονήσει πάρα πολλούς σε ολόκληρη τη χώρα. Ήταν ένας από τους πιο επιτυχημένους καπνοβιομηχάνους. 
Ο περίγυρός του τον θαύμαζε που έβγαζε τόσα πολλά χρήματα. 
Η γυναίκα του καμάρωνε που είχε δίπλα της έναν τόσο ισχυρό άντρα. Κανείς ποτέ δεν θα τον αποκαλούσε "χασάπη". Ήταν "πετυχημένος" και όχι "χασάπης". 

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα τους τελευταίους μήνες. Αντικαπνιστικές οργανώσεις διαμαρτύρονταν. Εκείνη την ημέρα, έβλεπε πολύ κόσμο κάτω από το παράθυρο του γραφείου του. Διαδήλωση ογκώδης. Άνθρωποι οργισμένοι που όσο περνούσε η ώρα φώναζαν όλο και πιο δυνατά. Αισθανόταν ελαφρώς φοβισμένος παρ' ότι γνώριζε πως δεν μπορούσαν να του κάνουν τίποτε. Αλλά όσο να 'ναι σε ανησυχεί λιγάκι η γνώση της ύπαρξης ενός κομματιού της κοινωνίας που σε εχθρεύεται. Αποφάσισε λοιπόν να συμβουλευτεί το Διάβολο όπως σε τόσες άλλες δύσκολες στιγμές και καταστάσεις της ζωής του. 

Άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε να καπνίζει ψιθυρίζοντας παράλληλα κάποιες λέξεις. Στην αρχή δεν παρατηρούσε καμία αλλαγή. Τίποτα που να προδίδει ότι κάτι αφύσικο υπήρχε μαζί του στο δωμάτιο. Έπειτα ο καπνός ξεκίνησε να σχηματίζει μια μορφή. Ώσπου, κάποια στιγμή, ένα τεράστιο πρόσωπο βρισκόταν απέναντί του και του χαμογελούσε. Εκείνος, αφού χαιρετήθηκε μαζί του και τον καλωσόρισε, εξέφρασε στο Διάβολο τους προβληματισμούς του. Όση ώρα αυτός μιλούσε, το πρόσωπο τον κοίταζε ανέκφραστο. Σαν μια απρόσωπη πηγή φόβου. Ένιωθε λες και τον τρυπούσαν βελόνες σε όλο του το κορμί και σαν να έπεφτε από μεγάλο ύψος ενώ φυσικά δεν συνέβαινε τίποτα τέτοιο. 

Όταν ολοκλήρωσε την παράθεση και ανάλυση του προβλήματος των διαδηλωτών, ήρθε η σειρά του όντος να μιλήσει. Άνοιξε το στόμα του αποκαλύπτοντας τα σουβλερά του δόντια τα ικανά να κατασπαράξουν ολόκληρο θηρίο. Η φωνή του ξεχύθηκε σε όλο το δωμάτιο και τάραξε τη ψυχή του ανθρώπου που είχε απέναντί του. Ωστόσο τελικά τον ανακούφισε δίνοντας απάντηση στις σκέψεις που τον βασάνιζαν. Είπε κάτι απλό και όμως πολύ ουσιώδες. 
"Σε λίγο αρχίζει μια ηλίθια εκπομπή στην τηλεόραση... Όπως καταλαβαίνεις, η διαδήλωση θα διαλυθεί και θα γυρίσουν όλοι σπίτια τους". Ο άλλος ανάσανε βαθιά. Ευχαρίστησε το Διάβολο. Και η συζήτηση στράφηκε σε πιο ευχάριστα θέματα...

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

Το κινητό

Μίλησε πολλή ώρα στο κινητό με τη φίλη της πάνω σε διάφορα θέματα κυρίως όχι μεγάλης σημασίας. Την καληνύχτισε, έκλεισε το κινητό και το έβαλε στην τσάντα της. Πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι της μέσα από σκοτεινά δρομάκια. Η πόλη κοιμόταν με το ένα μάτι ανοιχτό. Μια παρέα εφήβων καθόταν κάπου στο βάθος σιωπηλή σαν τάφος. 

Το κινητό άρχισε να χτυπάει μες στην τσάντα. Αλλά πώς συνέβαινε κάτι τέτοιο αφού το είχε κλείσει προηγουμένως; Το πήρε στα χέρια της και διαπίστωσε πως την καλούσαν με απόκρυψη. Έβαλε το τηλέφωνο στο αυτί της και άκουσε μια φωνή απόκοσμη να της λέει, είμαι ο μπαμπούλας των κινητών. Εκείνη αστειεύτηκε χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ο κάτοχος της φωνής της είπε ότι δεν κάνει πλάκα και πως σε έξι ώρες θα ερχόταν για να την πάρει. Η γυναίκα αισθάνθηκε μια απροσδιόριστη ανατριχίλα. 

Έξι ώρες αργότερα, βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της αδυνατώντας να ηρεμήσει και να μπορέσει να κοιμηθεί. Αγνοούσε ότι είχαν περάσει έξι ώρες από το αλλόκοτο τηλεφώνημα. Ο μπαμπούλας της είχε πει ακόμη πως θα την έπαιρνε πόρνη στο χαρέμι του το οποίο χαρέμι δεν υπήρχε σε αυτό τον κόσμο. Και πως πήρε κι άλλες γυναίκες ωραίες σαν κι αυτή από όλες τις γωνιές του πλανήτη. Καθώς τα θυμόταν όλα αυτά, της φαινόντουσαν κάπως ανησυχητικά. 

Ξαφνικά, η γυναίκα ένιωσε την καρέκλα στην οποία καθόταν να κουνιέται. Να κουνιέται λες και άλλαζε σχήμα. Και μετά ολόκληρο το μπαλκόνι έμοιαζε ν' αλλάζει σχήμα. Ν' αποκτάει εξογκώματα σε κάποια σημεία και βαθουλώματα σε άλλα. Τα οποία έρχονταν και φεύγανε. Τα κτίρια γύρω της άρχισαν να λιώνουν σαν τυρί στην τοστιέρα. Οι δρόμοι επίσης. Παρατήρησε με τρόμο ότι το φεγγάρι δεν βρισκόταν πια στη θέση του και πως μια τρύπα το είχε αντικαταστήσει. Κι από την τρύπα εκείνη πετάχτηκε ένα χέρι και την άρπαξε.

(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Ο πίνακας

Τα παιδιά πήγαιναν συχνά στο ακατοίκητο σπίτι του εξαφανισμένου δασκάλου, δεκατρία χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Πάντοτε χρησιμοποιούσαν το λεωφορείο για να γυρίσουν. Εκείνο το απόγευμα όμως το λεωφορείο καθυστερούσε πολύ. Και,κάποια στιγμή, ανήσυχοι και αγχωμένοι, συνειδητοποίησαν ότι θα έμεναν όλο το βράδυ εκεί. Γιατί το ραδιόφωνο του Νίκου τους ενημέρωσε για τη μεγάλη κατολίσθηση. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος ηλικιακά και γι αυτό αρχηγός της παρέας, προσπάθησε να τους καθησυχάσει. Ένα όμως από τα υπόλοιπα παιδιά παρέθεσε την πληροφορία ότι φήμες έλεγαν πως το σπίτι ήταν στοιχειωμένο. Ο Νίκος τότε χρησιμοποίησε τα λόγια του πατέρα του ώστε να αντικρούσει τα λεγόμενα του άλλου μέσα από μια ώριμη και λογική τοποθέτηση. Πράγμα το οποίο πέτυχε.

Αποφάσισαν ότι έπρεπε με κάποιο τρόπο να περάσουν την ώρα τους,μέχρι να βγει ο ήλιος. Ο Νίκος πρότεινε να εξερευνήσουν το σπίτι. Το εσωτερικό του οποίου ήταν το βασίλειο της σκόνης,των μικροβίων και των σκουληκιών. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν υπερβολικά πολλά σκουλήκια. “Λες και το σπίτι είναι ένα μεγάλο πτώμα”, παρατήρησε κάποιος. Σε ένα από τα δωμάτια, ανακάλυψαν έναν μεγάλο πίνακα και κιμωλίες. Προφανώς, ο δάσκαλος έκανε ιδιαίτερα και στο σπίτι του. Έτσι,σύντομα βρέθηκαν καθισμένοι γύρω από το εύρημά τους να παίζουν κρεμάλα. Ο Νίκος είχε βάλει τη λέξη “μεσαιωνική συγχρονικότητα”. Την είχε ακούσει σε μια εκπομπή για μεγάλους. Ξεκαρδιζόταν στα γέλια, καθώς οι φίλοι του έσπαγαν το κεφάλι τους για να τη βρουν και εκνευρίζονταν. Είχε σχεδιάσει σχεδόν ολόκληρη τη μορφή πάνω στην κρεμάλα και τους απέμενε μονάχα μια ευκαιρία. Τα παιδιά κοιτούσαν τη λέξη ζαλισμένα. Ο Νίκος καμάρωνε για τη νίκη του και χαμογελούσε αυτάρεσκα. Ωστόσο ξαφνικά συνέβη κάτι που τον έκανε να τσιρίξει. Μια λεπτή φωνούλα ακούστηκε,προφέροντας ολοκάθαρα τη λέξη “μεσαιωνική συγχρονικότητα”. Αμέσως προκλήθηκε αναστάτωση. Ένα επιφώνημα δέους απλώθηκε σε όλο τον χώρο. Καθένας ρωτούσε τον διπλανό του αν είχε ακούσει κι εκείνος τον ανατριχιαστικό και σάπιο λόγο. Όλοι τους παραδέχθηκαν ότι μόλις είχαν γίνει μάρτυρες ενός ανεξήγητου γεγονότος,ενώ ένας τους ισχυρίστηκε με φωνή που έτρεμε πως είδε τη μορφή στην κρεμάλα να ανοίγει το στόμα της. Στο άκουσμα αυτής της μαρτυρίας,επικράτησε ατμόσφαιρα χάους και έντασης. Ο Νίκος τους ύψωσε τον τόνο, επιπλήτωντάς τους. Αντιτάχθηκε στον έκδειλο εκστασιασμό που ενέπνεε την παρέα λέγοντας ότι αυτός δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα. Ένα από τα παιδιά,που δε μπορούσε άλλο να συγκρατήσει την οργή του,του απάντησε με εμπαιγμό: “ε,τότε έχασες! Η λέξη είναι 'μεσαιωνική συγχρονικότητα'!”. Ο Νίκος κοίταξε το πλήθος με μάτια πλημμυρισμένα από κακία και μίσος. Αναγκάστηκε όμως να παραδεχθεί την ήττα του. 

Το παιχνίδι τερματίστηκε. Κανείς τους δεν μπορούσε να ξεπεράσει το μεταφυσικό συμβάν. Έτσι αποφάσισαν να πειραματιστούν με τον πίνακα αφήνοντας τον Νίκο σε μια γωνία να βγάζει διάλεξη εκφράζοντας την αντίθεσή του. Ο Φώτης που ήταν, αν και μικρός, πολύ ταλαντούχος στη ζωγραφική γέμισε την επιφάνεια του πίνακα με το πρόσωπο του εξαφανισμένου δασκάλου. Στη συνέχεια, άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να ρωτάνε απευθυνόμενοι στη ζωγραφιά και στον άνθρωπο που αυτή απεικόνιζε εάν βρισκόταν το πνεύμα του εκεί μαζί τους. Καμιά απόκριση. Τα χείλη κρατήθηκαν ασάλευτα και παρέμειναν έτσι όσο κι αν βαστούσε η επιμονή των παιδιών. Υπήρχε όμως κάτι στα μάτια του που δεν άρεσε στον Φώτη. Κάτι σκοτεινό. Ήταν σίγουρος πως δεν τα είχε σχεδιάσει έτσι. Ένας μακρινός κρότος ήρθε να τους παγώσει το αίμα και να τους κάνει να κατευθυνθούν σε κάποιο άλλο δωμάτιο για να ανακαλύψουν την πηγή του. Ο Φώτης όμως παρέμεινε μπροστά στη ζωγραφιά του αγνοώντας τους. Μέσα στην απόλυτη μυσταγωγία της στιγμής,ήρθε η ώρα που ήταν πεπεισμένος ότι το πρόσωπο ήταν ζωντανό. Για να επιβεβαιώσει εκείνο τις πεποιθήσεις του άνοιξε τα αυστηρά του χείλη και γέμισε τον χώρο με τη βαριά,βροντώδη φωνή του. Είπε στον Φώτη ότι ήταν σπουδαίος ζωγράφος και ότι τον περίμενε ένα λαμπρό μέλλον. Ακόμη του αποκάλυψε πως είχε δολοφονηθεί. Η σύντροφός του τον είχε σκοτώσει μαζί με τον εραστή της και τον είχαν θάψει. Ο Φώτης δε μπορούσε να αντιδράσει στο απόκοσμο γεγονός που βίωνε. Η όψη του φαντάσματος τον υπνώτιζε. Ο λόγος του τον καθήλωνε και τον καθιστούσε ανίκανο να αντιδράσει. Κάποτε η μορφή έπαψε να μιλά και να δίνει σημεία ζωής. 

Οι υπόλοιποι μπήκαν στο δωμάτιο ανακοινώνοντας ότι ο κρότος δεν προκλήθηκε από κάτι ασυνήθιστο. Ο Φώτης με μάτια διάπλατα ανοιχτά και με φωνή γεμάτη τρόμο τους διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί κατά την απουσία τους. Κάποιοι γέλασαν. Άλλοι έμειναν να τον κοιτάζουν αμήχανα και με φόβο που τους γεννούσε όχι κάποιο φάντασμα, αλλά το ίδιο το άτομό του. Ο Νίκος φώναξε άγρια. Του είπε ότι ήταν ψυχοπαθής. Άρρωστος. Και ότι σύντομα θα έπρεπε να τον κλείσουν σε κανένα ψυχιατρείο. Ο Φώτης ίδρωσε. Αντιλήφθηκε αυτό που πάντα γνώριζε,αλλά συνήθως απέφευγε να δει. Ότι ο φίλος του έκρυβε μέσα του ένα θηρίο,το οποίο ήταν ικανό να σε κατασπαράξει,εάν του δινόταν η ευκαιρία. Απευθύνθηκε στη ζωγραφιά του παρακαλώντας την να ξαναμιλήσει. Την ικέτευσε. Έπεσε στα γόνατα. Ο Νίκος τον ειρωνεύτηκε. Αρκετοί φίλοι του, γέλασαν. Εκείνος άρχισε να κλαίει. Μια φωνή από το πλήθος τον υπερασπίστηκε ότι μάλλον είχε κουραστεί πολύ και το μυαλό του λειτουργούσε περίεργα,αλλά σύντομα θα ήταν και πάλι καλά. Ο Φώτης κοίταξε απελπισμένος τα παιδιά. Αισθάνθηκε ξαφνικά ότι ποτέ δεν τους ένωνε τίποτα κοινό. Ήταν άνθρωποι βρωμεροί. Κι αυτός εύθραυστος σαν το μυρμήγκι μπροστά στην αρβύλα. Ο Νίκος προσποιήθηκε ειρωνικά ότι είχε πλέον πειστεί. Στάθηκε μπροστά από τον πίνακα και άρχισε να υποκρίνεται μια φανταστική συνομιλία με το πρόσωπο κατά την οποία το προέτρεπε να πάει στην αστυνομία, με ή χωρίς τον πίνακα,για να δώσει κατάθεση χώνοντας στη φυλακή τους φονιάδες του.  Κι ότι δεν ωφελούσε σε τίποτε να το αποφεύγει. Όσο πιο γρήγορα γινόταν τόσο το καλύτερο. “Εντάξει; Θα πάει;” ρώτησε ένα παιδί. Ο Νίκος γύρισε την πλάτη του στον πίνακα και τους ανακοίνωσε έκπληκτος ότι τόσο φλύαρο φάντασμα δεν είχε ξαναδεί.

Ξάφνου ένιωσε κάτι να του τυλίγει το λαιμό. Το ύφος του άλλαξε με τον πιο βίαιο τρόπο. Το ίδιο και των υπολοίπων. Ο Φώτης αντίθετα ξέσπασε σε ένα άγριο γέλιο. Το χέρι του δασκάλου είχε βγει μέσα από τον πίνακα και κράταγε σφιχτά τον λαιμό του Νίκου. Μια φωνή βουτηγμένη στο θυμό και την οργή ούρλιαξε στο αυτί του νεαρού ότι ήταν το πιο κακομαθημένο και άτακτο αλητάκι που είχε γνωρίσει ποτέ του και ότι δε σεβόταν ούτε τους νεκρούς. Είπε κι άλλα λόγια εξίσου φορτισμένα. Το σώμα του Νίκου παλλόταν αλλόκοτα από τον πανικό. Όταν κάποια στιγμή το πνεύμα ηρέμησε,έκλεισε την επίπληξη λέγοντάς του να του γίνουν μάθημα όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ και πως με μια πιο σωστή εκπαίδευση θα γινόταν ένα χρήσιμο μέλος για την κοινωνία. Έπειτα έκανε παύση. Ξαναμίλησε με χαρούμενο τόνο λέγοντας στον Νίκο ότι παρ' όλα αυτά η ιδέα του ήταν πολύ καλή. Ότι θα πήγαινε στην αστυνομία αύριο κιόλας να καταθέσει και να παραδώσει στη δικαιοσύνη τους δολοφόνους του. Τους πρότεινε μάλιστα το επόμενο πρωί να πάρουν μαζί τους τον πίνακα με το πρόσωπό του και να τον μεταφέρουν στο τμήμα. Ο Φώτης τον διαβεβαίωσε ότι έτσι ακριβώς θα γίνει,ενώ ο Νίκος σωριαζόταν στο πάτωμα άσπρος σαν το πτώμα.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Ο ταξιδιώτης

Ο βασιλιάς συγκέντρωσε τριγύρω του τις τρεις του θυγατέρες. Τους είπε ότι θα έφευγε για ένα μεγάλο ταξίδι. Ότι θα έλειπε για χρόνια. Αλλά, όταν επέστρεφε, θα έφερνε στην καθεμιά τους από ένα δώρο. Η πρώτη, η πιο μοχθηρή κι ανασφαλής, ζήτησε ένα πνεύμα. Ένα πνεύμα παντοδύναμο, αλλά και αδίστακτο μπροστά στο καθετί, καλό ή κακό, που θα του ζητούσε ο ιδιοκτήτης του. Η δεύτερη, η πιο ματαιόδοξη, του ζήτησε μια φημισμένη αλοιφή που λέγανε ότι ήταν τόσο μαγική που σε έκανε να δείχνεις για πάντα νέος ή νέα. Η τρίτη κόρη όμως, η μικρότερη, ήταν η πιο φιλοσοφημένη απ' όλες. ¨Εγώ θέλω εσένα¨, του είπε. ¨Εσύ θα 'σαι το δώρο μου¨. Οι άλλες δυο την αγριοκοίταξαν γιατί τις έκανε να φανούν άκαρδες και σκληρόπετσες και τις εξέθεσε. Ο βασιλιάς αναχώρησε από τη χώρα.

Πέντε χρόνια ήταν άφαντος και κανείς δεν είχε μάθει νέα του. Οι δύο κόρες κακομεταχειρίζονταν την μικρότερη. 
Την μαστίγωναν, την έδερναν και βάλανε έναν χωρικό να τη βιάσει. Ο βιασμός απέτυχε, διότι το παιδί απεδείχθη διαολάκι, καθώς τον ευνούχισε μ' ένα σπαθί του πατέρα της. Βέβαια ήταν τέτοια η τρομάρα που πήρε, που από τότε και στο εξής φοβόταν ακόμα και τη σκιά της.

Στο τέλος αυτών των πέντε σκοτεινών ετών, αγγελιοφόρος είπε ότι ο πατέρας τους βρισκόταν ήδη καθ' οδόν για το βασίλειό του. Είχε κιόλας περάσει τα σύνορα. Παρ' όλα αυτά, την άλλη μέρα, έφτασε στο παλάτι ένα ξύλινο κιβώτιο, το οποίο περιείχε τα δώρα του βασιλιά, αλλά ο ίδιος δεν ήρθε. Και το πιο παράδοξο είναι ότι δεν ήρθε ούτε την επόμενη μέρα ούτε τη μεθεπόμενη. Όπως και να 'χε, οι δυο μεγάλες κόρες ήταν απόλυτα χαρούμενες γιατί ό,τι θέλανε το είχαν. Η ματαιόδοξη κόρη πήρε την κρέμα της και πασάλειψε μ' αυτήν όχι μόνο το πρόσωπο, αλλά και ολόκληρο το σώμα, από την κορυφή ως τα νύχια. “Τώρα θα μείνω για πάντα όμορφη και ποθητή”, είπε και σήκωσε τη μύτη της ακόμα πιο ψηλά. Η άλλη κόρη βρήκε μέσα στο κιβώτιο, δίπλα στο κουτί με την κρέμα, ένα δαχτυλίδι με πετράδι μαύρο. Μάντεψε ότι επρόκειτο για το σπίτι του πνεύματος κι έτσι το φόρεσε στο χέρι της. Η μικρή, μόλις το είδε, ανατρίχιασε. 

Το ίδιο βράδυ, όταν οι τρεις κόρες κατέβηκαν από τα δωμάτιά τους για να δειπνήσουν, η μικρή παρατήρησε έντρομη ότι το βλέμμα της κόρης με το δαχτυλίδι είχε παραμορφωθεί τερατωδώς. Τα μάτια της ήτανε φιδίσια. Η φωνή της έμοιαζε με ζώου, αλλά συγχρόνως ψιθυριστή. Ενώ τρώγανε, ανακοίνωσε στις άλλες δύο ότι κάποια τους είχε κλέψει ένα από τα φορέματά της. Κι ότι η κλέφτρα θα βρισκόταν σύντομα στο μπουντρούμι. Αμέσως μετά, διέταξε τους φρουρούς να ψάξουν τα δωμάτια. Η μικρή ήταν σίγουρη για την καταδίκη της. Ενώ εξακολουθούσαν να τρώνε, ένας φρουρός άρχισε να φωνάζει ότι το φόρεμα βρέθηκε. Η κόρη με το δαχτυλίδι διέταξε να συλληφθεί η ένοχος. Έτσι, οι φρουροί άρπαξαν απ΄ τα χέρια κι απ΄ τα πόδια την ματαιόδοξη κόρη και την οδήγησαν στο μπουντρούμι. Η μικρή είχε μείνει άναυδη. Κοίταξε μπερδεμένη την αδερφή της. Την επόμενη στιγμή, άκουσε μέσα στο κεφάλι της την αλλοιωμένη φωνή της να λέει ¨ο θρόνος είναι δικός μου!¨. Το παιδί ανέβηκε στο δωμάτιό του με προσποιητή ηρεμία και εσωτερική ασφάλεια και κλειδώθηκε εκεί μέχρι να ξημερώσει. 

Πέρασε μια βδομάδα κατά την οποία η μικρή κόρη υποκρινόταν την υπάκουη και την πιστή απέναντι στην αδερφή της που είχε αρχίσει ν' ανάβει τα κεριά και να γεμίζει τα ποτηριά μόνο με τη σκέψη της. Κάποια στιγμή, το παιδί δοκίμασε να πιεί από το μυστηριώδες περιεχόμενο. Δεν ήταν κρασί. Μα ούτε και κάποιο άλλο γνωστό πότο. Είχε μια γεύση περίεργη. Ένα βράδυ, απ' τα μπουντρούμια έφτασε μια κραυγή τόσο εφιαλτική και φρικώδης που οι φρουροί έτρεξαν έντρομοι για να βρουν την κρατούμενη σε μια κατάσταση που ο μεγαλύτερος ιατροδικαστής θα έχανε τα λογικά του. Με μάτια ορθάνοιχτα την παρακολούθησαν μέχρι ν' αφήσει την τελευταία της πνοή. Ο θάνατος οφειλόταν, σύμφωνα με τη μελέτη της σορού, μάλλον στην παράξενη αλοιφή. Η κόρη με το δαχτυλίδι διέταξε το πτώμα να ριχτεί στην πυρά. Από την άλλη μέρα κι έπειτα, η μικρή είχε τρομοκρατηθεί. Κι αυτό διότι η αδερφή της, την κοιτούσε με βλέμμα αινιγματικό. Το δίχως άλλο, κάτι είχε στο μυαλό να της κάνει.

Ώρα νυκτός και ενώ η μικρή κοιμότανε κλειδαμπαρωμένη στο δωμάτιο της, το κλειδί γύρισε από μόνο του και τελικώς η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Μια σκιά εισχώρησε στο εσωτερικό του δωματίου που δεν θύμιζε τίποτα το ανθρώπινο. Όταν η σκιά αυτή άγγιξε το παιδί, εκείνο πετάχτηκε όρθιο με μάτια βουρκωμένα. Μπροστά της βρισκόταν ό,τι είχε απομείνει από την αδερφή της ενσωματωμένο σε μια φρικωδία δίχως προηγούμενο. Μια κατάμαυρη μάζα με δυο κόκκινες τρύπες στην κορυφή την κοίταζε και τη ζύγωνε όλο και πιο πολύ. Η μικρή προσπάθησε να τρέξει. Αλλά ολόκληρό της το κορμί είχε παραλύσει. Το τέρας βρυχήθηκε. Με μια κίνηση την άρπαξε απ' τα μαλλιά και την σήκωσε στον αέρα. Ξαφνικά, από τις πιο σκιώδεις γωνιές αυτού του δωματίου ξεπρόβαλε μια άλλη μορφή. Υλική και συγχρόνως άυλη. Πλησίασε με βήμα αργό. Ήταν ένας άντρας λευκός σαν το πανί και με δυο μαύρες τρύπες στη θέση των ματιών του. Η μικρή κόρη άφησε ένα μεγάλο δάκρυ να κυλίσει σαν ποτάμι σε κοιλάδα. Ήταν ο πατέρας της. Είχε φέρει το δώρο που του είχε ζητήσει. Ακούμπησε με το χέρι του την κεφαλή του θηρίου κι εκείνο διαλύθηκε μεμιάς σε μύρια μαύρα κοράκια. Πήρε στα χέρια του την κόρη του και την μετέφερε στο κρεβάτι. Εκείνη δε φοβότανε. Την σκέπασε με την κουβέρτα και το βασανισμένο του κορμί αναπαύτηκε στο πλάι της ενώ αυτός της τραγουδούσε νανουρίσματα που είχε χρόνια να ακούσει. Οι φρουροί έτρεξαν, αλλά δεν βρήκαν παρά μόνο το παιδί να τραγουδάει ξαπλωμένο ένα τραγούδι παιδικό που κάπου το 'χαν ξανακούσει.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Γενέθλια

Πόσες βδομάδες αγωνίας, άγχους και ιδρώτα του πήρε για να το κάνει, ούτε που θυμόταν. Από κάποιο σημείο και μετά, η αίσθηση είχε χαθεί. Κι όμως τώρα νάτο το αριστούργημά του, απέναντί του να τον κοιτάζει και να περιμένει σιωπηλό. Ποτέ δεν πίστευε ότι θα έφτανε τόσο ψηλά. Ποτέ ότι θα ζούσε τόσο μεγάλη συγκίνηση. Ότι θα έπλαθε με τα ίδια του τα χέρια το τελειότερο δημιούργημα που γέννησε ποτέ η πλάση. Και το πιο γλυκό. Ποτέ δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τον εαυτό του, ούτε τον αγαπούσε όμως.Κι αυτό συνέβαινε ίσως επειδή άφηνε τη γνώμη των άλλων για το άτομό του να επηρεάσει τη δική του. Ίσως όμως να ίσχυε και το άλλο. Ότι τελικά όλοι αυτοί οι εχθρικοί φορείς
μίσους και αηδίας είχαν κάθε λόγο να τον σιχαίνονται και να μην τον εμπιστεύονται.

Στα 20 του διέπραξε την πρώτη του ληστεία. Ενώ πήγαινε να φύγει, ένας χοντρός ταξιτζής  είχε πέσει πάνω του προκειμένου να τον σταματήσει. Εκείνος τα 'χασε. Άκουγε τις σειρήνες να πλησιάζουν και δεν μπορούσε,  όσο κι αν πάλευε,να μετακινήσει τον πελώριο όγκο από μπροστά του. Το μυαλό του θόλωσε. Η λύση που υπήρχε ήταν ό,τι πιο σκοτεινό φώλιαζε μέσα στο μυαλό του. Άλλοτε τον γοήτευε, άλλοτε τον αρρώσταινε.  Μα πάντα το ένιωθε να παλεύει να βγει έξω. Έστρεψε το πιστόλι στον ταξιτζή και τον εκτέλεσε με μια σφαίρα στο πρόσωπο. Άρχισε να τρέχει. Οι σειρήνες σταδιακά σίγησαν. Αυτός όμως συνέχισε να τις ακούει. Τα βράδια που πλάγιαζε στο αδειανό κρεβάτι και το σκοτάδι κάλυπτε τον κόσμο γύρω του. Όταν υπήρχε σκοτάδι κι ησυχία, μια εικόνα ερχόταν συνεχώς μπροστά του. Το πρόσωπο του ταξιτζή βουτηγμένο στα αίματα. Ένα πρωινό, εκεί που ετοίμαζε το πρωινό του, άρχισε και πάλι ν' ακούει τις σειρήνες. Προσπάθησε να το αγνοήσει. Η ένταση του ήχου δυνάμωνε και τότε του ήρθε στο μυαλό το τηλέφωνο ενός ψυχιάτρου που είχε πέσει στα χέρια του. Ξαφνικά η πόρτα έσπασε και δυο πάνοπλοι συνάδελφοί του οι οποίοι όμως φορούσαν στολές όρμηξαν μες στο σπίτι. Όταν βρέθηκαν μπροστά του, άρχισε να τρέμει  ολόκληρος. Δάκρυα χάραξαν το πρόσωπό του. Τον πέταξαν με δύναμη στο πάτωμα και του φόρεσαν τις χειροπέδες, ενώ ο ένας τους τον πατούσε στην πλάτη. Η ντροπή του ήταν αβάσταχτη τους επόμενους μήνες. Οι κάμερες. Οι δημοσιογράφοι. Τα οργισμένα πλήθη που επιχειρούσαν να έρθουν πιό κοντά του... Πέρασε τα επόμενα δέκα  χρόνια στη φυλακή. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφαγε ξύλο ή που απειλήθηκε η ίδια του η ζωή. 

Βγήκε κάποτε και νόμιζε ότι πλέον όλα θα ξανάρχιζαν από την αρχή. Το καυσαέριο του φάνηκε σαν να χε βγει από το μεγαλύτερο αρωματοποιείο. Χαμογέλασε. Περπάτησε για λίγο στην πόλη. Δεν άργησε να συναντήσει τον πρώτο του καθρέφτη. Έναν ηλικιωμένο άντρα που, στη θέα του, απομακρύνθηκε γρήγορα κοιτάζοντάς τον λες κι ήταν τέρας. Προσπάθησε να το προσπεράσει ως ένα μεμονωμένο γεγονός και να πάει παρακάτω. Τελικά όμως δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί. Ήταν ολόκληρη η πόλη. Από εκείνη τη μέρα, κλείστηκε σε μια άλλη φυλακή, το ίδιο του το σπίτι. Δεν τολμούσε να βγει ούτε στο μπαλκόνι. Παντού υπήρχε κάποιο πρόσωπο να του πει πως ήταν τέρας. Τα βλέμματά τους τον δολοφονούσαν αργά και βασανιστικά. Τουλάχιστον το θύμα του είχε πεθάνει γρήγορα. Ο μεγαλύτερος εφιάλτης που τον στοίχειωνε σε κάθε του βήμα εκτός σπιτιού,ήταν αυτός της αυτοδικίας. Ίδρωνε όταν ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον συμπολίτη, όποιος κι αν ήταν αυτός. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η επίθεση με πέτρες που δέχθηκε από μια παρέα νεαρών.
Έπαθε τέτοιο κλονισμό που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη πανιασμένος από τον φόβο του. 

Πήγε στο χωριό να βρει τον πατέρα του. Τρεις ώρες ασφυξίας πέρασε στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. 'Όταν ο οξύθυμος ταξιτζής ύψωνε τη φωνή του, αισθανόταν ότι του βγαίνει η ψυχή. Στο ραδιόφωνο μίλησαν για το αποτρόπαιο έγκλημα που είχε γίνει δέκα χρόνια πριν έξω από μια τράπεζα και πραγματικά του ήρθε να ουρλιάξει όταν ο ταξιτζής σχολίασε λέγοντας "άμα τον είχα μπροστά μου,θα τον έσκιζα στα δύο". Όταν έφτασε στο χωριό, βγήκε απ το ταξί σαν άρρωστος. 
Βάδισε αργά και με τρεμάμενα βήματα προς το σπίτι του πατέρα του. Από τις ελάχιστες οπτικές επαφές που πραγματοποιήθηκαν αισθάνθηκε την ανακούφιση να τον πλημμυρίζει. Γιατί εκεί οι άνθρωποι δεν τον ήξεραν. Δεν ήξεραν ποιός ήταν. Και ποιά ήταν η ιστορία του. Κάποτε βρέθηκε μέσα σ' ένα σαλόνι να περιμένει τη συνάντηση που τόσο λαχταρούσε. Ο πατέρας του είχε πάει για ψώνια και τον είχε υποδεχθεί ένας άλλος, φιλοξενούμενος απ΄ ότι κατάλαβε. Καθόταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι και το μυαλό του είχε αδειάσει. Δεν υπήρχε πλέον απειλή, ήταν σίγουρος. Γιατί ο άνθρωπος αυτός που τον είχε φέρει στον κόσμο δε θα του θύμωνε ποτέ. Και ούτε κατά διάνοια δεν θα τον έβριζε και δεν θα τον χτυπούσε. Κάτι βαθιά μέσα του, του έλεγε ότι, όπως τόσες και τόσες φορές τον είχε συγχωρήσει, έτσι θα έκανε και τώρα. Ότι κι αν συνέβαινε, του είχε πει,θα τον αγαπούσε. Τα λεπτά κύλησαν προτού το καταλάβει. Η πόρτα άνοιξε και στο άνοιγμά της στάθηκε ο πατέρας του. Εκείνος σηκώθηκε από την πολυθρόνα και τον πλησίασε μ' ένα χαμόγελο. Το οποίο όμως έσβησε αμέσως. Γιατί ο πατέρας τον κάρφωσε με ένα βλέμμα φόβου και μίσους. "Φύγε από δω μέσα, τέρας! Τέρας,θα σε πετάξω στη φωτιά!", ούρλιαξε. Όλα όσα ακολούθησαν εκείνο το πρωινό φρίκης θα κατοικούσαν πάντα στο μυαλό και την ψυχή του σαν μια καταιγίδα θολών εικόνων. 

Όλα αυτά όμως ήταν πλέον παρελθόν. Εκείνη τη στιγμή, είχε απέναντί του το ίδιο του το παιδί. Οκτώ, ίσως και περισσότερες, εβδομάδες ταλαιπωρίας δεν είχαν πάει τζάμπα. Στη στράτα βρισκόταν ένα μωράκι διαφορετικό από τα άλλα. Και σήμερα είχε τα πρώτα του γενέθλια. Κι εκείνος όμως είχε τα γενέθλιά του. Το ψύχος της μοναξιάς και της εχθρότητας τον είχε αφήσει από τη στιγμή που το μωρό άνοιξε τα μάτια του. Επιτέλους, ένα πλάσμα που δε θα τον σιχαινόταν και δε θα τον μισούσε. Ένα, σαν κι αυτόν, τέρας! Άπλωσε το πλοκάμι του και το τύλιξε γύρω από το μπιμπερό με το γατίσιο αίμα. Το είχε ανάγκη για να γίνει μεγάλος και δυνατός. Την επομένη, θα το έβαζε σ' ένα καλάθι και θα το πήγαινε στην κορυφή του βουνού. Εκεί, θα το έπαιρνε αγκαλιά και θα του διηγόταν την ιστορία του. Μια ιστορία αίματος, πόνου, απελπισίας και τρόμου. Αλλά και μια ιστορία ελπίδας, δύναμης, αγάπης και λύτρωσης. Ο ήρωάς μας δάκρυσε κοιτάζοντας το σπλάχνο του. Του χάιδεψε το κεφάλι. Κι εκείνο τον κοίταξε με βλέμμα απόλυτης αποστροφής.

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Οι μάσκες

Η Μαρία είχε αγοράσει δυο μάσκες. Κανονικά μια θα φορούσε, αλλά δεν είχε αποφασίσει ποια ήταν η πιο τρομακτική. Τις είχε ακουμπισμένες επάνω στο γραφείο της τη μια δίπλα στην άλλη και τις κοιτούσε διαρκώς με όλο και αυξανόμενο προβληματισμό. Απάντηση δεν μπορούσε να βρει.

Η μάσκα του ξωτικού ήταν ύπουλα ανατριχιαστική σε αντίθεση με αυτή του λυκανθρώπου που βρυχόταν και έδειχνε τα δόντια της. 

Σε φόβιζε, άλλα δεν μπορούσες να καταλάβεις πως το έκανε. Αυτήν θα επέλεγε εάν η φάρσα της επρόκειτο να γίνει εναντίον σκεπτόμενων ατόμων. 
Ο μέσος άνθρωπος, όμως, ήξερε καλά πως προτιμούσε τα "πυροτεχνήματα", τόσο στον τρόμο όσο και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς.

Εξέφραζε δυνατά τις σκέψεις της κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι μάσκες να τις ακούνε. Όσο φούσκωνε από υπερηφάνεια η μάσκα του λυκανθρώπου επειδή μάλλον τελικά αυτήν θα επέλεγε, άλλο τόσο έσφιγγε τα δόντια της με οργή αυτή του ξωτικού νιώθοντας την αδικία στο πετσί της.

Ο λυκάνθρωπος δε δίσταζε να ικανοποιεί τον εγωισμό και την αλαζονεία του σε εικοσιτετράωρη βάση διαταράσσοντας την ψυχική γαλήνη του ξωτικού με ειρωνείες και πειράγματα που είχαν σαν στόχο να το μειώσουν. Το ξωτικό ήξερε ότι κατά βάθος ο αντίπαλός του το ζήλευε, γιατί γνώριζε ότι τον επέλεγαν λόγω ευνοϊκών συνθηκών και όχι επειδή πραγματικά το άξιζε. Σύντομα το ξωτικό δεν μπορούσε να αμύνεται σιωπηλά στις επιθέσεις. 
Έτσι, άρχισε να απαντάει.

Κάποια μέρα, μην αντέχοντας άλλο αυτή την κατάσταση ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αποφάσισαν να κάνουν ένα είδος μονομαχίας. Να προσπαθήσουν να νικήσουν στην πράξη ο ένας τον άλλο πραγματοποιώντας επίθεση τρόμου στην ιδιοκτήτριά τους, η οποία εξάλλου ήταν και η υπεύθυνη για όλη αυτή την κατάσταση. Θα την τρομάζανε βάζοντας όλη τους την τέχνη και προσπαθώντας να της προξενήσουν όσο μεγαλύτερη ζημιά γινόταν.

Έτσι, όταν αργά το απόγευμα η Μαρία επέστρεψε στο σπίτι της, η μάσκα του λυκανθρώπου την περίμενε πίσω από την πόρτα μες στο πηχτό σκοτάδι. Χύμηξε πάνω της με τέτοια αγριότητα που η Μαρία λιποθύμησε. Ο λυκάνθρωπος αισθάνθηκε ότι ξεπέρασε τα όρια, άλλα δεν ένιωσε καθόλου άσχημα. Του άρεσε που εκδικούνταν μ' αυτό τον τρόπο το μήλο της έριδος. Ο θυμός του είχε εκτονωθεί λιγάκι.

Μόλις η Μαρία άρχισε να συνέρχεται, το ξωτικό στάθηκε ακριβώς από πάνω της. Κόλλησε τη μούρη του επάνω στη δική της και η γλώσσα του όρμηξε στο πρόσωπό της.
Η Μαρία ούρλιαξε και χτύπησε με το χέρι της τη μάσκα. Στη συνέχεια, πετάχτηκε όρθια φωνάζοντας και κλαίγοντας. Έτρεξε στην τουαλέτα, σκεπτόμενη ότι εκεί είχε το σπρέι για τα μαλλιά της το οποίο ίσως μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν όπλο εναντίον των πλασμάτων. Μπήκε μέσα και έκλεισε δυνατά την πόρτα πίσω της. Την κλείδωσε κιόλας.

Πήγε στον νιπτήρα και έβαλε το πρόσωπό της κάτω από τη βρύση. Καθώς το νερό έπεφτε πάνω της παγωμένο, επέστρεφε η ψυχραιμία της και η λογική. Ηρεμούσε. 
Ξαφνικά όμως η μάσκα του λυκανθρώπου που βρισκόταν μαζί της στην τουαλέτα χωρίς να την έχει πάρει είδηση, της επιτέθηκε από πίσω, πιέζοντάς της το κεφάλι μέσα στον γεμάτο νερό νεροχύτη. Η Μαρία δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Η δύναμη που της ασκούσε ήταν πολύ μεγάλη. Ένιωσε να πνίγεται. Πάλευε να γλιτώσει αλλά μάταια. Το οξυγόνο της τελείωνε και από στιγμή σε στιγμή θα εισέπνεε νερό. Τότε ήταν που η μάσκα ελάττωσε την πίεση και υποχώρησε γρυλίζοντας ευχαριστημένη, καθώς η κοπέλα σωριαζόταν κάτω μούσκεμα με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή.

Μέχρι στιγμής, ο λυκάνθρωπος προηγούνταν και η μάσκα του ξωτικού δεν ήθελε να χάσει τον αγώνα. Αποφάσισε ότι έπρεπε να την σκοτώσει με την τρομάρα που θα της έδινε. Μόνο έτσι θα διόρθωνε την μεγάλη ζημιά που είχε υποστεί η αυτοεκτίμησή του,
λόγω αυτής της ιστορίας. Άρχισε να φουσκώνει. Φούσκωνε διαρκώς. Όλο και πιο πολύ. Ήθελε να γίνει όσο πιο μεγάλη μπορούσε.

Ο λυκάνθρωπος περίμενε την Μαρία κρυμμένος και, όταν αυτή βγήκε από την τουαλέτα κρατώντας στα χέρια της ένα ψαλίδι, την ακολούθησε χωρίς να γίνει αντιληπτός.
Η γυναίκα άρχισε να ψάχνει το σπίτι. Έμπαινε σε κάθε σκοτεινό δωμάτιο με τρομερή αγωνία και άναβε τα φώτα αστραπιαία. 
Η καρδιά της κόντευε να εκραγεί. Παλλόταν σαν τρελή μες στο στήθος της.

Ο λυκάνθρωπος ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά να την ξεκάνει. Μόνο έτσι θα νικούσε την άλλη μάσκα, μια για πάντα. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή. Οι κινήσεις του ήταν μελετημένες πάρα πολύ προσεκτικά. Έπρεπε να χτυπήσει δυνατά. 
Να την θερίσει.

Η Μαρία έφτασε στη μεγάλη της κάμαρα και στάθηκε ακίνητη στο σκοτάδι. Ένιωθε μάζες αέρα να πέφτουν πάνω της, εμποδίζοντάς την σχεδόν να αναπνεύσει. Κι όμως. Η μπαλκονόπορτα ήταν κλειστή. Γεμάτη περιέργεια, άναψε το φως και βρέθηκε μπροστά σε ένα θέαμα που την έκανε να γίνει κάτασπρη από το φόβο της.
Η μάσκα του ξωτικού είχε γίνει τεράστια.
Γέμιζε ολόκληρο το δωμάτιο. Η γυναίκα αισθάνθηκε την αναπνοή της να κόβεται. Το ξωτικό της χαμογέλασε με τα σαπισμένα του δόντια. Την κοίταξε εκφράζοντας στο βλέμμα του όλο το μίσος που είχε μέσα της η κατάμαυρή του ψυχή.

Η Μαρία προσπάθησε να τρέξει, αλλά ένιωσε τα πόδια της να κόβονται και έπεσε στο πάτωμα. Έμεινε να κοιτάζει τη μάσκα με το αίμα παγωμένο. Την επόμενη στιγμή, η μάσκα του λυκανθρώπου πετάχτηκε πάνω της και την δάγκωσε στο σβέρκο. 
Η Μαρία ούρλιαξε με τρόμο και έπειτα σωριάστηκε κάτω νεκρή. 
Η καρδιά της δεν είχε καταφέρει να αντέξει.

Οι δυο μάσκες στάθηκαν η μια απέναντι στην άλλη και κοιτάχτηκαν με βλέμμα θανάσιμο. Η μάσκα του λυκανθρώπου ζήτησε από αυτή του ξωτικού να παραδεχθεί την ήττα της. 
Εκείνη όμως της απάντησε με φωνή που έσταζε φαρμάκι ότι χωρίς την δική της επίθεση τίποτα δε θα είχε γίνει. Αυτή είχε νικήσει. Η άλλη ήταν ένα τίποτα. Ένα μηδενικό. Ένα σκουπίδι. Κοίταξαν με μίσος που ξεχείλιζε από τα μάτια τους η μια την άλλη και όρμηξαν με λύσσα.

Η μάσκα του λυκανθρώπου έκανε κομμάτια αυτήν του ξωτικού μην καταφέρνοντας ωστόσο να αποτρέψει την θανάσιμη αιμορραγία που της προκλήθηκε, όταν η μάσκα του ξωτικού την πλάκωσε. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και όπως σε κάθε πόλεμο δεν υπήρχε νίκη. Μόνο θάνατος.

Αντώνης Μπούζας

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Χρώμα

Υπήρχε κάποτε ένας καλλιτέχνης των Κόμικς ,ο οποίος σχεδίαζε διάφορες μορφές στο τετράδιό του. Μορφές από άλλους κόσμους, ιδανικές. Ο καλλιτέχνης όμως δεν τις φρόντιζε ιδιαίτερα. Τουλάχιστον όχι έτσι, όπως θα έπρεπε. Το σημαντικότερο πράγμα που τους στερούσε ήταν το χρώμα.
Πολλές εξ αυτών βασανίζονταν διαρκώς από αυτό το παράπονο . Συζητούσαν μεταξύ τους και προσπαθούσαν να σκεφτούν μια λύση στο μεγάλο τους πρόβλημα. Ανάμεσά τους υπήρχε η φιγούρα ενός αστροναύτη, η οποία συχνά τους πρότεινε να δραπετεύσουν από το τετράδιο του δημιουργού τους και να αναζητήσουν την λύτρωση πέρα από τα σύνορα της πραγματικότητας που είχαν συνηθίσει. Καμιά δεν ήθελε να την ακούσει. Την χαρακτήριζαν τρελή. Ίσως και να ήταν. Η ίδια όμως το είχε πάρει απόφαση ότι δεν θα έμενε για πολύ εκεί.
Και ένα πρωινό, πριν ξυπνήσει ο καλλιτέχνης, πριν ξυπνήσει και ούτε μια από τις υπόλοιπες μορφές, η φιγούρα του αστροναύτη έδωσε ένα σάλτο και πήδηξε έξω από το ανοιχτό τετράδιο.
Κοίταξε πίσω της με περηφάνια και ανακούφιση. Ίσως και λίγη θλίψη, μιας και εκείνη τη στιγμή αποχαιρετούσε ίσως και για πάντα το σπίτι της, άλλα και την οικογένειά της.
Έπειτα, έστρεψε το πρόσωπό της προς τα εμπρός και προχώρησε.
Αναρωτιόταν που θα μπορούσε να βρει αυτό που τόσο λαχταρούσε, λίγο χρώμα για να βάψει το λευκό κορμί της. Ήταν πραγματικά μεγάλη ντροπή να υπάρχει σε έναν κόσμο χρωμάτων με το πιο απαξιωμένο από όλους χρώμα.
Περπατούσε από δω κι από κει μες στο δωμάτιο του νεαρού σκιτσογράφου, παρατηρώντας προσεκτικά τριγύρω της και προσπαθώντας να ανακαλύψει τη δική της Ιθάκη.
Κάποτε,παρατήρησε τους μεγάλους μαρκαδόρους που δέσποζαν απάνω στο γραφείο, μέσα σε φλιτζάνια του καφέ όπου και τους αναζητούσε ο καλλιτέχνης, όποτε τους χρειαζότανε, αν τους χρειαζότανε ποτέ. Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Αυτή ήταν η λύση. Είχε ήδη φτάσει στον προορισμό της.
Σκαρφάλωσε στην επιφάνεια του γραφείου. Ευθύς έφτασαν στ' αυτιά της τα χαχανητά των διαφόρων παρατηρητών της τιποτένιας της όψης. Μαρκαδόροι, μολύβια, βιβλία, και μια σελίδα, λευκή κάτω από άλλες περιστάσεις, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση στολισμένη με μια μεγάλη μουτζούρα . Όλοι αυτοί γελούσαν εις βάρος της.
Τους αγνόησε επιδεικτικά, επιδιώκοντας έτσι να πάρει μια μικρή εκδίκηση, και πλησίασε έναν ανοιχτό γαλάζιο μαρκαδόρο που είχε ξαπλώσει σε μια γωνιά και ο οποίος, όλως παραδόξως, δεν γελούσε.
Του ζήτησε να την βάψει. Το γαλάζιο ήταν το χρώμα των ονείρων της. Δεν υπήρχε περίπτωση, σκεφτόταν, να της αρνηθεί. Τι θα του κόστιζε εξάλλου;
Ο μαρκαδόρος όμως παρέμεινε σιωπηλός. Η φιγούρα του αστροναύτη επανέλαβε με δυνατότερη φωνή. Τότε ο μαρκαδόρος την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε την μεγαλύτερη περιφρόνηση που θα μπορούσε να υπάρξει και είπε απλά ότι δεν ήταν διατεθειμένος να ξοδέψει έστω και λίγο από το πολύτιμο χρώμα του για κείνη.
Η φιγούρα ένιωσε να της κόβονται τα πόδια. Με το κεφάλι σκυμμένο τράπηκε σε φυγή. Άκουσε πίσω της τα γέλια και τις κοροϊδίες για τελευταία φορά και κατέβηκε σχεδόν κουτρουβαλώντας από το μέρος εκείνο που θύμιζε κολαστήριο. Κατά βάθος όμως ήξερε ότι το κολαστήριο το κουβαλούσε μέσα της.
Η φιγούρα έμεινε ξαπλωμένη με το πρόσωπό της χωμένο στην επιφάνεια του χαλιού να κλαίει με λυγμούς. Με τι μεγάλη κατάρα την είχε φορτώσει ο δημιουργός της; Μήπως τελικά θα ήταν καλύτερο για κείνη να είχε μείνει στο τετράδιο μαζί με τους όμοιούς της; εξάλλου, σε έναν κόσμο μετριότητας, ο μέτριος δεν είναι πιο κάτω από τους άλλους.
Ενώ έκλαιγε, άκουσε κάτι να κινείται δίπλα της. Πετάχτηκε όρθια και αντίκρισε μια τεράστια σκιά. Ερχόταν πάνω απ' το κρεβάτι.
Ήταν η σκιά του καλλιτέχνη. Αυτή δεν κοιμόταν, όπως ο ιδιοκτήτης της. Όταν αυτός απουσίαζε, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκείνη έκανε πάρτι. Δεν βρισκόταν πλέον κάτω από την εξουσία του.
Η φιγούρα έμεινε να την κοιτάζει σκεφτική. Το κλάμα της σταδιακά σταμάτησε. Μια τρελή ελπίδα γεννήθηκε μέσα στη ψυχή της.
Κάθισε και διηγήθηκε όλη την ιστορία της στη σκιά. Ύστερα τη ρώτησε αν ήταν εκείνη περήφανη για το χρώμα της που στη γλώσσα των καλλιτεχνών ήτανε σύμβολο όλων των σκοταδιών στον κόσμο και εάν θα ήταν διατεθειμένη να το αλλάξει με το δικό της.
Η σκιά την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Φυσικά και θα το έκανε, της αποκρίθηκε. Δεν το ήθελε πάνω της ούτε λεπτό πλέον. Απλά, εδώ και καιρό, το υπέμενε.
Η φιγούρα χάρηκε απίστευτα. Άρχισε να νιώθει πολύ πιο όμορφα απ' ότι ένιωθε πριν από λίγο.
Έδωσαν λοιπόν τα χέρια και πήραν η μια το χρώμα της άλλης.
Ενθουσιάστηκε η φιγούρα με το καινούργιο της χρώμα. Το οποίο δεν ήταν συνώνυμο της κενότητας και της μηδαμηνότητας, αλλά αντίθετα του φόβου και της δύναμης που αυτός μπορούσε να δώσει.
Δεν ήταν πια το μυρμήγκι, αλλά ο γίγαντας. Ο κυνηγός. Ο αφέντης.
Ανέβηκε επάνω στο γραφείο, αυτή τη φορά με άλλο αέρα. Τρομοκράτησε μέχρι θανάτου τον γαλάζιο μαρκαδόρο και όλους τους υπόλοιπους παρόντες.
Είχε τυφλωθεί απ' το μίσος. Έτρεξε σ' όλο το σπίτι. Παντού υπήρχαν υποψήφια θηράματα της μανίας του.
Στο τέλος της ημέρας, επέστρεψε πίσω στο τετράδιο να την θαυμάσουν οι παλιοί της σύντροφοι. Εκείνοι, μόλις την είδαν, φρίκη κυρίευσε το μυαλό τους. "Θεέ μου! είναι μολυσμένος! είναι μολυσμένος!", ξέσπασαν όλοι τους.
Η φιγούρα αναρωτήθηκε αν έπρεπε να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Ύστερα, κατάλαβε.
Δεν υπήρχε πια γι αυτήν σπίτι.
Τα λευκά πλάσματα την περικύκλωσαν. Την έδεσαν χειροπόδαρα και την περιέφεραν για ώρα, χλευάζοντάς την και γελώντας με κακία.
Σε μερικές ώρες, ήταν κιόλας νεκρή.

(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Το μαγικό μαξιλάρι

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ταξιδιώτης σταμάτησε σ΄ένα ξενοδοχείο για να περάσει τη νύχτα του. Ζήτησε το καλύτερο δωμάτιο κι ο ξενοδόχος τον χτύπησε στο ώμο, του χαμογέλασε πονηρά και του είπε ότι είναι πάρα πολύ τυχερός. Τον πήγε στο δωμάτιο 31. Μόλις μπήκε μέσα ο ταξιδιώτης  είδε ότι το δωμάτιο ήταν μικρό και στενό. Οι τοίχοι ήταν ξεβαμμένοι και πραγματικά απόρεσε τι το ξεχωριστό είχε αυτό το δωμάτιο. Ο ξενοδόχος του έδειξε το κρεβάτι, του είπε να ξαπλώσει να κοιμηθεί και να ονειρευτεί ότι επιθυμεί περισσότερο στη ζωή του. Του είπε ότι το μαξιλάρι είναι μαγικό κι ότι την άλλη μέρα κιόλας θα δει όλα τα όνειρα που θα έκανε να πραγματοποιούνται.
Ο ταξιδιώτης ήταν πολύ απογοητευμένος από τη ζωή του και είχε πάψει να πιστεύει στα θαύματα. Θεώρησε τον ξενοδόχο ουτοπιστή και ονειροπαρμένο, τον καληνύχτισε και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Στον ύπνο του είδε τη γυναίκα του που είχε χαθεί πριν από 15 χρόνια. Ήταν ξανά μαζί της και ήταν ευτυχισμένος. Είδε επίσης το άλογό του που πριν από λίγα χρόνια είχε αναγκαστεί να το σκοτώσει με μεγάλη λύπη. Είδε ακόμη ότι είχε κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία και ήταν πιο πλούσιος  κι από βασιλιάς. Είχε ένα μεγάλο ανάκτορο διακοσμημένο με αγάλματα από την αρχαία Ελληνική μυθολογία και υπηρέτες κυκλοφορούσαν συνεχώς κρατώντας πλούσια εδέσματα. Ζούσε σ΄αυτό το ανάκτορο με τη γυναίκα του και κάθε μέρα πήγαιναν βόλτα στη εξοχή με το πολυαγαπημένο του άλογο.
Το άλλο πρωί μόλις άνοιξε τα μάτια του άρχισε  σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τη φριχτή πραγματικότητα. Επανήλθε από τον κόσμο του ονείρου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και η δυσφορία τον κυρίευσε και πάλι.
Σηκώθηκε και κατέβηκε για να πάρει το πρωινό του. Εκεί που έτρωγε, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ο ξενοδόχος με μία έκφραση απελπισίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
- Κύριε, σας συμπάθησα πάρα πολύ χθες το βράδυ αλλά η υπομονή έχει και τα όριά της. Αυτό που συμβαίνει είναι άνω ποταμών. Θα σας ζητούσα να σηκωθείτε και να φύγετε αυτή τη στιγμή αλλά σέβομαι το ότι είστε άνθρωπος ταλαιπωρημένος.
- Αγαπητέ μου φίλε μου φάνηκες εκκεντρικός μεν αλλά καθόλου παράλογος ή κακός. Για πιο λόγο αυτή η επιθετική συμπεριφορά;
- Διότι το ξενοδοχείο μου δεν είναι στάβλος κι αν θέλετε πάτε στη ρεσεψιόν να δείτε.
Ο ήρωάς μας υπάκουσε και βρέθηκε μπροστά σ΄ένα θέαμα που του θύμισε άλλες εποχές. Έκπληκτος γεμάτος χαρά και με το δάκρυ να κυλάει ποτάμι βρισκόταν μπροστά στη σύζυγό του. Ήταν ντυμένη ακριβώς όπως πριν χαθεί και δίπλα της έστεκε το άλογό του. Αυτή τον κοίταξε και για μια στιγμή όλα πάγωσαν. Έμειναν να κοιτάζονται χαμένοι ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου.
-       Άλλαξες τόσο πολύ, αλλά τα μάτια σου, παρέμειναν ίδια σαν τα μάτια ενός μικρού παιδιού.
-       Και σένα ο χρόνος σε σημάδεψε όμως με τίποτα δεν μπορεί να σβήσει αυτό που έχω μέσα μου για σένα. Σου έλειψα;
-       Αν μου έλειψες; κάθε μέρα που περνούσε ήταν μια λευκή σελίδα, ήταν ένα τίποτα, ζούσα το παρελθόν και το παρόν για μένα δεν υπήρχε. Θέλω να χωθώ στην αγκαλιά σου, να κλάψω και να μείνω εκεί για πάντα.
-       Τώρα που βρεθήκαμε οι πληγές θα γιατρευτούν. Έλα αγάπη μου να σ΄αγκαλιάσω.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ανάμεσά τους ο ξενοδόχος.
-       Είδατε, έχω άδικο που είμαι τόσο συγχυσμένος;
Ο ταξιδιώτης τον καθησύχασε αποκαλύπτοντάς του ότι το όνειρο που είδε χθες το βράδυ πραγματοποιήθηκε, όπως κι ο ίδιος του είχε πει.
Στη συνέχεια ανέβηκε στο άλογο με τη γυναίκα του κι έφυγαν. Στον δρόμο η γυναίκα του, του αποκάλυψε ότι όλον αυτόν τον καιρό την φιλοξενούσε στο σπίτι του ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος που την είχε σαν κόρη του. Τώρα πλέον ο άνθρωπος αυτός είχε πεθάνει κι αυτή είχε κληρονομήσει όλη του την περιουσία.
Έτσι ο ήρωάς μας είδε και το υπόλοιπο του ονείρου του να εκπληρώνεται.
Τώρα πλέον κάλπαζαν γρήγορα και ο δρόμος μπροστά τους ήταν λαμπερός, το φως του ήλιου τους τύφλωνε και η ζέστη τους αγκάλιαζε.
Ήταν ευτυχισμένοι όσο ποτέ άλλοτε.
Ξαφνικά το ξυπνητήρι χτύπησε και τα γκρέμισε όλα.
Ο ταξιδιώτης ξύπνησε στο άθλιο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Όταν κατέβηκε στη ρεσεψιόν ρώτησε τον ξενοδόχο αν τελικά το μαξιλάρι ήταν όντως μαγικό.
Ο ξενοδόχος του χαμογέλασε όλο ντροπή και του είπε ότι στην πραγματικότητα αυτό είναι ένα κόλπο που εφηύρε για να προσελκύει τους πελάτες.

Ο ταξιδιώτης κατέβασε το κεφάλι και με βαριά καρδιά βγήκε έξω στον παγωμένο αέρα που σε χτυπάει αλύπητα μα σε λυτρώνει κιόλας.

(Αντώνης Μπούζας)