Έλεγε πως δε θυμόταν
κι όλο τη μνήμη του ρωτούσε.
Ήταν άραγε ψηλός;
Τυφλός τον καθρέφτη κοιτούσε.
Ανέβαινε σε ξυλοπόδαρα
εντύπωση να κάνει.
Είσαι κοντός, πολύ κοντός
του είχε πει η άλλη.
Κρυβότανε σε ρόλους.
Ντρεπόταν τους σπουδαίους.
Κι αυτοί όμως κρυβόντουσαν
κι ας κάναν τους γενναίους.
Κατά βάθος ήξερε.
Μα έπρεπε να βρει τα μάτια
που η κοντή του έκρυψε
στης δίψας τα ποτάμια.
Πόσο κοντός να ήτανε;
Τίποτα στον καθρέφτη.
Ήτανε μικροσκοπικός;
Ένας τον είπε ψεύτη.
Κουτούλησε σ' αεροπλάνο.
Το πέρασε για αναπτήρα.
Εμπιστευόταν κάθιδρος
κάθε ακριβό φωστήρα.
Κόκκινος από ντροπή
έπεσε στο ποτάμι.
Σαν μια ψηλή τον έβγαλε
τα μάτια του είχε πάλι.
Πήρε την ωραία του
και μόνοι τριγυρνούσαν.
Κι από ψηλά όλη τη Γη
άδεια τη θωρούσαν.
(Αντώνης Μπούζας)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου