Εμφανίστηκε για πρώτη φορά μια συννεφιασμένη μέρα του 1728,
σ' ένα γαλλικό χωριό, ρακένδυτος και με πρόσωπο γεμάτο σκότος.
Τον περιέθαλψαν οι ευγενείς χωρικοί και του έδωσαν κρέας.
Επέμεναν το κρέας να ψήσουν όμως εκείνος το έφαγε ωμό.
Όσο καιρό έμεινε σ' εκείνο το μέρος, μιλούσε πολύ σιγά κι ελάχιστα.
Μόνο καθόταν δίπλα στις φλόγινες πηγές θερμότητας και τις κοιτούσε.
Έφυγε αθόρυβα μέσα στη νύχτα χωρίς ποιος ήταν να φανερώσει.
Ξαναεμφανίστηκε περπατώντας σ' ένα χωράφι κάπου στη Γερμανία.
Ήταν καλοκαίρι του 1811 και τα χοντρά του ρούχα έδειχναν ακριβά πολύ.
Ένας αγρότης τον φιλοξένησε σπίτι του νομίζοντας πως είχε χαθεί.
Κουβέντιαζαν δίπλα στο τζάκι που σκίαζε μυστηριωδώς τη μορφή του.
Εκείνος όμως πολύ δεν μιλούσε και με δυσκολία ακουγόταν.
Ο αγρότης τρόμαζε από κάτι απροσδιόριστο που αχνοφαινόταν.
Το βράδυ που ο άγνωστος έφυγε, βρήκε το δρεπάνι μέσα στο σβησμένο τζάκι.
Τον είδανε ξημερώματα να κινείται σαν σκιά στη Θεσσαλονίκη του 1917.
Ήτανε βρώμικος και τους είπε ότι ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.
Από την άλλη άκρη του πλανήτη; ρώτησε κάποιος εντυπωσιασμένος.
Ο άγνωστος του αποκρίθηκε ότι τους είχε έρθει από πολύ πιο μακριά.
Τα σκυλιά ασταμάτητα τον γάβγιζαν και τα πουλιά έφευγαν σαν πλησίαζε.
Της κοπέλας που τον περιποιήθηκε της ψιθύρισε κάτι στο αυτί κι εκείνη πάγωσε.
Το κορίτσι έφυγε μια μέρα μετά από εκείνον και πρόλαβε να δει στο βάθος τους καπνούς.
Ένας πλούσιος φάνηκε σε μια κωμόπολη της αγγλικής υπαίθρου το έτος 2020.
Όλοι θέλησαν να τον κάνουν φίλο ώστε όσο μπορέσουν να ωφεληθούν από εκείνον.
Υπήρχε όμως κάποιος Γάλλος που συνεχώς τον κοίταγε παράξενα και κρατιόταν μακριά.
Ρωτούσε συχνά τους άλλους χαμηλόφωνα τί είχαν μάθει για τον άγνωστο.
Μάζεψε αργά τη νύχτα μερικούς στο σπίτι του και τους έδειξε φωτογραφίες άρρωστες.
Φωτογραφίες εκατοντάδων ετών στις οποίες αναγνώρισαν τον πλούσιο επισκέπτη.
Βρέθηκαν όλοι τους μαζί σε μια κατάσταση ανησυχίας και ανασφάλειας.
Σκέφτηκαν να τον αιφνιδιάσουν κι ενώ κοιμόταν να τον πιάσουν.
Οπλίστηκαν με εργαλεία που κι ως όπλα φονικά μπορούσαν να υπάρξουν.
Διέρρηξαν το σπίτι του και, όταν έφτασαν σιωπηλοί στην κρεβατοκάμαρα,
αντίκρισαν το κρεβάτι να αιωρείται κοντά στο ταβάνι σαν να χορεύει.
Κι ο χώρος ήτανε τόσο ζεστός που έμοιαζε με φούρνο αναμμένο.
Έφυγε, πρόφεραν σιγά οι βραδινοί διαρρήκτες πανιασμένοι, αυτό ήταν.
Και, σε χρόνο ανύποπτο, ίσως εμφανιστεί σε κάποια άλλη γωνιά του πλανήτη.
(Αντώνης Μπούζας)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου