Μίλησαν οι ηγέτες με το αηδιαστικό τους ύφος.
Ετοιμάστηκαν οι βάρβαροι κι αυταρχικοί ακτιβιστές
να γκρεμίσουν κάθε έργο κάλλους στον πλανήτη.
Οι στρατιώτες οπλίστηκαν με κρότο και σήψη.
Οι ισχυροί παρέμειναν ασφαλείς κι ανεπηρέαστοι
ενώ οι απαλές ψυχές αγωνιούσαν σε κόκκινο φόντο.
Σε τέσσερις ημέρες, ξέραμε, ο κόσμος θα είχε μαυρίσει.
Ημέρα πρώτη και βρισκόμουνα σε μια ζεστή καλύβα.
Το ξύλινό της πάτωμα διασκέδαζε τα πόδια.
Του μέρους τα χρώματα μου νάρκωναν την όραση.
Έπρεπε κάτι να κάνω γρήγορα για να προλάβω.
Να σώσω του κόσμου τα ωραία και αγαπημένα.
Όμως, αντί γι' αυτό, ταξίδεψα στη μνήμη
και ήπια ένα ξεχειλισμένο ποτήρι με νέκταρ.
Ημέρα δεύτερη και βρέθηκα να περπατάω
στα δροσερά και έρημα μονοπάτια του δάσους.
Ρεμβάζοντας σαν τίποτα να μη συνέβαινε.
Όμως το μυαλό ηρεμία δε μπορούσε να βρει
και η καρδιά συνέχεια στο στήθος θορυβούσε.
Τα χέρια όμως κρατούσαν χειροπέδες αόρατες.
Ξάπλωσα ανάμεσα στα δέντρα και στις πέτρες.
Ημέρα τρίτη και ξύπνησα στο παιδικό δωμάτιο.
Η κουβέρτα βοηθούσε τη λήθη να επιβληθεί.
Δεν θα πήγαινα σχολείο, ήταν σαββατοκύριακο.
Θα ταξίδευα ξύπνιος στη χώρα των ονείρων.
Ένα κομμάτι μου όμως δεν είχε ξεγελαστεί.
Σε δυο μέρες, μια σκοτεινή λάμψη θα σκέπαζε τα πάντα.
Βημάτιζα στο ζεστό χαλάκι και περίμενα.
Ημέρα τέταρτη και όλα έμοιαζαν φυσιολογικά.
Την επομένη όμως θα μας πλάκωνε ο ουρανός.
Οι γείτονες κολλημένοι επάνω στις τηλεοράσεις.
Σκέπαζα την επικαιρότητα με λίγη ακόμα μουσική.
Τα τανκς είχαν ξεκινήσει, οι ισχυροί την ευτυχία είχαν στόχο.
Έκλεισα τα φώτα μα κράτησα ένα μικρό φωτάκι για παρέα.
Κάθισα στο σκηνικό της αγωνίας κι ως το πρωί περίμενα.
Σαν έφτασε η πέμπτη μέρα, φωνές τριγύρω αντηχούσαν.
Οι άνθρωποι σε κάθε γειτονιά γλεντοκοπούσαν.
Δεν υπήρχανε ηγέτες, όπλα κι άλλες απειλές.
Ασφαλές ήτανε το κάλλος απ' τους κακούς κι υποκριτές.
Οι σκέψεις και η δύναμή τους είχαν νικήσει τα θηρία.
Πολλοί σκέφτηκαν όμορφα κι έγινε αλήθεια η φαντασία.
Ελαφρύς λοιπόν σαν πούπουλο αφέθηκα στη μελωδία.
(Αντώνης Μπούζας)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου