Ήθελε οπωσδήποτε να λύσει τον γρίφο που βασάνιζε το χωριό. Άκουσε από έναν ανήσυχο παππού ιστορίες για το τρομερό σπίτι. Δέσποζε λέει ψηλά σ' ένα λόφο, τριγυρισμένο από βλάστηση οργιώδη. Άδειο από ανθρώπους αλλά κατά κάποιο τρόπο όχι ακατοίκητο. Όλοι το λέγαν στοιχειωμένο και κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάσει.
Εκείνος όμως, θέλοντας να στάξει λίγο μέλι μέσα στην ψυχή της γυναίκας του, που εδώ και μερικά χρόνια η θλίψη το χαμόγελό της πήγαινε να σβήσει, θα έβρισκε το σπίτι και θα περνούσε τα σύνορα του κόσμου των σκιών. Πίστευε πως θα της έδινε περιπέτεια ώστε να παραμείνει γελαστή και άρα όμορφη. Όμως αυτό που τους περίμενε ήταν ικανό να τους στερήσει τη λογική για πάντα.
Είδαν από μακριά το σπίτι με την επιβλητική του όψη και τα έντονα χρώματα. Το ύψος και το πλάτος του ήταν τέτοια που έμοιαζε με κατοικία γιγάντων. Όταν εκείνος δοκίμασε την πόρτα να ωθήσει καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, ο λόγος της ήρθε να τον παγώσει σαν κακό σημάδι : ''Δεν πιστεύω να μπούμε εκεί μέσα''.
Στο άνοιγμα της πόρτας αποκαλύφθηκε ένα μέρος που μόνο στα όνειρα θα συναντούσες. Γύρω τους έπιπλα θεόρατα για πλάσματα που δεν τολμήσανε ούτε να φανταστούνε. Υπέροχα διακοσμητικά σκεύη που θύμιζαν ανθρώπους εφιαλτικού μεγέθους. Δωμάτια έτσι καμωμένα που έφερναν στο νου τερατώδη όντα της μυθολογίας. Αγριεύτηκαν στη θέα όσων έβλεπαν τα οποία όμως τους ασκούσαν ταυτόχρονα μια γοητεία. Προχώρησαν στα βάθη του πλημμυρισμένου από χρώματα καταραμένου δημιουργήματος.
Μπήκαν σε μια αίθουσα τεραστίων διαστάσεων που έλουζαν φώτα ζεστά. Άρχισαν ν' αναρωτιούνται αν ήθελαν αληθινά να δούνε κανένα σημάδι ζωής. Ξαφνικά, περπατώντας γρήγορα, ήρθε μπροστά τους μια γιγάντια ξύλινη κούκλα αρλεκίνου. Έσκυψε από πάνω τους και τους περιεργάστηκε με το σκληρά τρομακτικό της βλέμμα. Άνοιξαν το στόμα να κραυγάσουν αλλά σιωπή συνέχισε να βασιλεύει στο δωμάτιο.
Η κούκλα ορθώθηκε ξανά, έκανε μεταβολή και με βήμα γοργό εξαφανίστηκε. Ρώτησε τη γυναίκα του αν ήταν εντάξει και με έκπληξη αντιλήφθηκε ένα ανθυπομειδίαμα στα χείλη της. Απ' το σημείο εκείνο κι έπειτα, αισθάνονταν λες και είχαν γνωρίσει για πρώτη φορά το σκοτάδι όσων με θυμό φωνάζουν πως κόσμος άλλος δεν υπάρχει πέρα από αυτόν που οι αισθήσεις ξέρουν. Όσων επιδιώκουν να μας προσγειώσουν στην αμφίβολη κι αμφισβητήσιμη πραγματικότητα.
Μόλις εισήλθαν στο διπλανό δωμάτιο, την πίστη τους στην έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου αφύπνισε η μορφή ενός άλλου αρλεκίνου που σαν μικρό παιδί διασκέδαζε, καθισμένος στο πάτωμα, με παιχνίδια φρικώδους διαστροφής. Καθώς τον προσπερνούσαν σιωπηλοί, η γυναίκα έντυσε το στόμα της μ' ένα χαριτωμένο υπομειδίαμα. Η πείνα για γνώση δεν τους άφηνε να ησυχάσουν κι όλο τους έσπρωχνε να ψάξουν τι συνέβαινε. Το σπίτι του φόβου τους καταβρόχθισε και κάθε σκέψη απόδρασης φάνταζε μύθος.
Κάποτε βγήκαν κουρασμένοι σ' ένα πολύ μεγάλο μπαλκόνι και από κάτω η γη ήτανε άφαντη. Όμως, λίγο πιο πέρα, ένας κήπος ιπτάμενος ανοιγόταν κι από το συντριβάνι γύρω βολτάραν οι κούκλες. Ένας από τους ξύλινους γίγαντες διέκοψε απότομα το περπάτημά του και χαιρέτησε το ζευγάρι προσφωνώντας τους ''αφέντες''. Και όντως δίπλα από τον άντρα ένα σκήπτρο χρυσό άστραφτε και τον περίμενε από ώρα. Και τότε ήταν που ένα εξαιρετικά ερωτεύσιμο μειδίαμα κυρίευσε το πρόσωπο της γυναίκας.
(Αντώνης Μπούζας)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου