Υπάρχουν κάποια μυστήρια που καλό θα ήταν να παραμείνουν άλυτα.
Υπάρχουν μέρη που οι άνθρωποι καλύτερα ποτέ να μην τα περπατούσαν.
Όπως η αρχαία πόλη που παραμονεύει στο γιγάντιο βουνό των ψιθύρων.
Στους δρόμους της περπάτησαν γενναίοι εξερευνητές και ταξιδιώτες.
Ενώ σουρούπωνε και ήταν ολομόναχοι και αβοήθητοι ανάμεσα στις σκιές.
Άλλοι από αυτούς κατάφεραν να γυρίσουν και άλλοι αγνοούνται.
Μα όσοι γύρισαν απέκτησαν μιλιά νοσηρή και ματιά αρρωστημένη.
Λένε πως είδαν πράγματα αποτρόπαια κι ανθρώπου νους δεν τα χωράει.
Πως πρέπει ο κόσμος απ' το κακό αυτό το μέρος μακριά να κρατηθεί.
Όλα αυτά κέντρισαν την ψυχή μου σαν βέλη αλειμμένα με μέλι.
Πήρα λοιπόν κι εγώ την απόφαση με την ομάδα μου να ψάξουμε εκεί πέρα.
Ξεκινήσαμε πρωί αλλά το βράδυ φτάσαμε με φακούς, τροφή και νερό.
Η πόλη άνοιγε μπροστά μας τη σκοτεινή της αγκαλιά στα εντόσθια της νύχτας.
Νιώσαμε πως η ζωή μας όλη, γεμάτη άγχη και θλίψεις, οδηγούσε σ' εκείνο το μέρος.
Για να βρούμε εκεί την κάθαρση βιώνοντας το απίστευτο και το υπέροχα εφιαλτικό.
Αρχίσαμε να περπατούμε ανάμεσα στα ερείπια χαμένοι στη σιωπή και στο σκοτάδι.
Προσπαθώντας να εξευγενίσουμε το δεύτερο στα μάτια μας χρησιμοποιώντας τους φακούς.
Ο Σπύρος είπε, και εμπιστεύομαι τη λογική του, πως άκουσε μία φωνή στο βάθος.
Τα βλέμματά μας έλαμψαν αλλά προτιμήσαμε λόγο να μην εκφέρουμε κι ίσως καλύτερα.
Σταθήκαμε διστακτικοί για το αν έπρεπε της φωνής την πηγή ν' αναζητήσουμε.
Ύστερα από λίγα λεπτά, είχαμε ξεχάσει το συμβάν και εξετάζαμε τα αινιγματικά ερείπια.
Κανείς δεν είχε μπορέσει να μάθει από πότε στέκονταν εκεί και ποιοι τα είχαν κατοικήσει.
Αιφνιδιάστηκα σαν ήχησε το ουρλιαχτό του Φώτη ίδιο με γέννημα κάποιου εφιάλτη.
Με τρεμάμενη φωνή είπε πως πίσω από ένα σπίτι άκουσε κάποιον που του μιλούσε.
Βρεθήκαμε με γρήγορες δρασκελιές πίσω από το σπίτι για να βρούμε εκεί το τίποτα.
Μάλωσα τον συνάδελφο για την εύκολα επηρεαζόμενη ψυχολογία και τη δειλία του.
Το ύφος μου άρχισε να αλλάζει και ν' αποκτά μια αυστηρότητα που όμως ήταν άμυνα.
Μπορούσα να σκεφτώ χίλιες δυο εξηγήσεις για όσα είχαν γίνει αλλά βαθιά φοβόμουν.
Στο επόμενο μισάωρο, ένας ακόμα με ικέτεψε να φύγουμε αμέσως από εκεί.
Γιατί, όπως ανέφερε, όποιος κι αν ήταν ο αθέατος που είχε φωνάξει, δεν πρέπει νά 'ταν άνθρωπος.
Βαδίζαμε σαν φαντάσματα με των φακών το φως να ζωγραφίζει τον υπαρξιακό τρόμο.
Αρνούμουν να δεχθώ την ύπαρξη αυτού που σχηματιζόταν ολοκάθαρα μπροστά μου.
Ότι είχαμε γίνει μάρτυρες γεγονότων υπερφυσικών και ίσως να βρισκόμασταν σε κίνδυνο.
Ώσπου τελικά κι εγώ μια φωνή άκουσα που, με τρόπο σκοτεινό, γνώριζε τ' όνομά μου.
Ποτάμι ιδρώτα έλουσε το πρόσωπό μου και δε μπορούσα πλέον την αλήθεια να σωπάσω.
Σαν λιποτάκτες, σαν δειλοί το βάλαμε στα πόδια εμπρός στου ανεξήγητου την παρουσία.
Πίσω μας αφήσαμε τα αρχαία σπίτια και τρέχαμε όλη τη νύχτα μέσα στην άγρια φύση.
Σαν έπειτα από κάτι χρόνια έφερα στη μνήμη μου τα φοβερά γεγονότα που σας γράφω,
καθήμενος πλάι στις φλόγες του τζακιού και πίνοντας ένα ζεστό ρόφημα με οσμή διεγερτική,
αμφέβαλλα για όσα εκεί είχαμε ζήσει, για μια φορά ακόμα θέλησα από τη γνώση να κρυφτώ.
(Αντώνης Μπούζας)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου