Σάββατο 24 Αυγούστου 2024

Παιδιά με νοητική υστέρηση

Αισθάνονται κατώτερα και είναι ανασφαλή.

Τους είπαν πως είναι αδύναμα αλλά και αφελή.

Το θέμα όμως είναι βαθύτερο και φιλοσοφικό.

Κι οι ειδικοί συνήθως σ' αυτά δεν εμβαθύνουν.


Αδύναμοι στη σκέψη αλλά και στην ψυχή

στην ουσία όλοι είμαστε δυστυχώς οι άνθρωποι.

Και σ' έναν κόσμο ανοησίας ο ανόητος δε ξεχωρίζει.

Εκτός κι αν ο ίδιος επηρεασμένος τον εαυτό του σημαδέψει.


Άνθρωποι αμέτρητοι πεθαίνουν πρόωρα σε όλο τον πλανήτη.

Πολύ συχνά οι θάνατοί τους οφείλονται στο ατελές μυαλό τους.

Επίσης, σπάνια ψηφίζουμε με σωστή κρίση, όποιος κι αν βγαίνει.

Βαριόμαστε έστω και λίγο το μυαλό μας να λειτουργήσουμε.


Στερούμαστε τόσα όμορφα πράγματα μπροστά στις οθόνες.

Και περνούνε έτσι τα χρόνια, και λιγοστεύει η ζωή.

Ακόμη, το μυαλό μας προβλήματα καθημερινά μας δημιουργεί.

Κανένας και καμία όμως, ως αλαζόνας, δεν παραδέχεται την αδυναμία του.


Ο κόσμος αυτός όμως είναι σκοτεινός και μπερδεμένος.

Ο ειδικός μερικές φορές είναι χειρότερος από τον ασθενή.

Ο ειδικός αρκετές φορές φέρει σοβαρά ανθρώπινα ελαττώματα.

Όμως, παρ' όλα αυτά, μπορεί να βοηθήσει και τη ζωή σου ν' αλλάξει.


Όσοι έχουν υστέρηση δεν υπάρχει αληθινός λόγος

για να νιώθουν κατώτεροι αφού ο Άνθρωπος είναι άστα να πάνε.

Ξέρεις πόσοι καυγαδίζουν εκεί έξω για λόγους χαζούς;

Ξέρεις πόσοι πετυχημένοι δεν μπορούν μια έξυπνη κουβέντα να πουν;


Δεν προσπαθώ αυτιά να χαϊδέψω και ψέματα να πω.

Δεν σας λέω ότι είστε πολύ έξυπνοι και δυνατοί.

Σας λέω μόνο πως όλοι εμείς οι υπόλοιποι δεν είμαστε καλύτεροι.

Και είναι ντροπή μεγάλη για το ανάξιο είδος μας. 


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2024

Το σύνδρομο του τελευταίου θρανίου

Εκείνη τη χρονιά τον έβαλαν

να κάτσει στο θρανίο τέρμα πίσω.

Αυτό τον επηρέασε εν αγνοία τους

κι ας ήθελε να τα πάει καλά.


Τα φόρτωσε όλα στον κόκκορα.

Έβρισκε βαρετά τα σχολικά βιβλία.

Διάβαζε του Αρκά τον Κόκκορα

και τους συμμαθητές με ενδιαφέρον.


Με φίλους και μόνος ξενυχτούσε.

Γελούσε κι ευθυμούσε χωρίς σταματημό.

Έκανε συχνά τον άρρωστο.

Έτρεμε μην πιαστεί αδιάβαστος.


Ο καθηγητής ανάμεσά τους περπατούσε

και η φωνή του δυνατά ηχούσε.

Μια παιδική ψυχή αγωνιούσε

και τον καθηγητή αστυνόμο τον θωρούσε.


Όλο το έτος ήταν μια μεγάλη κοπάνα.

Και ο μικρός βίωνε έντονα συναισθήματα.

Μεθοκοπούσε ψυχικά με ταινίες τρόμου.

Μελέταγε ενδιαφέροντα εξωσχολικά βιβλία.


Η κοπέλα αμελής στο διπλανό θρανίο.

Μια μέρα το σκάσανε μαζί απ' το σχολείο.

Κι όταν η αξέχαστη χρονιά έλαβε τέλος,

το παιδί αντιμετώπισε όσα περίμενε με φόβο.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

Αυτές που σώζουν με έρωτα

Ήτανε το ατύχημα εκείνο

ανάμνηση απ' τις σκληρές.

Και στο κρεβάτι πλέον

ζούσε τα πονεμένα χρόνια.


Ίσως ξανά δεν περπατούσε.

Κι οι φίλοι του τον αποφεύγαν.

Η κάθε μέρα που περνούσε

ήταν από πριν γνωστή.


Με την αναπηρική καρέκλα

στα δωμάτια γυρνούσε.

Και πρόσεξε σε ένα ράφι

μπόλικες βιντεοκασέτες.


Σκέφτηκε τότε πως σ' εκείνες

θα έβρισκε μια συντροφιά.

Σαν έβαλε μία να παίξει,

κοκκίνισε από τη ντροπή.


Ήταν αισθησιακές ταινίες.

Ένιωσε σαν να παρανόμησε.

Μα οι φλογερές κυρίες

τον ζέσταναν μες τη νυχτιά.


Στη φαντασία του κοιμόταν

μαζί με καθεμιά απ' αυτές.

Της έδινε ένα λουλουδάκι

και τον ευχαριστούσε με φιλάκι.


Με εκείνες στην οθόνη

έτρωγε κι έπινε το μεσημέρι.

Ήθελε να τις προστατεύσει

απ' τον κτηνώδη κόσμο μας.


Με την παρδαλότητά τους

τον γλίτωναν απ' το μυαλό του.

Λάβωναν την τραγικότητα

και την σοβαροφάνεια της ζωής.


Μα ο χρόνος το ωραίο κυνηγούσε.

Εκεί έξω συνέβησαν ταραχές.

Αλλά αυτός πέρασε ωραία.

Τίποτα δεν κατάλαβε.


Γιατί γύρω σου συμβαίνει

ο,τι εσύ πιστεύεις πως συμβαίνει.

Η σκέψη σου μπορεί να πλάσει

την πραγματικότητα.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Το ζωτικό ψεύδος

Κρύβουμε την ανασφάλεια πίσω από πλαστές ταυτότητες.

Εξαπατούμε πρώτα τους εαυτούς μας για να επιβιώσουμε.

Είμαστε κουλτουριάρηδες, ψαγμένοι και επαναστάτες.

Μαχόμαστε το σύστημα με θέσεις αμφιβόλου εγκυρότητας.

Για όλες τις αποτυχίες μας φταίνε... ΑΥΤΟΙ – οι οποιοιδήποτε!


Τεκμήριο του ατομικού πολιτισμού του καθενός από εμάς

δεν είναι το ότι βλέπει Παζολίνι και ακούει έντεχνα.

Απόδειξη της μόρφωσης και της καλλιέργειάς μας

είναι αν με ευγένεια διαφωνούμε και τον συνομιλητή σεβόμαστε.

Διαφορετικά δεν είμαστε για κοινωνικούς αγώνες.


Για όλα φταίνε οι ηλικιωμένοι, οι νέοι, οι άντρες, οι γυναίκες.

Εγώ δεν φταίω ποτέ και για τίποτα, καθώς τη λύση έχω βρει.

Το ξέρουνε οι πολιτικοί αυτό και μου χαϊδεύουνε τ' αυτιά.

Με κολακεύουνε στις εκπομπές και είμαι το κορόιδό τους.

Την ψήφο μου όμως θέλουνε και μ' έχουνε γραμμένο.


Αν κάποιος μου πει πως αγαπάει ταινίες για μένα εμπορικές,

μουγκρίζω γιατί ποιότητα είναι μόνο τα μηνύματα.

Η ταυτότητα που έβαλα μπροστά μου λέει ''ελιτιστής''.

Απέναντι στους λαϊκούς ανθρώπους είμαι ρατσιστής.

Κι όμως οι λαϊκοί από εμένα είναι συχνά πιο μορφωμένοι.


(Αντώνης Μπούζας)


Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Περιμένοντας

Μίλησαν οι ηγέτες με το αηδιαστικό τους ύφος.

Ετοιμάστηκαν οι βάρβαροι κι αυταρχικοί ακτιβιστές

να γκρεμίσουν κάθε έργο κάλλους στον πλανήτη.

Οι στρατιώτες οπλίστηκαν με κρότο και σήψη.

Οι ισχυροί παρέμειναν ασφαλείς κι ανεπηρέαστοι

ενώ οι απαλές ψυχές αγωνιούσαν σε κόκκινο φόντο.

Σε τέσσερις ημέρες, ξέραμε, ο κόσμος θα είχε μαυρίσει.


Ημέρα πρώτη και βρισκόμουνα σε μια ζεστή καλύβα.

Το ξύλινό της πάτωμα διασκέδαζε τα πόδια.

Του μέρους τα χρώματα μου νάρκωναν την όραση.

Έπρεπε κάτι να κάνω γρήγορα για να προλάβω.

Να σώσω του κόσμου τα ωραία και αγαπημένα.

Όμως, αντί γι' αυτό, ταξίδεψα στη μνήμη

και ήπια ένα ξεχειλισμένο ποτήρι με νέκταρ.


Ημέρα δεύτερη και βρέθηκα να περπατάω

στα δροσερά και έρημα μονοπάτια του δάσους.

Ρεμβάζοντας σαν τίποτα να μη συνέβαινε.

Όμως το μυαλό ηρεμία δε μπορούσε να βρει

και η καρδιά συνέχεια στο στήθος θορυβούσε.

Τα χέρια όμως κρατούσαν χειροπέδες αόρατες.

Ξάπλωσα ανάμεσα στα δέντρα και στις πέτρες.


Ημέρα τρίτη και ξύπνησα στο παιδικό δωμάτιο.

Η κουβέρτα βοηθούσε τη λήθη να επιβληθεί.

Δεν θα πήγαινα σχολείο, ήταν σαββατοκύριακο.

Θα ταξίδευα ξύπνιος στη χώρα των ονείρων.

Ένα κομμάτι μου όμως δεν είχε ξεγελαστεί.

Σε δυο μέρες, μια σκοτεινή λάμψη θα σκέπαζε τα πάντα.

Βημάτιζα στο ζεστό χαλάκι και περίμενα.


Ημέρα τέταρτη και όλα έμοιαζαν φυσιολογικά.

Την επομένη όμως θα μας πλάκωνε ο ουρανός.

Οι γείτονες κολλημένοι επάνω στις τηλεοράσεις.

Σκέπαζα την επικαιρότητα με λίγη ακόμα μουσική.

Τα τανκς είχαν ξεκινήσει, οι ισχυροί την ευτυχία είχαν στόχο.

Έκλεισα τα φώτα μα κράτησα ένα μικρό φωτάκι για παρέα.

Κάθισα στο σκηνικό της αγωνίας κι ως το πρωί περίμενα.


Σαν έφτασε η πέμπτη μέρα, φωνές τριγύρω αντηχούσαν.

Οι άνθρωποι σε κάθε γειτονιά γλεντοκοπούσαν.

Δεν υπήρχανε ηγέτες, όπλα κι άλλες απειλές.

Ασφαλές ήτανε το κάλλος απ' τους κακούς κι υποκριτές.

Οι σκέψεις και η δύναμή τους είχαν νικήσει τα θηρία.

Πολλοί σκέφτηκαν όμορφα κι έγινε αλήθεια η φαντασία.

Ελαφρύς λοιπόν σαν πούπουλο αφέθηκα στη μελωδία.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 9 Ιουλίου 2024

Οτιδήποτε δίνει λύτρωση

Ήθελε οπωσδήποτε να λύσει τον γρίφο που βασάνιζε το χωριό. Άκουσε από έναν ανήσυχο παππού ιστορίες για το τρομερό σπίτι. Δέσποζε λέει ψηλά σ' ένα λόφο, τριγυρισμένο από βλάστηση οργιώδη. Άδειο από ανθρώπους αλλά κατά κάποιο τρόπο όχι ακατοίκητο. Όλοι το λέγαν στοιχειωμένο και κανείς δεν τολμούσε να το πλησιάσει.

Εκείνος όμως, θέλοντας να στάξει λίγο μέλι μέσα στην ψυχή της γυναίκας του, που εδώ και μερικά χρόνια η θλίψη το χαμόγελό της πήγαινε να σβήσει, θα έβρισκε το σπίτι και θα περνούσε τα σύνορα του κόσμου των σκιών. Πίστευε πως θα της έδινε περιπέτεια ώστε να παραμείνει γελαστή και άρα όμορφη. Όμως αυτό που τους περίμενε ήταν ικανό να τους στερήσει τη λογική για πάντα.

Είδαν από μακριά το σπίτι με την επιβλητική του όψη και τα έντονα χρώματα. Το ύψος και το πλάτος του ήταν τέτοια που έμοιαζε με κατοικία γιγάντων. Όταν εκείνος δοκίμασε την πόρτα να ωθήσει καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, ο λόγος της ήρθε να τον παγώσει σαν κακό σημάδι : ''Δεν πιστεύω να μπούμε εκεί μέσα''.

Στο άνοιγμα της πόρτας αποκαλύφθηκε ένα μέρος που μόνο στα όνειρα θα συναντούσες. Γύρω τους έπιπλα θεόρατα για πλάσματα που δεν τολμήσανε ούτε να φανταστούνε. Υπέροχα διακοσμητικά σκεύη που θύμιζαν ανθρώπους εφιαλτικού μεγέθους. Δωμάτια έτσι καμωμένα που έφερναν στο νου τερατώδη όντα της μυθολογίας. Αγριεύτηκαν στη θέα όσων έβλεπαν τα οποία όμως τους ασκούσαν ταυτόχρονα μια γοητεία. Προχώρησαν στα βάθη του πλημμυρισμένου από χρώματα καταραμένου δημιουργήματος.

Μπήκαν σε μια αίθουσα τεραστίων διαστάσεων που έλουζαν φώτα ζεστά. Άρχισαν ν' αναρωτιούνται αν ήθελαν αληθινά να δούνε κανένα σημάδι ζωής. Ξαφνικά, περπατώντας γρήγορα, ήρθε μπροστά τους μια γιγάντια ξύλινη κούκλα αρλεκίνου. Έσκυψε από πάνω τους και τους περιεργάστηκε με το σκληρά τρομακτικό της βλέμμα. Άνοιξαν το στόμα να κραυγάσουν αλλά σιωπή συνέχισε να βασιλεύει στο δωμάτιο.

Η κούκλα ορθώθηκε ξανά, έκανε μεταβολή και με βήμα γοργό εξαφανίστηκε. Ρώτησε τη γυναίκα του αν ήταν εντάξει και με έκπληξη αντιλήφθηκε ένα ανθυπομειδίαμα στα χείλη της. Απ' το σημείο εκείνο κι έπειτα, αισθάνονταν λες και είχαν γνωρίσει για πρώτη φορά το σκοτάδι όσων με θυμό φωνάζουν πως κόσμος άλλος δεν υπάρχει πέρα από αυτόν που οι αισθήσεις ξέρουν. Όσων επιδιώκουν να μας προσγειώσουν στην αμφίβολη κι αμφισβητήσιμη πραγματικότητα.

Μόλις εισήλθαν στο διπλανό δωμάτιο, την πίστη τους στην έμφυτη αδυναμία του ανθρώπου αφύπνισε η μορφή ενός άλλου αρλεκίνου που σαν μικρό παιδί διασκέδαζε, καθισμένος στο πάτωμα, με παιχνίδια φρικώδους διαστροφής. Καθώς τον προσπερνούσαν σιωπηλοί, η γυναίκα έντυσε το στόμα της μ' ένα χαριτωμένο υπομειδίαμα. Η πείνα για γνώση δεν τους άφηνε να ησυχάσουν κι όλο τους έσπρωχνε να ψάξουν τι συνέβαινε. Το σπίτι του φόβου τους καταβρόχθισε και κάθε σκέψη απόδρασης φάνταζε μύθος.

Κάποτε βγήκαν κουρασμένοι σ' ένα πολύ μεγάλο μπαλκόνι και από κάτω η γη ήτανε άφαντη. Όμως, λίγο πιο πέρα, ένας κήπος ιπτάμενος ανοιγόταν κι από το συντριβάνι γύρω βολτάραν οι κούκλες. Ένας από τους ξύλινους γίγαντες διέκοψε απότομα το περπάτημά του και χαιρέτησε το ζευγάρι προσφωνώντας τους ''αφέντες''. Και όντως δίπλα από τον άντρα ένα σκήπτρο χρυσό άστραφτε και τον περίμενε από ώρα. Και τότε ήταν που ένα εξαιρετικά ερωτεύσιμο μειδίαμα κυρίευσε το πρόσωπο της γυναίκας.

(Αντώνης Μπούζας)


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

Κάποτε

Υπάρχουν κάποια μυστήρια που καλό θα ήταν να παραμείνουν άλυτα.

Υπάρχουν μέρη που οι άνθρωποι καλύτερα ποτέ να μην τα περπατούσαν.

Όπως η αρχαία πόλη που παραμονεύει στο γιγάντιο βουνό των ψιθύρων.

Στους δρόμους της περπάτησαν γενναίοι εξερευνητές και ταξιδιώτες.

Ενώ σουρούπωνε και ήταν ολομόναχοι και αβοήθητοι ανάμεσα στις σκιές.


Άλλοι από αυτούς κατάφεραν να γυρίσουν και άλλοι αγνοούνται.

Μα όσοι γύρισαν απέκτησαν μιλιά νοσηρή και ματιά αρρωστημένη.

Λένε πως είδαν πράγματα αποτρόπαια κι ανθρώπου νους δεν τα χωράει.

Πως πρέπει ο κόσμος απ' το κακό αυτό το μέρος μακριά να κρατηθεί.

Όλα αυτά κέντρισαν την ψυχή μου σαν βέλη αλειμμένα με μέλι.


Πήρα λοιπόν κι εγώ την απόφαση με την ομάδα μου να ψάξουμε εκεί πέρα.

Ξεκινήσαμε πρωί αλλά το βράδυ φτάσαμε με φακούς, τροφή και νερό.

Η πόλη άνοιγε μπροστά μας τη σκοτεινή της αγκαλιά στα εντόσθια της νύχτας.

Νιώσαμε πως η ζωή μας όλη, γεμάτη άγχη και θλίψεις, οδηγούσε σ' εκείνο το μέρος.

Για να βρούμε εκεί την κάθαρση βιώνοντας το απίστευτο και το υπέροχα εφιαλτικό.


Αρχίσαμε να περπατούμε ανάμεσα στα ερείπια χαμένοι στη σιωπή και στο σκοτάδι.

Προσπαθώντας να εξευγενίσουμε το δεύτερο στα μάτια μας χρησιμοποιώντας τους φακούς.

Ο Σπύρος είπε, και εμπιστεύομαι τη λογική του, πως άκουσε μία φωνή στο βάθος.

Τα βλέμματά μας έλαμψαν αλλά προτιμήσαμε λόγο να μην εκφέρουμε κι ίσως καλύτερα.

Σταθήκαμε διστακτικοί για το αν έπρεπε της φωνής την πηγή ν' αναζητήσουμε.


Ύστερα από λίγα λεπτά, είχαμε ξεχάσει το συμβάν και εξετάζαμε τα αινιγματικά ερείπια.

Κανείς δεν είχε μπορέσει να μάθει από πότε στέκονταν εκεί και ποιοι τα είχαν κατοικήσει.

Αιφνιδιάστηκα σαν ήχησε το ουρλιαχτό του Φώτη ίδιο με γέννημα κάποιου εφιάλτη.

Με τρεμάμενη φωνή είπε πως πίσω από ένα σπίτι άκουσε κάποιον που του μιλούσε.

Βρεθήκαμε με γρήγορες δρασκελιές πίσω από το σπίτι για να βρούμε εκεί το τίποτα.


Μάλωσα τον συνάδελφο για την εύκολα επηρεαζόμενη ψυχολογία και τη δειλία του.

Το ύφος μου άρχισε να αλλάζει και ν' αποκτά μια αυστηρότητα που όμως ήταν άμυνα.

Μπορούσα να σκεφτώ χίλιες δυο εξηγήσεις για όσα είχαν γίνει αλλά βαθιά φοβόμουν.

Στο επόμενο μισάωρο, ένας ακόμα με ικέτεψε να φύγουμε αμέσως από εκεί.

Γιατί, όπως ανέφερε, όποιος κι αν ήταν ο αθέατος που είχε φωνάξει, δεν πρέπει νά 'ταν άνθρωπος.


Βαδίζαμε σαν φαντάσματα με των φακών το φως να ζωγραφίζει τον υπαρξιακό τρόμο.

Αρνούμουν να δεχθώ την ύπαρξη αυτού που σχηματιζόταν ολοκάθαρα μπροστά μου.

Ότι είχαμε γίνει μάρτυρες γεγονότων υπερφυσικών και ίσως να βρισκόμασταν σε κίνδυνο.

Ώσπου τελικά κι εγώ μια φωνή άκουσα που, με τρόπο σκοτεινό, γνώριζε τ' όνομά μου.

Ποτάμι ιδρώτα έλουσε το πρόσωπό μου και δε μπορούσα πλέον την αλήθεια να σωπάσω.


Σαν λιποτάκτες, σαν δειλοί το βάλαμε στα πόδια εμπρός στου ανεξήγητου την παρουσία.

Πίσω μας αφήσαμε τα αρχαία σπίτια και τρέχαμε όλη τη νύχτα μέσα στην άγρια φύση.

Σαν έπειτα από κάτι χρόνια έφερα στη μνήμη μου τα φοβερά γεγονότα που σας γράφω,

καθήμενος πλάι στις φλόγες του τζακιού και πίνοντας ένα ζεστό ρόφημα με οσμή διεγερτική,

αμφέβαλλα για όσα εκεί είχαμε ζήσει, για μια φορά ακόμα θέλησα από τη γνώση να κρυφτώ.

(Αντώνης Μπούζας)