Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Συγνώμη, αλλά δεν ήσουν σαν την άλλη

Απέρριψε την πρότασή μου
για επαναπροσέγγιση μέσα στην καταιγίδα.
Κι εγώ, μικρούλι σαπιοκάραβο,
παλεύω με τα κύματα που μου στέλνει το μυαλό μου
το τρομοκρατημένο με μοναξιά.

Εκεί που όλα μοιάζανε χαμένα,σ' είδα μπροστά μου.
Σου έστειλα γράμμα πικρό και χιλιοπονεμένο.
Εσύ μου έγραψες απάντηση, κατευθείαν απ' του Θεού τα χείλη.
Δεν ήσουν σαν την άλλη - δεν ήσουν σαν την άλλη.

Μύριζες μαργαρίτα φλογερή μετά την μπόρα.
Μιλούσες κι άκουγα με δέος αγγέλων ψαλμωδίες.
Εκεί που πίναμε καφέ για μια στιγμή σε είδα να παίρνεις όψη δελφινιού.
Κι άλλοτε που καβγαδίζαμε, άρχιζες ξαφνικά να μου πετάς τσεκούρια μπλε σαν ψέμα.

Αναλαμπή ταυτότητας στη δίνη της ημικρανίας.
Ήσουν ότι πιο όμορφο έχει ποτέ από τη γη αυτή περάσει.
Δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί όνειρο ζούσα.
Κάτι όμως δεν μου ταίριαζε.
Γιατί δεν ήσουν σαν την άλλη - δεν ήσουν σαν την άλλη.

Αυτή με σύννεφα το κεφάλι μου χτυπούσε
και μ' αστραπές σκίαζε την καρδιά μου.
Βάρβαρος απ' τα βάθη της ζούγκλας, το χαμόγελο των ματιών μου λεηλάτησε.
Εσύ μ' αγκάλιασες κι εκείνη σιώπησε θανάσιμα.
Κι όμως εγώ αυτήν αγαπώ.
Τον χορό των ηλεκτροσόκ χορεύω.
Σαν έρμαιο του έρωτα,σαν καταδικασθείς.

Σου 'στειλα τελεσίγραφο,''χωρίζουμε'' σου είπα.
Εγώ, πρόσφυγας,στον κόσμο μας περιπλανιέμαι.
Στοιχειώνω ένα διαμέρισμα κάπου στο κέντρο.
Τα πάντα ακατάστατα μέσα εκεί,
από φροντίδα στερημένα,
στην τύχη τους παρατημένα.


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Αέρινοι στοχασμοί

Ας είναι το σχολείο κάθε υλιστή
μια καρδιά χρυσή
μες σε χαρακωμένο σώμα καλλονής.
Κι ας είν' η ειρωνεία
για τον απελπισμένο,
ο ήλιος που ανατέλλει
μπροστά στον κρεμασμένο
κι εκείνος δε μπορεί να δει.

Περιπατητής είμαι στην κοιλάδα των ηφαιστείων
κι ας μη δίνω δεκάρα για τη χλεύη των γελοίων.
Η ζωή μου να κρέμεται από μια κλωστή,
καθώς η έκρηξη σύντομα θ' ακουστεί,
γι αυτό λοιπόν κι εγώ να ζω
μέσα σε κάθε τι μικρό.
Πρώτη φορά μου αισθάνομαι, πρώτη φορά υπάρχω!

Προσεύχεται σε μιά γυναίκα.
Της ψέλνει ύμνους.
Αυτή πλέον ορίζει αν θα χαρεί ή αν θα λυπηθεί.
Αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει.
Τον έπλασε ξανά, μια μέρα στο νεκροταφείο,
αφού ανεμοστρόβιλοι τον είχανε διαλύσει και δεν υπήρχε πια καμιά ελπίδα.
Κι αυτή, με τη σειρά της,προσεύχεται σ' αυτόν.

Δε σου αρέσει ο κόσμος; 
Πάρε πινέλο,φτιάξε τον ξανά απ' την αρχή.

Τόποι αλμυροί

Παραθαλάσσιες περιοχές.
Πίκρας και πόνου δαμαστές.
Τόποι για ποίηση φτιαγμένοι.
Το αεράκι να φυσά τη ψημένη τη ψυχή μας.

Στους δρόμους σας περπάτησα ημέρες με λιακάδα. 
Στην αμμουδιά αντίκρισα σειρήνες ξαπλωμένες. 
Δόξασα τον ήχο των κυμάτων κραυγάζοντας πρωτόγονα.
Έπαιξα κρυφτό με τον ήλιο μα οι σκιές με πρόδωσαν.

Παραθαλάσσιες περιοχές.
Μητέρες της ευδαιμονίας.
Όντα της έκστασης,όταν η μέρα σας αποκαλύπτει. 
Πλάσματα του ρομαντισμού,όταν η νύχτα σας φλερτάρει.

Κάθε φορά που σας αφήνω
λέω "εις το επανιδείν".
Σε ένα χρόνο πίσω θα μαι,
να σας γευτώ,
να με αδειάσετε.

Κι όταν ξανά το καλοκαίρι φτάνει,
τρέχω πίσω σ' εσάς.
Σπάζω το ρολόι μου
και στην άμμο πέφτω τυλιγμένος
μέχρι η οδύνη να περάσει...

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Το μαγικό μαξιλάρι

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ταξιδιώτης σταμάτησε σ΄ένα ξενοδοχείο για να περάσει τη νύχτα του. Ζήτησε το καλύτερο δωμάτιο κι ο ξενοδόχος τον χτύπησε στο ώμο, του χαμογέλασε πονηρά και του είπε ότι είναι πάρα πολύ τυχερός. Τον πήγε στο δωμάτιο 31. Μόλις μπήκε μέσα ο ταξιδιώτης  είδε ότι το δωμάτιο ήταν μικρό και στενό. Οι τοίχοι ήταν ξεβαμμένοι και πραγματικά απόρεσε τι το ξεχωριστό είχε αυτό το δωμάτιο. Ο ξενοδόχος του έδειξε το κρεβάτι, του είπε να ξαπλώσει να κοιμηθεί και να ονειρευτεί ότι επιθυμεί περισσότερο στη ζωή του. Του είπε ότι το μαξιλάρι είναι μαγικό κι ότι την άλλη μέρα κιόλας θα δει όλα τα όνειρα που θα έκανε να πραγματοποιούνται.
Ο ταξιδιώτης ήταν πολύ απογοητευμένος από τη ζωή του και είχε πάψει να πιστεύει στα θαύματα. Θεώρησε τον ξενοδόχο ουτοπιστή και ονειροπαρμένο, τον καληνύχτισε και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Στον ύπνο του είδε τη γυναίκα του που είχε χαθεί πριν από 15 χρόνια. Ήταν ξανά μαζί της και ήταν ευτυχισμένος. Είδε επίσης το άλογό του που πριν από λίγα χρόνια είχε αναγκαστεί να το σκοτώσει με μεγάλη λύπη. Είδε ακόμη ότι είχε κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία και ήταν πιο πλούσιος  κι από βασιλιάς. Είχε ένα μεγάλο ανάκτορο διακοσμημένο με αγάλματα από την αρχαία Ελληνική μυθολογία και υπηρέτες κυκλοφορούσαν συνεχώς κρατώντας πλούσια εδέσματα. Ζούσε σ΄αυτό το ανάκτορο με τη γυναίκα του και κάθε μέρα πήγαιναν βόλτα στη εξοχή με το πολυαγαπημένο του άλογο.
Το άλλο πρωί μόλις άνοιξε τα μάτια του άρχισε  σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τη φριχτή πραγματικότητα. Επανήλθε από τον κόσμο του ονείρου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και η δυσφορία τον κυρίευσε και πάλι.
Σηκώθηκε και κατέβηκε για να πάρει το πρωινό του. Εκεί που έτρωγε, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ο ξενοδόχος με μία έκφραση απελπισίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
- Κύριε, σας συμπάθησα πάρα πολύ χθες το βράδυ αλλά η υπομονή έχει και τα όριά της. Αυτό που συμβαίνει είναι άνω ποταμών. Θα σας ζητούσα να σηκωθείτε και να φύγετε αυτή τη στιγμή αλλά σέβομαι το ότι είστε άνθρωπος ταλαιπωρημένος.
- Αγαπητέ μου φίλε μου φάνηκες εκκεντρικός μεν αλλά καθόλου παράλογος ή κακός. Για πιο λόγο αυτή η επιθετική συμπεριφορά;
- Διότι το ξενοδοχείο μου δεν είναι στάβλος κι αν θέλετε πάτε στη ρεσεψιόν να δείτε.
Ο ήρωάς μας υπάκουσε και βρέθηκε μπροστά σ΄ένα θέαμα που του θύμισε άλλες εποχές. Έκπληκτος γεμάτος χαρά και με το δάκρυ να κυλάει ποτάμι βρισκόταν μπροστά στη σύζυγό του. Ήταν ντυμένη ακριβώς όπως πριν χαθεί και δίπλα της έστεκε το άλογό του. Αυτή τον κοίταξε και για μια στιγμή όλα πάγωσαν. Έμειναν να κοιτάζονται χαμένοι ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου.
-       Άλλαξες τόσο πολύ, αλλά τα μάτια σου, παρέμειναν ίδια σαν τα μάτια ενός μικρού παιδιού.
-       Και σένα ο χρόνος σε σημάδεψε όμως με τίποτα δεν μπορεί να σβήσει αυτό που έχω μέσα μου για σένα. Σου έλειψα;
-       Αν μου έλειψες; κάθε μέρα που περνούσε ήταν μια λευκή σελίδα, ήταν ένα τίποτα, ζούσα το παρελθόν και το παρόν για μένα δεν υπήρχε. Θέλω να χωθώ στην αγκαλιά σου, να κλάψω και να μείνω εκεί για πάντα.
-       Τώρα που βρεθήκαμε οι πληγές θα γιατρευτούν. Έλα αγάπη μου να σ΄αγκαλιάσω.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ανάμεσά τους ο ξενοδόχος.
-       Είδατε, έχω άδικο που είμαι τόσο συγχυσμένος;
Ο ταξιδιώτης τον καθησύχασε αποκαλύπτοντάς του ότι το όνειρο που είδε χθες το βράδυ πραγματοποιήθηκε, όπως κι ο ίδιος του είχε πει.
Στη συνέχεια ανέβηκε στο άλογο με τη γυναίκα του κι έφυγαν. Στον δρόμο η γυναίκα του, του αποκάλυψε ότι όλον αυτόν τον καιρό την φιλοξενούσε στο σπίτι του ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος που την είχε σαν κόρη του. Τώρα πλέον ο άνθρωπος αυτός είχε πεθάνει κι αυτή είχε κληρονομήσει όλη του την περιουσία.
Έτσι ο ήρωάς μας είδε και το υπόλοιπο του ονείρου του να εκπληρώνεται.
Τώρα πλέον κάλπαζαν γρήγορα και ο δρόμος μπροστά τους ήταν λαμπερός, το φως του ήλιου τους τύφλωνε και η ζέστη τους αγκάλιαζε.
Ήταν ευτυχισμένοι όσο ποτέ άλλοτε.
Ξαφνικά το ξυπνητήρι χτύπησε και τα γκρέμισε όλα.
Ο ταξιδιώτης ξύπνησε στο άθλιο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Όταν κατέβηκε στη ρεσεψιόν ρώτησε τον ξενοδόχο αν τελικά το μαξιλάρι ήταν όντως μαγικό.
Ο ξενοδόχος του χαμογέλασε όλο ντροπή και του είπε ότι στην πραγματικότητα αυτό είναι ένα κόλπο που εφηύρε για να προσελκύει τους πελάτες.

Ο ταξιδιώτης κατέβασε το κεφάλι και με βαριά καρδιά βγήκε έξω στον παγωμένο αέρα που σε χτυπάει αλύπητα μα σε λυτρώνει κιόλας.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Ο κόσμος του ονείρου

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας τύπος ο οποίος ήταν πάρα πολύ τεμπέλης, τόσο πολύ, που περνούσαν μέρες ολόκληρες κι αυτός δεν σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι του, κοιμόταν συνέχεια. Τώρα βέβαια υπήρχαν πολλοί που έλεγαν ότι ο άνθρωπος αυτός είχε μισήσει τη ζωή και γι αυτό το λόγο είχε βρει καταφύγιο στον κόσμο του ονείρου. Λάτρευε απίστευτα τα όνειρά του. Απόκληρος αυτού του κόσμου, έλεγαν, καθώς ήταν, του είχαν δώσει άσυλο στο βασίλειο του Μορφέα.
Ο άνθρωπος αυτός καθημερινά και σχεδόν για όλη την ημέρα ζούσε σ’ έναν παράδεισο. Μπορούσε να δει ό,τι πιο απίθανο επιθύμησε ποτέ του να πραγματοποιείται. Γνώριζε υπέροχα πλάσματα πολύ πιο σοφά από τον άνθρωπο και συζητούσε μαζί τους. Τα λόγια τους ήταν βάλσαμο στην ψυχή του και τον γέμιζαν φως.
Ανάμεσα σ’ όλα αυτά που είχε συναντήσει βρισκόταν κι ένας κλόουν ο οποίος έκανε τέτοια αστεία που δεν είχε δει ποτέ του. Πέθαινε από τα γέλια. Οι υπηρέτες του τον έβλεπαν να ξεκαρδίζεται στον ύπνο του.
Επίσης υπήρχε στα όνειρά του μια μπαλαρίνα. Ήταν τόσο όμορφη που την είχε ερωτευθεί. Πάντοτε όταν χόρευε μπροστά του εκστασιαζόταν κι όταν τελείωνε αυτή το χορό της κατακόκκινος από την ντροπή του, άνοιγε το στόμα του για να της πει «σ’ αγαπώ». Προτού προλάβει όμως να πει οτιδήποτε αυτή του έκλεινε το μάτι και απομακρυνόταν γρήγορα. Είχε βάλει σκοπό της ζωής του να την παντρευτεί.
Στον ύπνο του συναντούσε ακόμα ένα μικρό ελεφαντάκι το οποίο ήταν τόσο γλυκό, που συνέχεια το αγκάλιαζε, το χάιδευε και για ώρες ολόκληρες του τραγουδούσε και του έλεγε παραμύθια.
Κάποτε οι φίλοι του βλέποντας αυτή την τρομακτική εξάρτησή του από τον ύπνο, θέλησαν να τον βοηθήσουν. Του μίλησαν και του έδωσαν να καταλάβει ότι δεν πήγαινε άλλο. Τον έπεισαν να επισκεφτεί έναν γιατρό.
Όταν ο γιατρός τον εξέτασε βρήκε τόσο σοβαρή την κατάστασή του που του χορήγησε ένα φάρμακο το οποίο έπρεπε να παίρνει για να ελαττωθεί ο ύπνος του.
Ο ήρωάς μας είχε τόσο πολύ ανησυχήσει από τα λόγια των φίλων του που έπαιρνε πολύ περισσότερο από το φάρμακο που είχε δώσει ο γιατρός. Το μάτι του γαρίδα. Στην αρχή η διάρκεια του ύπνου είχε επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα. Σιγά σιγά όμως άρχισε να κοιμάται όλο και λιγότερο. Χωρίς να το καταλάβει πέρασε στο άλλο άκρο, ο ύπνος τον είχε εγκαταλείψει  εντελώς. Περπατούσε γεμάτος υπερένταση μέσα στο σπίτι του. Άλλοτε διάβαζε γυρίζοντας τις σελίδες σαν μανιακός και άλλοτε καλούσε φίλους οι οποίοι τον περνούσαν για τρελό ακούγοντάς τον να φωνάζει δυνατά και να συμπεριφέρεται έντονα. Σχεδόν νόμιζαν ότι επρόκειτο να τους επιτεθεί, καθώς οι τόσο υπερβολικές κινήσεις του αυτό φανέρωναν.
Είχε αρχίσει να του λείπει πάρα πολύ ο άλλος κόσμος, όπου κάποτε ζούσε. Και τι δεν θα έδινε για να ξανάβλεπε τους ονειρικούς του φίλους.
Ο γιατρός μόλις έμαθε την τροπή που πήρε το όλο θέμα του είπε με αυστηρότητα, σχεδόν τον διέταξε να σταματήσει το φάρμακο, πράγμα το οποίο και έκανε. Το φάρμακο όμως την είχε κάνει τη ζημιά του. Και δεν μπορούσε να κοιμηθεί με τίποτα.

Μια μέρα καθώς ο φίλος μας καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού του το μάτι του έπιασε μια κίνηση. Κοίταξε καλύτερα και τι να δει, η αγαπημένη του μπαλαρίνα χόρευε μπροστά του ένα χορό αισθησιακό και του έστελνε φιλιά. Η έκπληξή του ήταν πολύ μεγάλη, αλλά έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν λίγο πιο πέρα αντίκρισε τον κλόουν που τόσο τον διασκέδαζε, εκτελούσε εκείνη τη στιγμή το πιο αστείο νούμερο που είχε δημιουργήσει ποτέ του. Ένοιωσε κάτι υγρό να του χαϊδεύει το πρόσωπο. Ήταν η προβοσκίδα του μικρού ελέφαντα ο οποίος τον καλούσε για παιχνίδι και για παραμύθια. Τα όνειρά του είχαν έρθει να τον βρουν.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Ο γελωτοποιός

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας τύπος σε μια φτωχική γειτονιά. Το όνομά του ήταν Νίκος αλλά ο κόσμος του είχε δώσει το παρατσούκλι γελωτοποιός κι έτσι συνήθιζαν να τον λένε και το πραγματικό του όνομα το ξέχασαν με τον καιρό. Ο λόγος που του έδωσαν αυτό το παρατσούκλι ήταν ότι του άρεσε να κάνει συνέχεια αστεία. Αγαπούσε να βλέπει τον κόσμο να γελάει και κυρίως τα μικρά παιδιά. Καθημερινά έστηνε ολόκληρη παράσταση κάνοντας μιμήσεις, κάνοντας αστεία τη φωνή του  και τα παιδιά στεκόντουσαν γύρω του, τον έβλεπαν και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Ο γελωτοποιός ήταν ένας άνθρωπος κατά βάθος θλιμμένος και είχε απελπιστεί από τη ζωή. Έτσι λοιπόν το γέλιο που χάριζε στους άλλους ήταν γι αυτόν η μοναδική ηλιαχτίδα  στο σκοτάδι του.
Η χώρα του όμως βυθιζόταν στην οικονομική κρίση. Υπήρχε πάρα πολλή πείνα και άνθρωποι είχαν χάσει τα σπίτια τους. Έτσι λοιπόν όσο περνούσε ο καιρός ο γελωτοποιός έβλεπε να γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ζωγραφίσει ένα χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων. Αυτός έκανε τις πιο αστείες γκριμάτσες, έλεγε τα πιο ωραία ανέκδοτα, μα όταν τελείωνε την παράστασή του τα παιδιά δεν είχαν γελάσει ούτε στο ελάχιστο κι έδειχναν βυθισμένα σε σκέψεις απελπισίας.
Αυτό στεναχωρούσε ιδιαίτερα τον γελωτοποιό και κάθε μέρα έσπαγε το κεφάλι του για να βρει μια λύση στο μεγάλο του αυτό πρόβλημα. Η ασχήμια που έβλεπε γύρω του  τον έφερνε στα όριά του. Είχε αποφασίσει ότι οπωσδήποτε θα έκανε κάτι και θα γιάτρευε τις ψυχές τους. Όσο και να έψαχνε όμως δεν μπορούσε να βρει τι θα ήταν αυτό.
Τελικά αποφάσισε να στραφεί στο επάγγελμά του. Για πολλά χρόνια ήταν γιατρός. Πολλοί συνάδελφοί του παλιότερα τον χαρακτήριζαν ιδιοφυΐα στη ειδικότητα αυτή και μάλλον είχαν δίκιο γιατί ο φίλος μας κάποτε είχε φτάσει στο σημείο να δημιουργεί δικά του φάρμακα, τα οποία κανείς δεν είχε ξαναφτιάξει. Πίστευε ότι είχαν δυνατότητες εκπληκτικές. Φοβούμενος όμως μήπως τυχόν αποτύχουν και τα πειράματά του κοστίσουν τη ζωή κανενός ανθρώπου ή του προκαλέσουν καμιά αναπηρία δεν τα δοκίμασε ποτέ. Τα κράτησε φυλαγμένα σ’ ένα ντουλάπι στο σπίτι του.
Αποφάσισε λοιπόν μετά από τόσο καιρό να φτιάξει ένα καινούργιο φάρμακο, το οποίο φανταζόταν να μπορεί να κρατήσει τους ανθρώπους χαρούμενους για πάντα, ό,τι κι αν τους συνέβαινε.
Κλείστηκε λοιπόν στο σπίτι του και επί εβδομάδες ολόκληρες μελετούσε τα βιβλία του και πειραματιζόταν αναμιγνύοντας διάφορες χημικές ουσίες. Έτοιμος να διαλυθεί και με τα νεύρα του να σπάνε, δεν έλεγε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτό το φάρμακο θα ήταν η λύτρωσή του. Αν πετύχαινε, αυτός θα ήταν για πάντα ευτυχισμένος. Που και που έβγαινε καμιά βόλτα για να κάνει διάλλειμα από τη δουλειά του. Ο κόσμος τον έβλεπε κατακόκκινο και μούσκεμα από τον ιδρώτα. Ανησυχούσαν και τον ρωτούσαν τι έχει. Αυτός τους απαντούσε ότι σύντομα θα ξανάρθει η χαρά. Ότι θα τους σώσει όλους.
Κάποια μέρα μέσα από το σπίτι του ακούστηκαν γέλια εκκωφαντικά και πανηγυρισμοί. Άνθρωποι που πριν λίγες μέρες υποψιάζονταν ότι είχε τρελαθεί τώρα σιγουρεύτηκαν. Όταν όμως αργότερα άνοιξε η πόρτα του σπιτιού του κι αυτός βγήκε έξω, φαινόταν φυσιολογικότατος. Απλώς ήταν αλλόκοτα χαρούμενος και είχε βλέμμα σαν να βρίσκεται στον παράδεισο. Κρατούσε μια σακούλα στο χέρι του και βάδιζε με βήμα γοργό. Ο γελωτοποιός απ’ την πλευρά του σκεφτόταν ότι ήρθε η ώρα πλέον να δώσει το αιώνιο χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων, να τους στεγνώσει τα δάκρυα και να τους περιποιηθεί την ψυχή. Από εκείνη τη μέρα πλέον κάθε μέρα θα ήταν γιορτή. Ενώ περπατούσε τον πλησίασαν τρία παιδιά και τον ρώτησαν τι έχει στη σακούλα. Αυτός τότε έχωσε το χέρι του μέσα κι έβγαλε τρεις καραμέλες. Τους τις πρόσφερε. Αυτά χαρούμενα τις έβαλαν στο στόμα τους και άρχισαν να τις γλείφουν. Με το που συνέβη αυτό ο γελωτοποιός κόντεψε να κλάψει από τη συγκίνησή του. Συνέχισε τη βόλτα του και λίγο πιο κάτω συνάντησε άλλα δύο παιδιά στα οποία επίσης έδωσε καραμέλες.
Ο μανάβης που είχε δει τις οικονομίες του να χάνονται και κόντευε να κλείσει η επιχείρησή του, είχε καθίσει έξω από το μαγαζί του σκυφτός με το πρόσωπο στα χέρια κι έκλαιγε. Ο γελωτοποιός τον πλησίασε τρέχοντας και τον χτύπησε στον ώμο. Ο μανάβης τον κοίταξε και τον ρώτησε τι ήθελε. Ο γελωτοποιός τον ρώτησε πως ένοιωθε κι αυτός του είπε ότι αισθανόταν σαν να ζούσε τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Ο γελωτοποιός όμως του χάρισε ένα μεγάλο χαμόγελο και του είπε ότι πλέον όλα τα προβλήματά του είχαν λυθεί. Του έδωσε μια καραμέλα και του είπε ότι δεν θα φύγει αν δεν τον δει να την τρώει. Ο μανάβης παραξενεμένος την έβαλε στο στόμα του και σε λίγα λεπτά η καραμέλα είχε πάει στο στομάχι του. Ο γελωτοποιός του έκανε το σήμα της νίκης και έφυγε. Ο μανάβης ξαφνικά ως δια μαγείας πλημμύρισε χαρά. Μια ανεξήγητη χαρά και ευφορία που όσο περνούσε η ώρα γινόταν μεγαλύτερη.
Στο τέλος της ημέρας ο γελωτοποιός ξάπλωσε στο κρεβάτι του με ένα ύφος ανακούφισης και πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Είχε χαρίσει την ευτυχία σε όλη τη γειτονιά του. Όλοι όσοι ζούσαν εκεί είχαν φάει τις θαυματουργές του καραμέλες. Στον ύπνο του  όλως παραδόξως είδε εφιάλτες, ένα τεράστιο χαμόγελο που τον κυνηγούσε.
Το άλλο πρωί ξύπνησε γεμάτος χαρά. Εκείνη τη μέρα θα αντίκριζε τα χαμόγελα στα πρόσωπα των ανθρώπων που τόσο αγαπούσε. Βγήκε έξω κι άρχισε να περπατά. Σε λίγο περίεργοι ήχοι έφτασαν στ’ αυτιά του. Τον παραξένεψαν. Δεν είχε ξανακούσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Κοίταξε γύρω του με ύφος εξεταστικό αλλά δεν είδε τίποτα και κανέναν. Συνέχισε να περπατά και λίγο πιο κάτω πάγωσε. Βρέθηκε μπροστά σε ένα θέαμα τερατώδες. Δεκάδες άνθρωποι είχαν πέσει κάτω και γελούσαν σαν τρελοί. Περίμενε να σταματήσουν αλλά το γέλιο τους δεν τελείωνε ποτέ. Τα πρόσωπά τους έμοιαζαν φρικτά παραμορφωμένα. Ένα παιδάκι τον πλησίασε κρατώντας την κοιλιά του. Είδε στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο σαν να είχε βγει από εφιάλτη.
Ο γελωτοποιός γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του και κλείστηκε μέσα. Άρχισε να κλαίει με αναφιλητά μονολογώντας για το έγκλημα που είχε κάνει. Η μέρα περνούσε αλλά τα γέλια δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ηχούσαν σαν κραυγές γύρω από το σπίτι του.  Το ίδιο συνέβαινε και την άλλη μέρα και την πιο άλλη και την πιο άλλη…
Μετά από μερικές μέρες ένας αστυνομικός είχε έρθει στη γειτονιά να εξετάσει την κατάσταση. Δεν άργησε να μάθει για τις καραμέλες. Ρώτησε τον κόσμο που έμενε αυτός που τους τις έδωσε κι αυτοί του έδειξαν το σπίτι του.


 Ο αστυνομικός πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. Κανείς δεν του άνοιξε. Από μέσα δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος. Τελικά την έσπασε κι άρχισε να ψάχνει το σπίτι. Σ’ ένα δωμάτιο βρήκε τον γελωτοποιό κρεμασμένο. Αν και νεκρός κρατούσε σφιχτά στα χέρια του κάτι. Ήταν οι φωτογραφίες των μικρών του φίλων της γειτονιάς.      

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Στην κοιλάδα που δεν βρέχει ποτέ

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια όμορφη κοιλάδα ζούσαν δύο λουλουδάκια το ένα δίπλα στο άλλο.
Κάθε μέρα με το που ξυπνούσαν αντίκριζαν με χαρά το ένα το άλλο και στα πρόσωπά τους ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο χαμόγελο. Η ψυχή τους ζεσταινόταν και όλη η υπόλοιπη μέρα κυλούσε πανέμορφα.
Κουβέντιαζαν από το πρωί έως αργά το βράδυ. Κάποια μέρα όμως φέρθηκαν και τα δύο εντελώς εγωιστικά κι έτσι αυτή η ζεστή φιλία διαλύθηκε. Μάλωσαν πάρα πολύ άσχημα κι ευχόντουσαν να γίνει κάτι έτσι ώστε να απομακρυνθούν το ένα από το άλλο.
Εν τω μεταξύ ο καιρός περνούσε κι όπου να’ ναι θα έβρεχε στην κοιλάδα. Όλα τα λουλούδια περίμεναν σαν τρελά τη βροχή. Ήθελαν επιτέλους να ξεδιψάσουν και να πάρουν ζωή.
Η μέρα που θα έβρεχε όπως είχαν υπολογίσει έφτασε. Τα λουλουδάκια κοίταζαν ψηλά γεμάτα χαρά. Η ώρα όμως περνούσε κι όσο κυλούσε η μέρα τα χαμόγελα όλο και λιγόστευαν. Αργά το βράδυ ένα από αυτά ψέλλισε με μαύρη στεναχώρια ότι η βροχή είχε αναβάλλει την επίσκεψή της. Δεν πειράζει όμως αυτά θα περίμεναν και κάποια στιγμή δεν μπορεί σίγουρα θα έβρεχε.
Την επόμενη μέρα τα δύο λουλούδια πρωταγωνιστές της ιστορίας μας στράφηκαν το ένα προς το άλλο και κοιτάχτηκαν, όχι με αγάπη καθώς οι μνήμες από τον καυγά τους ήταν ακόμα νωπές.
-   Τι λες, θα βρέξει κάποτε;
-   Εγώ είμαι αισιόδοξος θα βρέξει δεν υπάρχει περίπτωση.
-   Το θέμα είναι όμως ότι έχω πάθει αφυδάτωση, πρέπει το πολύ σε δυο, τρεις μέρες να έχει βρέξει διαφορετικά δεν ξέρω τι θα γίνει, εσύ διψάς;
-   Σαν τρελός. Δεν μου λες, είσαι ακόμα θυμωμένος;
-   Έχω αρχίσει να το ξεπερνάω σιγά σιγά.
-   Κι εγώ το ίδιο, σήμερα με ρώτησες αν διψάω κι αυτό δείχνει ότι νοιάζεσαι για μένα.
Πέρασε άλλη μια μέρα και μετά κι άλλη τα λουλουδάκια της κοιλάδας είχαν αρχίσει ν’ απελπίζονται, η απαισιοδοξία τους είχε κυριεύσει την ψυχή.
Την Τρίτη μέρα τα δυο λουλούδια μίλησαν μεταξύ τους με μια φωνή σχεδόν ξεψυχισμένη.
-   Έχω χάσει πλέον κάθε ελπίδα, η βροχή μας εγκατέλειψε, τώρα περιμένουμε πλέον τον θάνατό μας.
-   Ξέρεις θλίβομαι που θα σε χάσω, το χαμόγελό σου που έβλεπα ήταν ότι πιο όμορφο υπήρχε στη ζωή μου.
-   Κι εσύ ήσουν μοναδικός φίλος, θα μου λείψεις.
-   Τουλάχιστον θα συντροφεύσουμε το ένα το άλλο μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μας. Θα σου χαμογελάω και σου δίνω δύναμη μέχρι να σβήσω.
-   Ήσουν και θα είσαι για πάντα στην καρδιά μου.
Τότε τα δυο λουλούδια κοιτάζοντας το ένα τα μάτια του άλλου με αγάπη άρχισαν να κλαίνε. Τα δάκρυα κύλησαν από τα μάγουλά τους και μούσκεψαν το χώμα.
Τότε ξαφνικά ένοιωσαν να ξεδιψούν. Κι ένοιωσαν πολύ πιο δυνατά από πριν. Το δάκρυ τους έτρεχε ποτάμι. Σταγόνες ζωής τα πότιζαν και σταδιακά η δίψα τους εξαφανίστηκε.
Ενθουσιασμένα τότε που είχαν ανακαλύψει το μυστικό το διέδωσαν και σ’ όλη την υπόλοιπη κοιλάδα.

Η βροχή δεν ήρθε ποτέ, υπήρχαν όμως δάκρυα κι αυτό έφτανε για τα λουλουδάκια. Δεν περίμεναν πλέον το θαύμα, το θαύμα ήταν μέσα τους.