Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Παραινέσεις

-Υπόταξε τη σκέψη! 
-Πώς γίνεται αυτό; 
-Νανούρισμα με ήλιο, 
 Πικάσσο και ποτό.

-Βάλε στο τέρας χαλινάρι!   
-Θεέ! Πώς θα το κάνω; 
-Ρώτα όσα δεν πιάνω. 
 Και ζύγωσε το ραψωδό 
 που παίζει σε στο πιάνο.

-Τραγούδησε με τα πουλιά! 
-Δεν έχω πια πουλιού λαλιά. 
 Δεν θρέφω γω τον αετό 
 που βάφει κόκκινα πανιά. 
-Ο αετός έχει δυο κιάλια. 
 Ζήτα του να σε βγάλει βόλτα 
 στου γαλαξία τ' ακρογιάλια. 
 Φίλησε ράμφος από χνούδι 
 που πλάθει λόγος γι' αγγελούδι.

-Της συμφοράς κλείσε το στόμα! 
-Μα είμαι χείλη δίχως χρώμα. 
-Γιάτρεψε το μικρό μου πτώμα, 
 άσε με να σου δείξω βήμα 
 στου χαλασμού τη γη ακόμα.

(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ανατροπή

Λέει στον άντρα η γυναίκα: 
"Θα σε εκδικηθώ απόψε.

Για το ταξίδι που μου στέρησες. 
Για τις ελπίδες μου που έσφαξες. 
Που πήγα να χαμογελάσω 
και τα δοντάκια μου ξερίζωσες.

Για την του γένους ασφυξία. 
Για την αρσενική πορνεία. 
Για το ραβδάκι που μου άρπαξες. 
Το λουλουδάκι που μετάλλαξες.

Δεν είμαι 'γω, κόβω το στήθος. 
Δεν είμαι πια, δικός σου οίκος. 
Μου 'μαθες δόντια να φιλώ. 
Μου 'βαλες μάτια με κενό.

Συγνώμη μου ζητάν κλαμμένοι 

απόγονοί σου πουλημένοι. 
Μ' αυτούς μαζί θα τραγουδήσω, 
μα πρώτα εσένα θα νικήσω.

Να σε καρφώσω στην καρδιά, 
μπας και πονέσεις μια φορά".

(Κι εγώ βλέπω σε όραμα 
το μέλλον με αρβύλες).

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Εύθραυστη ιστορία

Μου πήρες τα ματάκια της, 
αγαπημένη θλίψη. 
Ζωή με δάκρυ και γιατί, 
ανθρωποκτόνα πλήξη.

Το στόμα της στο στήθος μου 
ηλεκτροσόκ να κάνει. 
Κι εγώ να μένω μ' άδειο στόμα 
απ' της εικόνας της την πλάνη.

Ύστερα ήρθε η βροχή. 
Λάβωσε την απάτη μας. 
Ρούφηξε θάλασσα κι ακτή. 
Κλάψαμε το κρεβάτι μας.

Το κραγιόν σου από πέρσι 
έχω ακόμα στο ποτήρι. 
Το τσιγάρο να μου λέει 
"θα σου κάνω το χατίρι".

Μέσα μου χτυπούν δυο λέξεις 
που δεν πρόλαβα να πω. 
Μη μου φεύγεις, γύρνα πίσω. 
Είσ' ο λόγος που επιζώ.

Κάποια μέρα θα κινήσω 
το λευκό να φέρω πίσω. 
Λίγες ώρες για να ζήσω 
πριν τον κόσμο αυτόν αφήσω.

(Αντώνης Μπούζας)

Απών

Βομβαρδισμός νεκροκεφαλών βαμμένων με σπέρμα αιμάτινο.
Κι εγώ να νιώθω σήμερα πως χλώμιασα πολύ ξανά.
Στέκει πάνω απ' το κρεβάτι μου με τη μαύρη του όψη.
Δυο στήθη κατακόκκινα πετιούνται μες απ' τις σκιές.
Το τέρας μου χαμογελά και γλείφεται ενώ βογκά.

Όσο κι αν πασχίζεις να γλιτώσεις,
και τον θάνατο νομίζεις πως εφόβησες,
εκείνος πάντα θα προσμένει.
Στη γωνία του τη φλόγα σου να διώξει.
Στη γωνία του το κλάμα σου να νιώσει.
Στη γωνία του δρεπάνι να σου χώσει.

Κι άμα ακόμα πίσω άφησες την πρώτη νύχτα,
κι αν τον ιδρώτα πρόδωσες που χύσατε μαζί,
τα αίματα που χύθηκαν και βάψαν τα λουλούδια,
το σάλιο που εσιώπησε δίψας αιώνιο κορμί.

Όσο κι αν πασχίζεις να γλιτώσεις,
ο θάνατος αόρατος θα σε ακολουθεί.
Γι' αυτό απόψε ούρλιαξε στην αγκαλιά μιας πόρνης
κι αύριο μέθα μεσοπέλαγα στις τρεις η ώρα το πρωί.


Είμαι προφήτης και τα έζησα
στ' άψυχο κρέας των στιγμών.
Είμαι αυγούλα και ξεψύχησα,
αλλά με θάψανε απών.


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Καρδιακό

Ιπτάμενος ιππότης στην κάψα του χειμώνα.
Νεράιδα που ψάχνει στον κόσμο μια σιωπή.
Μην την περιγελάτε,εσείς ξενυχτισμένοι.
Στο στόμα σας διψάει και τρέμει το φιλί.



Ηφαίστειο που στάζει στο κέντρο της αυλής μου.
Μη μου το παίρνεις, θεέ μου! Πώς θα χορτάσω εγώ;
Υπόγειο στεγάζει το δέντρο της μικρής μου.
Kι εγώ στο σώμα ψέλνω. Χαϊδεύω το θεριό.

Χτυπάνε τα νταούλια,το όνειρο ξυπνάει.
Οι πύλες του δεσπόζουνε μπροστά σας στερημένες.
Δε δέχονται γραβάτες, νυστέρια, χρυσά σκήπτρα.
Αδέρφια τους ορίζουνε μονάχα τα παιδιά.

Ατρόμητος διαβάτης διασχίζει τις ουλές σου.
Δαγκωματιές γεμίζει μα λέει, δε θα χάσει.
Ακόμα και αερικό,στο τέρμα τους θα φτάσει.
Σημαιοφόρος που κρατά ολόφωτο γέννας παρόν.

(Αντώνης Μπούζας)

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Hλεκτρισμένος εξολοθρευτής

Ξερνούν τα μάτια μου γνήσιο, άσπιλο ηλεκτρισμό
ψήνοντας τα πάντα γύρω μου, ακόμη και εσένα.
Οι Απρόσωποι τρέχουν φλεγόμενοι.
Και τα παιδάκια σκέφτονται τις αλάνες, τις μπάλες, τα γέλια.
Που δεν τα είδανε ποτέ και ούτε θα τα δούνε.



Ένα ζευγάρι δίνει το τελευταίο του φιλί.
Πολλά είχε να της πει, πολλά είχε να του πει.
Αλλά δεν το άνοιξαν ποτέ τους το ρημάδι.
Τώρα, καθώς διανύουν τα στερνά τους τα λεπτά,
ανακαλύπτουν μια γλώσσα άλλη.
Εκείνη των ματιών.


Όλοι με κοιτάζουν τρεμάμενοι.
Ένας ψυχίατρος μου καρφώνει μια ένεση στο μάτι-δεν πειράζει, έχω τ' άλλο.
Χοροπηδώ σαν καλικάντζαρος με την καρδιά μου μεθυσμένη.
Ποτέ μου δε μπόρεσα να καταλάβω πώς το σκοτάδι για μένα είναι φως
και πώς το φως σκοτάδι.


Δύο χαζοί χορεύουνε πιασμένοι χέρι-χέρι.
Βλέπεις, όσο κι αν είμαστε τυφλοί,
σε κάτι τέτοιες ώρες, χαμογελά η βεβαιότητα.
Κι είμαστε όλοι ίσοι.
Δεν υπάρχει ψηλός και κοντός μπροστά στο ανυπόταχτο παιδί που λέμε φύση.


Άλλοι με βλέμμα αναχώρησης,
άλλοι λες κι ετοιμάζονται να αγκυροβολήσουν.
Νιώθω πως έχω πιστούς που προσκυνάνε.
Μα έχω πλέον κουραστεί να παίρνω τα κεφάλια των απίστων.
Λέω να πάω να κοιμηθώ κι αύριο συνεχίζω.
Στέλνω ένα χαιρετισμό στο διψασμένο πλήθος,
φωνάζω δυνατά πως αύριο θα τους ψήσω,
αλλά -για δες!- μια αστραπή κατέβηκε και έψησε εμένα.


(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Εχθροί για πάντα

Χάιδεψα με το στυλό λευκή σελίδα κι εμφανίστηκαν δυο λέξεις.
Η μια λεγότανε χαρά ενώ η άλλη λύπη.
Απ' την αρχή μισήθηκαν και συνεχώς τρωγόντουσαν. 

Η λύπη δεν ήθελε να βλέπει αυτό που ήταν κάποτε, 
μου λεγε να το σβήσω.
Και η χαρά φοβότανε ο πικραμένος γείτονας μην την επηρεάσει.
Σε σάπια γη πατούσε.


Οι δυο εχθροί μαλώνανε συνεχώς, αδιαλείπτως. 
Μαλώναν και τα γράμματα που παίζαν μεταξύ τους. 
"Εδώ έχουμε πόλεμο,δεν έχουμε χαρά. 
Μαζέψτε τα παιδιά σας από την παιδική χαρά!" 
Όποιο από τα γράμματα τύχαινε να ερωτευθεί
αμέσως το ευνούχιζαν μην τύχει κι αισθανθεί.


Θύμωσα κι εκνευρίστηκα με τα δύο παιδιά μου.
Τους μίλησα με αγάπη, προσπάθησα να συγκινήσω. 
Τους μίλησα με μίσος κι απειλές,
απόπειρα να φοβίσω.
Κανένα αποτέλεσμα και είχα πια χλωμιάσει. 
Κράδαινε το τσεκούρι της η λύπη.
Και μια γραβάτα η χαρά.


Δυο γράμματα απ' τη χαρά και τρία από τη λύπη συναντήθηκαν.
Πως θα πυροβολήσει το ένα αστειεύτηκε
και όλα λύθηκαν στα γέλια.
Μοιράστηκαν το φαγητό, τραγούδια και φιλιά.
Όταν μεθύσανε μετά είπαν ξανά πως θ' ανταμώσουν 
και στης ειρήνης την υγειά.
Γυρνώντας πίσω σπίτι τους βρήκαν στρατό απ' έξω. 
Τα πιασαν και τα πέταξαν στο πιο βαθύ μπουντρούμι.
"Οι προδότες θα εκτελεστούν" μούγκριζε κάθε λέξη.


Τότε ήταν που λυπήθηκα πολύ και άρχισα να κλαίω. 
Τα δάκρυα μούσκεψαν το χαρτί και έσβησαν τις λέξεις.

(Αντώνης Μπούζας)