Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Εχθροί για πάντα

Χάιδεψα με το στυλό λευκή σελίδα κι εμφανίστηκαν δυο λέξεις.
Η μια λεγότανε χαρά ενώ η άλλη λύπη.
Απ' την αρχή μισήθηκαν και συνεχώς τρωγόντουσαν. 

Η λύπη δεν ήθελε να βλέπει αυτό που ήταν κάποτε, 
μου λεγε να το σβήσω.
Και η χαρά φοβότανε ο πικραμένος γείτονας μην την επηρεάσει.
Σε σάπια γη πατούσε.


Οι δυο εχθροί μαλώνανε συνεχώς, αδιαλείπτως. 
Μαλώναν και τα γράμματα που παίζαν μεταξύ τους. 
"Εδώ έχουμε πόλεμο,δεν έχουμε χαρά. 
Μαζέψτε τα παιδιά σας από την παιδική χαρά!" 
Όποιο από τα γράμματα τύχαινε να ερωτευθεί
αμέσως το ευνούχιζαν μην τύχει κι αισθανθεί.


Θύμωσα κι εκνευρίστηκα με τα δύο παιδιά μου.
Τους μίλησα με αγάπη, προσπάθησα να συγκινήσω. 
Τους μίλησα με μίσος κι απειλές,
απόπειρα να φοβίσω.
Κανένα αποτέλεσμα και είχα πια χλωμιάσει. 
Κράδαινε το τσεκούρι της η λύπη.
Και μια γραβάτα η χαρά.


Δυο γράμματα απ' τη χαρά και τρία από τη λύπη συναντήθηκαν.
Πως θα πυροβολήσει το ένα αστειεύτηκε
και όλα λύθηκαν στα γέλια.
Μοιράστηκαν το φαγητό, τραγούδια και φιλιά.
Όταν μεθύσανε μετά είπαν ξανά πως θ' ανταμώσουν 
και στης ειρήνης την υγειά.
Γυρνώντας πίσω σπίτι τους βρήκαν στρατό απ' έξω. 
Τα πιασαν και τα πέταξαν στο πιο βαθύ μπουντρούμι.
"Οι προδότες θα εκτελεστούν" μούγκριζε κάθε λέξη.


Τότε ήταν που λυπήθηκα πολύ και άρχισα να κλαίω. 
Τα δάκρυα μούσκεψαν το χαρτί και έσβησαν τις λέξεις.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Πρόσωπο με πρόσωπο

Σαν κλείσει ο διακόπτης, είμαστε μόνο εγώ κι εσύ.
Όταν νεκρώνει όλη η πλάση, σ' έχω επιτέλους απέναντί μου.
Εσένα που ανέβηκες ψηλά κι εμένα πίσω άφησες.

Έβγαλες χρήμα, το σύμπαν σου λάμπει εκτυφλωτικά. 

Τίποτα δε σεβάστηκες.
Πήρες χαμόγελα, τα 'ριξες κάτω 
και με τ' ατσάλινο παπούτσι τα θρυμμάτισες.
Θεός για όλους, για μένα προδότης.
Πόσο εύκολα αλήθεια ξέχασες.

Τα μάτια σου μην αποστρέφεις 

καθώς επάνω σου πετάω το παρελθόν που θες να σβήσεις.
Είχες πει τότε θ' αγαπάς.
Eίχες πει τότε θα φιλάς.
Θα είσαι μέγα δεκανίκι για τους ανάπηρους πολέμου.
Και τώρα να 'σαι εμπρός μου, ο πόλεμος αυτοπροσώπως.

Τη μάσκα σου εγώ θα ρίξω.
Αυτή την ώρα για σένα σωτηρία δεν υπάρχει.
Από το έδρανο κοιτώ και βλέπω σένα τραγικό. 
Τρέμεις ολόκληρος θαρρώ και κάτι μου θυμίζεις. 
Στα μάγουλα κυλούν σταγόνες.
Κλαψούρισμα φτάνει στ' αυτιά μου.
Με κάνεις σοβαρά ν' αναρωτιέμαι
αν έδεσες ποτέ σου την καρδιά μου.

Χαρτ-αετοί

Τετράδια πετάξανε στις άκρες του ορίζοντα.
Σε σύννεφα βουτήξανε παχιά και μυρωδάτα.
Μ΄ελπίδα αναδύθηκαν και γράμματα υγρά.
Μιλήσαν για τις ώρες τους που μοιάζανε στο
αίμα βουτηγμένες.


Τα είδε ένας ναυτικός που κάπνιζε την πίπα του
και γύρεψε παρέα.
Άρπαξε δύο απ΄αυτά και τη μορφή τους χάραξε.
Έπλευσε στις σελίδες τους
κοιτώντας με τα μάτια του δίδυμου αδελφού του.

Έκλεισε μέσα τους το πρόσωπό του
και έκλαψε σαν το παιδί
που έζησε στη φρίκη του ολέθρου.
Κι αυτά του δώσαν άσυλο στα τρυφερά τους σπλάχνα.
Δυο ώρες ήταν που η κραυγή εθέριζε τους γλάρους.
Σαν τέλειωσε τα φίλησε σαν νάταν οικογένεια.


“Τώρα όμως πρέπει να χωρίσουμε.
Υπέρλαμπρο το γεγονός που οι δρόμοι μας συναντηθήκαν.
Λίγες στιγμές ανάσας”.


Έτσι τετράδια πέταξαν και πάλι στα ουράνια.
Κι αυτός σαν τους θαλασσινούς άνοιξε τα φτερά του 
και κίνησε για χώρες μακρινές να βρει το πεπρωμένο.

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Συγνώμη, αλλά δεν ήσουν σαν την άλλη

Απέρριψε την πρότασή μου
για επαναπροσέγγιση μέσα στην καταιγίδα.
Κι εγώ, μικρούλι σαπιοκάραβο,
παλεύω με τα κύματα που μου στέλνει το μυαλό μου
το τρομοκρατημένο με μοναξιά.

Εκεί που όλα μοιάζανε χαμένα,σ' είδα μπροστά μου.
Σου έστειλα γράμμα πικρό και χιλιοπονεμένο.
Εσύ μου έγραψες απάντηση, κατευθείαν απ' του Θεού τα χείλη.
Δεν ήσουν σαν την άλλη - δεν ήσουν σαν την άλλη.

Μύριζες μαργαρίτα φλογερή μετά την μπόρα.
Μιλούσες κι άκουγα με δέος αγγέλων ψαλμωδίες.
Εκεί που πίναμε καφέ για μια στιγμή σε είδα να παίρνεις όψη δελφινιού.
Κι άλλοτε που καβγαδίζαμε, άρχιζες ξαφνικά να μου πετάς τσεκούρια μπλε σαν ψέμα.

Αναλαμπή ταυτότητας στη δίνη της ημικρανίας.
Ήσουν ότι πιο όμορφο έχει ποτέ από τη γη αυτή περάσει.
Δεν ήθελα να κοιμηθώ, γιατί όνειρο ζούσα.
Κάτι όμως δεν μου ταίριαζε.
Γιατί δεν ήσουν σαν την άλλη - δεν ήσουν σαν την άλλη.

Αυτή με σύννεφα το κεφάλι μου χτυπούσε
και μ' αστραπές σκίαζε την καρδιά μου.
Βάρβαρος απ' τα βάθη της ζούγκλας, το χαμόγελο των ματιών μου λεηλάτησε.
Εσύ μ' αγκάλιασες κι εκείνη σιώπησε θανάσιμα.
Κι όμως εγώ αυτήν αγαπώ.
Τον χορό των ηλεκτροσόκ χορεύω.
Σαν έρμαιο του έρωτα,σαν καταδικασθείς.

Σου 'στειλα τελεσίγραφο,''χωρίζουμε'' σου είπα.
Εγώ, πρόσφυγας,στον κόσμο μας περιπλανιέμαι.
Στοιχειώνω ένα διαμέρισμα κάπου στο κέντρο.
Τα πάντα ακατάστατα μέσα εκεί,
από φροντίδα στερημένα,
στην τύχη τους παρατημένα.


Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Αέρινοι στοχασμοί

Ας είναι το σχολείο κάθε υλιστή
μια καρδιά χρυσή
μες σε χαρακωμένο σώμα καλλονής.
Κι ας είν' η ειρωνεία
για τον απελπισμένο,
ο ήλιος που ανατέλλει
μπροστά στον κρεμασμένο
κι εκείνος δε μπορεί να δει.

Περιπατητής είμαι στην κοιλάδα των ηφαιστείων
κι ας μη δίνω δεκάρα για τη χλεύη των γελοίων.
Η ζωή μου να κρέμεται από μια κλωστή,
καθώς η έκρηξη σύντομα θ' ακουστεί,
γι αυτό λοιπόν κι εγώ να ζω
μέσα σε κάθε τι μικρό.
Πρώτη φορά μου αισθάνομαι, πρώτη φορά υπάρχω!

Προσεύχεται σε μιά γυναίκα.
Της ψέλνει ύμνους.
Αυτή πλέον ορίζει αν θα χαρεί ή αν θα λυπηθεί.
Αν θα ζήσει ή αν θα πεθάνει.
Τον έπλασε ξανά, μια μέρα στο νεκροταφείο,
αφού ανεμοστρόβιλοι τον είχανε διαλύσει και δεν υπήρχε πια καμιά ελπίδα.
Κι αυτή, με τη σειρά της,προσεύχεται σ' αυτόν.

Δε σου αρέσει ο κόσμος; 
Πάρε πινέλο,φτιάξε τον ξανά απ' την αρχή.

Τόποι αλμυροί

Παραθαλάσσιες περιοχές.
Πίκρας και πόνου δαμαστές.
Τόποι για ποίηση φτιαγμένοι.
Το αεράκι να φυσά τη ψημένη τη ψυχή μας.

Στους δρόμους σας περπάτησα ημέρες με λιακάδα. 
Στην αμμουδιά αντίκρισα σειρήνες ξαπλωμένες. 
Δόξασα τον ήχο των κυμάτων κραυγάζοντας πρωτόγονα.
Έπαιξα κρυφτό με τον ήλιο μα οι σκιές με πρόδωσαν.

Παραθαλάσσιες περιοχές.
Μητέρες της ευδαιμονίας.
Όντα της έκστασης,όταν η μέρα σας αποκαλύπτει. 
Πλάσματα του ρομαντισμού,όταν η νύχτα σας φλερτάρει.

Κάθε φορά που σας αφήνω
λέω "εις το επανιδείν".
Σε ένα χρόνο πίσω θα μαι,
να σας γευτώ,
να με αδειάσετε.

Κι όταν ξανά το καλοκαίρι φτάνει,
τρέχω πίσω σ' εσάς.
Σπάζω το ρολόι μου
και στην άμμο πέφτω τυλιγμένος
μέχρι η οδύνη να περάσει...

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Το μαγικό μαξιλάρι

Μια φορά κι έναν καιρό ένας ταξιδιώτης σταμάτησε σ΄ένα ξενοδοχείο για να περάσει τη νύχτα του. Ζήτησε το καλύτερο δωμάτιο κι ο ξενοδόχος τον χτύπησε στο ώμο, του χαμογέλασε πονηρά και του είπε ότι είναι πάρα πολύ τυχερός. Τον πήγε στο δωμάτιο 31. Μόλις μπήκε μέσα ο ταξιδιώτης  είδε ότι το δωμάτιο ήταν μικρό και στενό. Οι τοίχοι ήταν ξεβαμμένοι και πραγματικά απόρεσε τι το ξεχωριστό είχε αυτό το δωμάτιο. Ο ξενοδόχος του έδειξε το κρεβάτι, του είπε να ξαπλώσει να κοιμηθεί και να ονειρευτεί ότι επιθυμεί περισσότερο στη ζωή του. Του είπε ότι το μαξιλάρι είναι μαγικό κι ότι την άλλη μέρα κιόλας θα δει όλα τα όνειρα που θα έκανε να πραγματοποιούνται.
Ο ταξιδιώτης ήταν πολύ απογοητευμένος από τη ζωή του και είχε πάψει να πιστεύει στα θαύματα. Θεώρησε τον ξενοδόχο ουτοπιστή και ονειροπαρμένο, τον καληνύχτισε και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Στον ύπνο του είδε τη γυναίκα του που είχε χαθεί πριν από 15 χρόνια. Ήταν ξανά μαζί της και ήταν ευτυχισμένος. Είδε επίσης το άλογό του που πριν από λίγα χρόνια είχε αναγκαστεί να το σκοτώσει με μεγάλη λύπη. Είδε ακόμη ότι είχε κληρονομήσει μια τεράστια περιουσία και ήταν πιο πλούσιος  κι από βασιλιάς. Είχε ένα μεγάλο ανάκτορο διακοσμημένο με αγάλματα από την αρχαία Ελληνική μυθολογία και υπηρέτες κυκλοφορούσαν συνεχώς κρατώντας πλούσια εδέσματα. Ζούσε σ΄αυτό το ανάκτορο με τη γυναίκα του και κάθε μέρα πήγαιναν βόλτα στη εξοχή με το πολυαγαπημένο του άλογο.
Το άλλο πρωί μόλις άνοιξε τα μάτια του άρχισε  σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τη φριχτή πραγματικότητα. Επανήλθε από τον κόσμο του ονείρου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα και η δυσφορία τον κυρίευσε και πάλι.
Σηκώθηκε και κατέβηκε για να πάρει το πρωινό του. Εκεί που έτρωγε, ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ο ξενοδόχος με μία έκφραση απελπισίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.
- Κύριε, σας συμπάθησα πάρα πολύ χθες το βράδυ αλλά η υπομονή έχει και τα όριά της. Αυτό που συμβαίνει είναι άνω ποταμών. Θα σας ζητούσα να σηκωθείτε και να φύγετε αυτή τη στιγμή αλλά σέβομαι το ότι είστε άνθρωπος ταλαιπωρημένος.
- Αγαπητέ μου φίλε μου φάνηκες εκκεντρικός μεν αλλά καθόλου παράλογος ή κακός. Για πιο λόγο αυτή η επιθετική συμπεριφορά;
- Διότι το ξενοδοχείο μου δεν είναι στάβλος κι αν θέλετε πάτε στη ρεσεψιόν να δείτε.
Ο ήρωάς μας υπάκουσε και βρέθηκε μπροστά σ΄ένα θέαμα που του θύμισε άλλες εποχές. Έκπληκτος γεμάτος χαρά και με το δάκρυ να κυλάει ποτάμι βρισκόταν μπροστά στη σύζυγό του. Ήταν ντυμένη ακριβώς όπως πριν χαθεί και δίπλα της έστεκε το άλογό του. Αυτή τον κοίταξε και για μια στιγμή όλα πάγωσαν. Έμειναν να κοιτάζονται χαμένοι ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου.
-       Άλλαξες τόσο πολύ, αλλά τα μάτια σου, παρέμειναν ίδια σαν τα μάτια ενός μικρού παιδιού.
-       Και σένα ο χρόνος σε σημάδεψε όμως με τίποτα δεν μπορεί να σβήσει αυτό που έχω μέσα μου για σένα. Σου έλειψα;
-       Αν μου έλειψες; κάθε μέρα που περνούσε ήταν μια λευκή σελίδα, ήταν ένα τίποτα, ζούσα το παρελθόν και το παρόν για μένα δεν υπήρχε. Θέλω να χωθώ στην αγκαλιά σου, να κλάψω και να μείνω εκεί για πάντα.
-       Τώρα που βρεθήκαμε οι πληγές θα γιατρευτούν. Έλα αγάπη μου να σ΄αγκαλιάσω.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ανάμεσά τους ο ξενοδόχος.
-       Είδατε, έχω άδικο που είμαι τόσο συγχυσμένος;
Ο ταξιδιώτης τον καθησύχασε αποκαλύπτοντάς του ότι το όνειρο που είδε χθες το βράδυ πραγματοποιήθηκε, όπως κι ο ίδιος του είχε πει.
Στη συνέχεια ανέβηκε στο άλογο με τη γυναίκα του κι έφυγαν. Στον δρόμο η γυναίκα του, του αποκάλυψε ότι όλον αυτόν τον καιρό την φιλοξενούσε στο σπίτι του ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος που την είχε σαν κόρη του. Τώρα πλέον ο άνθρωπος αυτός είχε πεθάνει κι αυτή είχε κληρονομήσει όλη του την περιουσία.
Έτσι ο ήρωάς μας είδε και το υπόλοιπο του ονείρου του να εκπληρώνεται.
Τώρα πλέον κάλπαζαν γρήγορα και ο δρόμος μπροστά τους ήταν λαμπερός, το φως του ήλιου τους τύφλωνε και η ζέστη τους αγκάλιαζε.
Ήταν ευτυχισμένοι όσο ποτέ άλλοτε.
Ξαφνικά το ξυπνητήρι χτύπησε και τα γκρέμισε όλα.
Ο ταξιδιώτης ξύπνησε στο άθλιο δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Όταν κατέβηκε στη ρεσεψιόν ρώτησε τον ξενοδόχο αν τελικά το μαξιλάρι ήταν όντως μαγικό.
Ο ξενοδόχος του χαμογέλασε όλο ντροπή και του είπε ότι στην πραγματικότητα αυτό είναι ένα κόλπο που εφηύρε για να προσελκύει τους πελάτες.

Ο ταξιδιώτης κατέβασε το κεφάλι και με βαριά καρδιά βγήκε έξω στον παγωμένο αέρα που σε χτυπάει αλύπητα μα σε λυτρώνει κιόλας.