Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Εύθραυστη ιστορία

Μου πήρες τα ματάκια της, 
αγαπημένη θλίψη. 
Ζωή με δάκρυ και γιατί, 
ανθρωποκτόνα πλήξη.

Το στόμα της στο στήθος μου 
ηλεκτροσόκ να κάνει. 
Κι εγώ να μένω μ' άδειο στόμα 
απ' της εικόνας της την πλάνη.

Ύστερα ήρθε η βροχή. 
Λάβωσε την απάτη μας. 
Ρούφηξε θάλασσα κι ακτή. 
Κλάψαμε το κρεβάτι μας.

Το κραγιόν σου από πέρσι 
έχω ακόμα στο ποτήρι. 
Το τσιγάρο να μου λέει 
"θα σου κάνω το χατίρι".

Μέσα μου χτυπούν δυο λέξεις 
που δεν πρόλαβα να πω. 
Μη μου φεύγεις, γύρνα πίσω. 
Είσ' ο λόγος που επιζώ.

Κάποια μέρα θα κινήσω 
το λευκό να φέρω πίσω. 
Λίγες ώρες για να ζήσω 
πριν τον κόσμο αυτόν αφήσω.

Απών

Βομβαρδισμός νεκροκεφαλών βαμμένων με σπέρμα αιμάτινο.
Κι εγώ να νιώθω σήμερα πως χλώμιασα πολύ ξανά.
Στέκει πάνω απ' το κρεβάτι μου με τη μαύρη του όψη.
Δυο στήθη κατακόκκινα πετιούνται μες απ' τις σκιές.
Το τέρας μου χαμογελά και γλείφεται ενώ βογκά.

Όσο κι αν πασχίζεις να γλιτώσεις,
και τον θάνατο νομίζεις πως εφόβησες,
εκείνος πάντα θα προσμένει.
Στη γωνία του τη φλόγα σου να διώξει.
Στη γωνία του το κλάμα σου να νιώσει.
Στη γωνία του δρεπάνι να σου χώσει.

Κι άμα ακόμα πίσω άφησες την πρώτη νύχτα,
κι αν τον ιδρώτα πρόδωσες που χύσατε μαζί,
τα αίματα που χύθηκαν και βάψαν τα λουλούδια,
το σάλιο που εσιώπησε δίψας αιώνιο κορμί.

Όσο κι αν πασχίζεις να γλιτώσεις,
ο θάνατος αόρατος θα σε ακολουθεί.
Γι' αυτό απόψε ούρλιαξε στην αγκαλιά μιας πόρνης
κι αύριο μέθα μεσοπέλαγα στις τρεις η ώρα το πρωί.


Είμαι προφήτης και τα έζησα
στ' άψυχο κρέας των στιγμών.
Είμαι αυγούλα και ξεψύχησα,
αλλά με θάψανε απών.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Καρδιακό

Ιπτάμενος ιππότης στην κάψα του χειμώνα.
Νεράιδα που ψάχνει στον κόσμο μια σιωπή.
Μην την περιγελάτε,εσείς ξενυχτισμένοι.
Στο στόμα σας διψάει και τρέμει το φιλί.


Ηφαίστειο που στάζει στο κέντρο της αυλής μου.
Μη μου το παίρνεις, θεέ μου! Πώς θα χορτάσω εγώ;
Υπόγειο στεγάζει το δέντρο της μικρής μου.
Kι εγώ στο σώμα ψέλνω. Χαϊδεύω το θεριό.

Χτυπάνε τα νταούλια,το όνειρο ξυπνάει.
Οι πύλες του δεσπόζουνε μπροστά σας στερημένες.
Δε δέχονται γραβάτες, νυστέρια, χρυσά σκήπτρα.
Αδέρφια τους ορίζουνε μονάχα τα παιδιά.

Ατρόμητος διαβάτης διασχίζει τις ουλές σου.
Δαγκωματιές γεμίζει μα λέει, δε θα χάσει.
Ακόμα και αερικό,στο τέρμα τους θα φτάσει.
Σημαιοφόρος που κρατά ολόφωτο γέννας παρόν.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Hλεκτρισμένος εξολοθρευτής

Ξερνούν τα μάτια μου γνήσιο, άσπιλο ηλεκτρισμό
ψήνοντας τα πάντα γύρω μου, ακόμη και εσένα.
Οι Απρόσωποι τρέχουν φλεγόμενοι.
Και τα παιδάκια σκέφτονται τις αλάνες, τις μπάλες, τα γέλια.
Που δεν τα είδανε ποτέ και ούτε θα τα δούνε.



Ένα ζευγάρι δίνει το τελευταίο του φιλί.
Πολλά είχε να της πει, πολλά είχε να του πει.
Αλλά δεν το άνοιξαν ποτέ τους το ρημάδι.
Τώρα, καθώς διανύουν τα στερνά τους τα λεπτά,
ανακαλύπτουν μια γλώσσα άλλη.
Εκείνη των ματιών.


Όλοι με κοιτάζουν τρεμάμενοι.
Ένας ψυχίατρος μου καρφώνει μια ένεση στο μάτι-δεν πειράζει, έχω τ' άλλο.
Χοροπηδώ σαν καλικάντζαρος με την καρδιά μου μεθυσμένη.
Ποτέ μου δε μπόρεσα να καταλάβω πώς το σκοτάδι για μένα είναι φως
και πώς το φως σκοτάδι.


Δύο χαζοί χορεύουνε πιασμένοι χέρι-χέρι.
Βλέπεις, όσο κι αν είμαστε τυφλοί,
σε κάτι τέτοιες ώρες, χαμογελά η βεβαιότητα.
Κι είμαστε όλοι ίσοι.
Δεν υπάρχει ψηλός και κοντός μπροστά στο ανυπόταχτο παιδί που λέμε φύση.


Άλλοι με βλέμμα αναχώρησης,
άλλοι λες κι ετοιμάζονται να αγκυροβολήσουν.
Νιώθω πως έχω πιστούς που προσκυνάνε.
Μα έχω πλέον κουραστεί να παίρνω τα κεφάλια των απίστων.
Λέω να πάω να κοιμηθώ κι αύριο συνεχίζω.
Στέλνω ένα χαιρετισμό στο διψασμένο πλήθος,
φωνάζω δυνατά πως αύριο θα τους ψήσω,
αλλά -για δες!- μια αστραπή κατέβηκε και έψησε εμένα.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Εχθροί για πάντα

Χάιδεψα με το στυλό λευκή σελίδα κι εμφανίστηκαν δυο λέξεις.
Η μια λεγότανε χαρά ενώ η άλλη λύπη.
Απ' την αρχή μισήθηκαν και συνεχώς τρωγόντουσαν. 

Η λύπη δεν ήθελε να βλέπει αυτό που ήταν κάποτε, 
μου λεγε να το σβήσω.
Και η χαρά φοβότανε ο πικραμένος γείτονας μην την επηρεάσει.
Σε σάπια γη πατούσε.


Οι δυο εχθροί μαλώνανε συνεχώς, αδιαλείπτως. 
Μαλώναν και τα γράμματα που παίζαν μεταξύ τους. 
"Εδώ έχουμε πόλεμο,δεν έχουμε χαρά. 
Μαζέψτε τα παιδιά σας από την παιδική χαρά!" 
Όποιο από τα γράμματα τύχαινε να ερωτευθεί
αμέσως το ευνούχιζαν μην τύχει κι αισθανθεί.


Θύμωσα κι εκνευρίστηκα με τα δύο παιδιά μου.
Τους μίλησα με αγάπη, προσπάθησα να συγκινήσω. 
Τους μίλησα με μίσος κι απειλές,
απόπειρα να φοβίσω.
Κανένα αποτέλεσμα και είχα πια χλωμιάσει. 
Κράδαινε το τσεκούρι της η λύπη.
Και μια γραβάτα η χαρά.


Δυο γράμματα απ' τη χαρά και τρία από τη λύπη συναντήθηκαν.
Πως θα πυροβολήσει το ένα αστειεύτηκε
και όλα λύθηκαν στα γέλια.
Μοιράστηκαν το φαγητό, τραγούδια και φιλιά.
Όταν μεθύσανε μετά είπαν ξανά πως θ' ανταμώσουν 
και στης ειρήνης την υγειά.
Γυρνώντας πίσω σπίτι τους βρήκαν στρατό απ' έξω. 
Τα πιασαν και τα πέταξαν στο πιο βαθύ μπουντρούμι.
"Οι προδότες θα εκτελεστούν" μούγκριζε κάθε λέξη.


Τότε ήταν που λυπήθηκα πολύ και άρχισα να κλαίω. 
Τα δάκρυα μούσκεψαν το χαρτί και έσβησαν τις λέξεις.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Πρόσωπο με πρόσωπο

Σαν κλείσει ο διακόπτης, είμαστε μόνο εγώ κι εσύ.
Όταν νεκρώνει όλη η πλάση, σ' έχω επιτέλους απέναντί μου.
Εσένα που ανέβηκες ψηλά κι εμένα πίσω άφησες.

Έβγαλες χρήμα, το σύμπαν σου λάμπει εκτυφλωτικά. 

Τίποτα δε σεβάστηκες.
Πήρες χαμόγελα, τα 'ριξες κάτω 
και με τ' ατσάλινο παπούτσι τα θρυμμάτισες.
Θεός για όλους, για μένα προδότης.
Πόσο εύκολα αλήθεια ξέχασες.

Τα μάτια σου μην αποστρέφεις 

καθώς επάνω σου πετάω το παρελθόν που θες να σβήσεις.
Είχες πει τότε θ' αγαπάς.
Eίχες πει τότε θα φιλάς.
Θα είσαι μέγα δεκανίκι για τους ανάπηρους πολέμου.
Και τώρα να 'σαι εμπρός μου, ο πόλεμος αυτοπροσώπως.

Τη μάσκα σου εγώ θα ρίξω.
Αυτή την ώρα για σένα σωτηρία δεν υπάρχει.
Από το έδρανο κοιτώ και βλέπω σένα τραγικό. 
Τρέμεις ολόκληρος θαρρώ και κάτι μου θυμίζεις. 
Στα μάγουλα κυλούν σταγόνες.
Κλαψούρισμα φτάνει στ' αυτιά μου.
Με κάνεις σοβαρά ν' αναρωτιέμαι
αν έδεσες ποτέ σου την καρδιά μου.

Χαρτ-αετοί

Τετράδια πετάξανε στις άκρες του ορίζοντα.
Σε σύννεφα βουτήξανε παχιά και μυρωδάτα.
Μ΄ελπίδα αναδύθηκαν και γράμματα υγρά.
Μιλήσαν για τις ώρες τους που μοιάζανε στο
αίμα βουτηγμένες.


Τα είδε ένας ναυτικός που κάπνιζε την πίπα του
και γύρεψε παρέα.
Άρπαξε δύο απ΄αυτά και τη μορφή τους χάραξε.
Έπλευσε στις σελίδες τους
κοιτώντας με τα μάτια του δίδυμου αδελφού του.

Έκλεισε μέσα τους το πρόσωπό του
και έκλαψε σαν το παιδί
που έζησε στη φρίκη του ολέθρου.
Κι αυτά του δώσαν άσυλο στα τρυφερά τους σπλάχνα.
Δυο ώρες ήταν που η κραυγή εθέριζε τους γλάρους.
Σαν τέλειωσε τα φίλησε σαν νάταν οικογένεια.


“Τώρα όμως πρέπει να χωρίσουμε.
Υπέρλαμπρο το γεγονός που οι δρόμοι μας συναντηθήκαν.
Λίγες στιγμές ανάσας”.


Έτσι τετράδια πέταξαν και πάλι στα ουράνια.
Κι αυτός σαν τους θαλασσινούς άνοιξε τα φτερά του 
και κίνησε για χώρες μακρινές να βρει το πεπρωμένο.