Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Οι χωρισμένοι

Σφίγγω τη μνήμη σου στο στήθος.
Στις εκκλησίες αγρυπνώ.
Η επιστροφή φαντάζει μύθος.
Στα τρένα σε αναζητώ.

Τρεμουλιαστές μέρες αντέχω.
Μακριά σου πώς να κοιμηθώ;
Ένα φιλάκι θα σου έχω.
Και όπου να 'ναι θα σε δω.

Ωκεανούς μακριά σου στέκω.
Κάπου κι εσύ θα με καλείς.
Μ' ένα σχοινάκι θα σε έλξω,
πριν απ' τον χρόνο μαραθείς.

Μα να 'σαι, φαίνεσαι στο βάθος.
Φάντασμα πάλι ας μην είναι.
Η μουσική παίζει με πάθος.
Όνειρο, αλήθεια τώρα γίνε.

(Αντώνης Μπούζας)

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Η σαλταρισμένη

Εκείνη εγωπάθεια κι αυτός ανοησία.
Ζητάει την ασφάλεια κι εκείνος συνουσία.
Ατελή όντα του Θεού ματαίως πολεμάνε.
Μίσος σφαγιάζει τις καρδιές και μια αυγή ζητάνε.

Ευάλωτος δεν άντεχε γυναίκας απουσία.
Παχύδερμο κι ας έκλαιγε από διπλωματία.
Σηκώνει το φουστάνι της, μονάχα φανερώνει
ένα γλειώδες ερπετό που όλους τους δαγκώνει.

Έφραξαν μονοπάτια τα γαλόνια της.
Έσκισε τον λαιμό του με τα δόντια της.
Μπούκωσε απ' το αίμα κι εκλιπάρησε.
Μια τελευταία αγάπη δεν του χάρισε.

Επέβαλλε βιαίως τον πολιτισμό.
Βάρβαροι άρενες εξήλθαν στο λεπτό.
Μπροστάρισσα στις μάχες δίχως λύπη.
Τις ψυχρές βραδιές κάτι της λείπει.

(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Βαρκάδα

Είναι ποτάμι η ζωή που καταλήγει σε χαράδρα.
Σε σπηλιά ανήλιαγη που πρέπει να θυμάσαι.
Όταν στη βάρκα σου πονάς και ζεις τα περασμένα.
Κι όταν ακτίνες της αυγής ποιητικά σε ντύνουν.

Έχει ρουφήχτρες η ζωή, τα μάτια σου να βλέπουν.
Έμπειρα, πάνσοφα, ανοιχτά όλες να τις προσέχουν.
Δεν πρέπει μόνο ν' αφεθείς στη μνήμη της ρουφήχτρας.
Και να φοβάσαι ήρεμο, ολόγλυκο κι ευγενικό νεράκι.

Αντίο είναι η ζωή κι η γλώσσα σου θα μάθει
αντίο άπειρα και κοφτερά πολλάκις να προφέρει.
Ό,τι μέσα μας γέρασε προσέφερε τα ύψιστα.
Νοσταλγικά χαιρέτησε κι ανέβηκε στ' αστέρια.


Ρεύμα υγρό είν' η ζωή, άσε το να σε πάει.
Πού αναβλύζει μη ρωτάς, μυστήριο ας μείνει.
Γυναίκα ανθηρή να βρεις σύντροφο στην πορεία.
Στα μάτια της να σεργιανάς κι είναι κι αυτή ποτάμι.


(Αντώνης Μπούζας)

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ιδιοκτήτες των εμβίων

Δικτάτορες εκλέγουν τα σκυλάδικα.
Ντίβες με αίμα τα νύχια τους θα βάψουν.
Μολύνουν το μυαλό με γνήσια απόβλητα.
Οι σκέψεις κάποιων όμως δε θα πάψουν.

Πλασάρονται δικοί μας και αδέρφια μας.
Μάστορες όλοι στην ηθοποιία.
Δαιμονικά γελούν στα παρασκήνια.
Τυλίγονται στις γούνες τα θηρία.

Ο λόγος τους για μας πυξίδα.
Μορφοποιήσεις είναι των τυράννων.
Άφρονες το μέλλον μας πορεύουμε.
Προσκυνητές τιτάνιων κοπράνων.

Αν ο Καβάφης πολέμιος αυτών γινόταν,
ηττημένος και νεκρός θα ήταν εξαρχής.
Σ' εποχή άγρια του κρότου βηματίζεις.
Τις λέξεις των σοφών δεν έψαξε ουδείς.

(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Πολιορκία

Κώδικες του συνόλου καθορίζουν
με σπόγγους αν θα πρέπει να κινείσαι.
Τη ζωή σου ν' αναλώσεις στο κενό.
Άχαρο μέλος ενός κόσμου που αρνείσαι.

Πλειοψηφία της βλακείας θριαμβεύει.
Ποιος θα της αντιταχθεί;
Ανωριμότητα διδάσκεται σοφία.
Ποιος την ουσία θα μας πει;

Μόρφωση έχει όποιος αθροίζει.
Κι ας φέρει πνεύμα της πενίας.
Αξίζει μόνο όποιος κερδίζει.
Και ας χρωστά της κοινωνίας.

Επιλογή έχεις κι ευθύνη,
αλυσοδέσμιος αν υπάρχεις.
Απ' την κουλτούρα που αποβάλλουν
πολλά εσύ έχεις να μάθεις.

(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Σκοτεινό παραμύθι

Έταξε ο τράγος στη γυναίκα γόητρο και ευημερία.
Πλούσιο κοιλαρά και χοίρο με εξακόσια έξι πλοία.
Αρκούσε μόνο να πλανέψει τον μέγα τον ανθρωπιστή.
Να τεμαχίσει εξεγέρσεις για τα τριάντα στο πουγκί.

Πρόκληση σκέτη αρχινάει να εύρει τον ανθρωπιστή.
Αόρατό της το φουστάνι, μειδίαμα εκτελεστή.
Μπροστά στον πύργο θα εκθέσει στη γύμνια της πέντε φρουρούς.
Καθείς τον άλλον θα σπαθίσει για να θωπεύσει τους γλουτούς.

Προβάλλει ο αναρχικός με στέμμα και ομιλία ευγενή. 
Εκείνη άμεσα οπλίζει να θέλξει με τα εγγενή.
Είκοσι βουλευτές της τάζει αν την αποστολή προδώσει.
Κι ένα ταξίδι σ' άλλα μέρη λίγο κορμί άμα του δώσει.

Ευθέως όλα τα πουλάει μια παθιασμένη συνουσία.
Τσεκούρι ο ανθρωπιστής θα βγάλει να πετσοκόψει την κυρία.
Αυτή ως αίλουρος προφταίνει να ξαποστείλει τον χασάπη.
Λικνιζομένη δρόμο παίρνει αναζητώντας τον σατράπη.

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Συνταξιδιώτες

Κοκκινομάλλα φρόντιζε κήπους.
Τα μάτια μου μεθοκοπούσαν.
Θα την εξάπλωνα στα χόρτα,
κτήνη πολέμου αν δεν χτυπούσαν.

Φιλούσε ένα μικρό παιδάκι.
Ήθελα εμένα να φιλήσει.
Την τρέλα μου θα της ξηγούσα,
αλλά ο θρήνος είχε αρχίσει.

Για ένα πιάτο εκδιδόταν.
Τ' ατσάλι μέσα μου είχε σπάσει.
Θα σε εχόρταινα καλή μου
μα ο νεκροθάφτης είχε σκάψει.

Την έδερνε ένα αγρίμι.
Με βάρεσε και στο μυαλό.
Θα του ορμούσα να γλιτώσει
μα ρίχναν βόμβες για καλό.

Έκλαιγε πάνω από ένα σώμα.
Ζήταγε να την αγκαλιάσεις.
Το τραύμα σου άμα μπορούσα
θα 'χα φιλήσει να γελάσεις.

(Αντώνης Μπούζας)