Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν
μέσα στο μουντό γαλάζιο δάσος.
Κρατούσαν το απόλυτο σκοτάδι.
Τα χέρια πεινούσαν για γυναίκες.
Δεν ήθελαν να το κάνουν αυτό.
Θα έρχονταν όμως οι συνέπειες.
Ωραίο μέρος, είπε ένας νους,
για εξερεύνηση και ιστορίες.
Μα όχι για κρότους και θάνατο.
Θα ταράξουμε τα ξωτικά
που δεν μας πείραξαν ποτέ.
Δεν είναι τόπος εδώ για τέτοια.
Κάποιοι από εκείνους έτρεμαν.
Σε λίγες ώρες θα υπήρχαν;
Άλλοι ταξίδευαν με βαριά όραση.
Τα δέντρα δεν καταλάβαιναν
ή δεν σκοτίζονταν νομίζω.
Την επομένη θα είχανε γιορτή
με χορούς και πράσινα τραγούδια.
Μόνο αυτό τ' απασχολούσε.
Για λίγες ώρες έπρεπε ν' αντέξουν
τους φορείς της δυστυχίας.
Τους ηλίθιους δεσμοφύλακες
της παγκόσμιας φυλακής.
Οι αρχηγοί του ολέθρου
ετοιμάστηκαν να διατάξουν
το ξεκίνημα της αιματοχυσίας
φυλαγμένοι οι ίδιοι πίσω-πίσω.
Τα υπόλοιπα σάρκινα πιόνια
αδυνατούσαν να το πιστέψουν.
Τα δέντρα έκλεισαν τ' αυτιά τους.
Και τότε, τελείως απροσδόκητα,
ο ένας αρχηγός κραύγασε.
Οι στρατιώτες έστρεψαν τα μάτια
αιφνιδιασμένοι και αγριεμένοι.
Είχε τα χέρια στο κεφάλι του.
Μην του είχε ρίξει κανένας
από τους αντίπαλους αδερφούς;
Αμέσως κι ο άλλος αρχηγός
φώναξε τον ξαφνικό του πόνο.
Το κεφάλι του έτρεχε αίμα.
Σύντομα και οι δυο σωριάστηκαν.
Οι φαντάροι ένιωσαν παράξενα.
Γύρεψαν στο μυθικό τοπίο
την αιτία της λευκής ανατροπής.
Από το βάθος βαστώντας πέτρες
ξεπετάχτηκαν οι καλικάντζαροι.
Αργότερα τραγούδησαν μαζί τους.
(Αντώνης Μπούζας)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου