Παρασκευή 23 Μαΐου 2025

Μια ιστορία δίχως λογική

Ο αστυνόμος Τέλος έψαχνε με σκοτεινό πρόσωπο

τα χαρτιά που σαν άγρια ζώα είχαν χωθεί στα χέρια του.

Άνθρωποι εντελώς άσχετοι και άγνωστοι μεταξύ τους,

χωρίς κοινά στοιχεία στις ταυτότητες και στις ζωές τους,

είχαν βρεθεί κρεμασμένοι σε διάφορα σημεία της πόλης.

Οι δολοφονίες όλες είχαν διαπραχθεί αργά τη νύχτα.


Ο Τέλος έψαχνε πολύ καιρό αυτό το παλαβό τέρας.

Όμως μονάχα προσωρινοί συλληφθέντες είχαν υπάρξει.

Η αθωότητά τους ερχόταν να τους βγάλει απ' τα κελιά.

Ένας μάρτυρας είχε μιλήσει για μια αδύναμη μορφή

που έσερνε τα πόδια της σκιά κι αυτή μες στις σκιές.

Λίγο πιο πέρα, ταλαντευόταν μυστικά το θύμα της.


Επικρατούσε μια αδιάκοπη ανασφάλεια στην πόλη.

Βάδιζαν απειλούμενοι κάτω από τον γκρίζο ουρανό.

Και μια ιστορία ακουγόταν ανάμεσα στους φοβισμένους.

Ο αρχικός αφηγητής της καλυμμένος με ομίχλη, άγνωστος.

Η ιστορία ψιθύριζε σε δωμάτια νυχτερινά δίπλα σε κεριά.

Και παρακάτω σας παραθέτω όσα εκείνη τους έλεγε.


Ότι σε κάποιον κάποτε είχε γίνει μεγάλο κακό και αδικία.

Πως είχε χρίσει τον εαυτό του δήμιο με μίσος στη ματιά.

Τριγυρνούσε εκεί έξω και κρεμούσε όποιον έβρισκε.

Όμως ένας αληθινά τίμιος θα σταματούσε τα εγκλήματα.

Ακούγοντάς το αυτό, οι άνθρωποι γινόντουσαν ποτάμι.

Ορμητικά γέμιζαν δρόμους και σπίτια ψάχνοντάς τον.


Η πόρτα του γραφείου άνοιξε με τρόπο ασυνήθιστο.

Ο Τέλος είδε να κουβαλούν μπροστά του έναν άντρα

απολύτως ατημέλητο και ιδιαιτέρως ταραγμένο.

Έτρεμε και φώναζε πως κανέναν δεν είχε πειράξει.

Όμως δεν είχε άλλοθι για τις ώρες που συνέβησαν οι φόνοι.

Η ανάκρισή του έγινε σε ατμόσφαιρα φορτισμένη.


Ο Τέλος του μιλούσε σκληρά, του έκανε επιθέσεις.

Ο ύποπτος φαινόταν πως είχε πράγματι κάτι να κρύψει.

Αυτό πρόδιδε το βλέμμα και η κινησιολογία του.

Όταν διέκοπταν, τον πετούσαν στο κελί κι εκείνος έκλαιγε.

Και ξαφνικά, ένα πρωί, ο Τέλος του έδειξε μια πατερίτσα.

Είχε βρεθεί στο σπίτι του ενώ ο ίδιος δεν τη χρειαζόταν.


Συνειδητοποίησε πως δε μπορούσε άλλο να το κρύψει.

Αποκάλυψε πού βρισκόταν όταν κρεμαζόντουσαν τα θύματα.

Πριν ένα χρόνο, μεθυσμένος, είχε δείρει μια ηλικιωμένη.

Ξεμέθυστος έπειτα έτρεξε για να την βρει σακατεμένη.

Από τότε συνεχώς την φρόντιζε και ξαγρυπνούσε δίπλα της.

Ανέφερε όμως κι ένα ερειπωμένο ίδρυμα κοντά στο σπίτι της.


Όπως τόνισε, κάθε φορά που περνούσε απ' έξω, βρομούσε.

Η αστυνομία επισκέφτηκε το κτίριο με την αφόρητη μυρωδιά.

Ήταν γεμάτο κρεμασμένους μα ο δήμιος ήταν κι αυτός εκεί.

Ο Τέλος τον συνέλαβε κι ας μην ήταν ακριβώς άνθρωπος.

Τον είχανε κρεμάσει πριν λίγο καιρό λόγω δικαστικής πλάνης.

Όταν μετά κατάλαβε ότι είχε πεθάνει, έχασε τα λογικά του.


(Αντώνης Μπούζας)


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Καταδικασμένοι

Οι δυο στρατοί συναντήθηκαν

μέσα στο μουντό γαλάζιο δάσος.

Κρατούσαν το απόλυτο σκοτάδι.

Τα χέρια πεινούσαν για γυναίκες.

Δεν ήθελαν να το κάνουν αυτό.

Θα έρχονταν όμως οι συνέπειες.

Ωραίο μέρος, είπε ένας νους,

για εξερεύνηση και ιστορίες.

Μα όχι για κρότους και θάνατο.

Θα ταράξουμε τα ξωτικά

που δεν μας πείραξαν ποτέ.

Δεν είναι τόπος εδώ για τέτοια.


Κάποιοι από εκείνους έτρεμαν.

Σε λίγες ώρες θα υπήρχαν;

Άλλοι ταξίδευαν με βαριά όραση.

Τα δέντρα δεν καταλάβαιναν

ή δεν σκοτίζονταν νομίζω.

Την επομένη θα είχανε γιορτή

με χορούς και πράσινα τραγούδια.

Μόνο αυτό τ' απασχολούσε.

Για λίγες ώρες έπρεπε ν' αντέξουν

τους φορείς της δυστυχίας.

Τους ηλίθιους δεσμοφύλακες

της παγκόσμιας φυλακής.


Οι αρχηγοί του ολέθρου

ετοιμάστηκαν να διατάξουν

το ξεκίνημα της αιματοχυσίας

φυλαγμένοι οι ίδιοι πίσω-πίσω.

Τα υπόλοιπα σάρκινα πιόνια

αδυνατούσαν να το πιστέψουν.

Τα δέντρα έκλεισαν τ' αυτιά τους.

Και τότε, τελείως απροσδόκητα,

ο ένας αρχηγός κραύγασε.

Οι στρατιώτες έστρεψαν τα μάτια

αιφνιδιασμένοι και αγριεμένοι.

Είχε τα χέρια στο κεφάλι του.


Μην του είχε ρίξει κανένας

από τους αντίπαλους αδερφούς;

Αμέσως κι ο άλλος αρχηγός

φώναξε τον ξαφνικό του πόνο.

Το κεφάλι του έτρεχε αίμα.

Σύντομα και οι δυο σωριάστηκαν.

Οι φαντάροι ένιωσαν παράξενα.

Γύρεψαν στο μυθικό τοπίο

την αιτία της λευκής ανατροπής.

Από το βάθος βαστώντας πέτρες

ξεπετάχτηκαν οι καλικάντζαροι.

Αργότερα τραγούδησαν μαζί τους.


(Αντώνης Μπούζας)



Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2024

Ιδιότητες

Το κερί ταξιδεύει.

Το χαμόγελο φωτίζει.

Το χρώμα ντύνει.

Ο μύθος ψιθυρίζει.

Η ευτυχία αμύνεται.

Το γιατρικό φυλάγεται.

Η λύτρωση κρύβεται.

Ο πόνος δε χορταίνει.

Ο κίνδυνος απλώνεται.

Η ελπίδα επιβιώνει.


Το σήμερα χρυσώνεται.

Το πλήθος μπερδεύει.

Ο ρυθμός αρρωσταίνει.

Ο θυμός ταράζει.

Το σκοτάδι κρύβει.

Το όνειρο ναρκώνει.

Η ιστορία προστατεύει.

Ο γυρισμός πονάει.

Η ανάμνηση δακρύζει.

Η ζωή ορίζεται.


Το κενό δε ξεχνιέται.

Μα η πίστη βοηθάει.

Η φωνή συντροφεύει.

Η σιωπή σωπαίνει.

Η ψυχή κυκλώνεται.

Η επιλογή υπάρχει.

Το βλέμμα αλλάζει.

Ο θαυμασμός ψεύδεται.

Το θάρρος τραυματίζεται.

Το αληθές αφουγκράζεται.


Η σπηλιά μέσα μας ζει.

Η προβιά μας περιμένει.

Η συντριβή δήθεν ζυγώνει.

Ο όλεθρος απομακρύνεται.

Οι αισθήσεις κοροϊδεύουν.

Το εγώ σέρνει τον πλανήτη.

Η ταπείνωση σφίγγει τα δόντια.

Η αφέλεια βλέπει την εξέλιξη.

Η φαντασία δεν έχει σύνορα.

Ο κόσμος μας μπορεί να είν' ωραίος.

(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024

Το ζητούμενο είναι η γλυκιά εξαπάτηση

Έχει βάλει την αγαπημένη του ταινία.

Να καλύψει ό,τι συμβαίνει εκεί έξω.

Να περάσει μ' ένα πινέλο βουτηγμένο

την απίστευτη κόκκινη αλήθεια.


Όμως αυτά που βλέπει στην ταινία

είναι είδος καθρέφτη της αλήθειας.

Το γυαλί του κάνει το άσχημο ωραίο.

Κι ως τέτοιο στο μυαλό το επιστρέφει.


Οι ώρες κυλάνε διαφορετικά από πριν.

Σχεδόν έχει ξεχάσει τον κόσμο.

Στο παράθυρο απέναντί του όμως

ένα βλέμμα κενό από ώρα έχει κολλήσει.


Τον περιμένει είτε έρθει είτε όχι.

Η πόρτα κλειδωμένη με καλά ψέμματα.

Ο ίδιος έχει καταφέρει να κοιμίσει τη γνώση.

Σκοπεύει να το κρατήσει μέχρι το τέλος.


Σειρήνες και κρότοι γύρω από το σπίτι.

Ακούει αλλά δεν καταλαβαίνει.

Η αλήθεια γδέρνει τους έξω τοίχους.

Σκοπεύει γελαστός να μείνει μέχρι το τέλος.


(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Μυστικό της ευτυχίας : Όλα στη ζωή εξαρτώνται από τα μάτια σου

Δεν υπάρχει άκυρο δημιούργημα στην Τέχνη.

Ανεξαρτήτως μηνυμάτων ή της απουσίας τους.

Ανεξαρτήτως δημοφιλίας του βιβλίου, της ταινίας.

Αυτή η τοποθέτηση είναι φιλοσοφική.

Και θα την αποδείξω ευθύς αμέσως.


Δεν αποδεικνύεται όμως με καλλιτεχνικά κριτήρια.

Από τη στιγμή που ένα τραγούδι συγκίνησε

ή απλώς διασκέδασε τουλάχιστον έναν άνθρωπο,

ακόμα και χωρίς κάτι να του είπε ή να του έμαθε,

αυτό το τραγούδι φυσικά αξίζει.


Και μόνο έναν κάποτε η τάδε ταινία να γοήτευσε

και κάτι στην ψυχή του να έδωσε

σημαίνει ότι τον σεβασμό μας αξίζει.

Και δεν υπάρχει απολύτως τίποτα στην Τέχνη

που να μην το έχει καταφέρει αυτό.


Ο κριτικός βεβαίως άλλα θα σου πει.

Υπάρχουνε συμφέροντα πίσω από τις κριτικές.

Πληρώνονται για να κατευθύνουν.

Επιπλέον, ασχολούνται πολύ αλλά δεν γνωρίζουν.

Η κρίση σου όμως πρέπει να είναι ελεύθερη.


Θα μου πεις, πώς όλα τα έργα στην Τέχνη είναι καλά

αφού υπάρχουν τα βλαβερά μηνύματα;

Πολλοί όμως δεν επηρεάζονται γιατί εστιάζουν αλλού. 

Βλέπεις κάτι που αυτοί δεν το βλέπουν.

Κι αφού δεν το βλέπουν, δεν μπορεί να τους πειράξει.


Το καλό και το κακό συνυπάρχουν παντού στον κόσμο.

Μέσα στον άνθρωπο και άρα και στα δημιουργήματά του.

Κάθε ανθρώπινο δημιούργημα είναι μαζί φως και σκοτάδι. 

Μην τα ισοπεδώνουμε όλα επιδιώκοντας την ουτοπία. 

Μπορούμε να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο.

(Αντώνης Μπούζας)

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Τα δέκα χιλιάδες χρώματα του φόβου

Καθώς ψάχνω όλο και περισσότερο το παρελθόν και το παρόν των κινηματογραφικών, και όχι μόνο, ταινιών, αντιλαμβάνομαι την ύπαρξη ενός τεράστιου θησαυρού ταινιών τρόμου αλλά και γενικότερα θρίλερ (κάθε είδους) ο οποίος περιμένει τους εραστές των σκοτεινών παραμυθιών να τον ανακαλύψουν. Θρίλερ αριστουργηματικά. Θρίλερ όχι αριστουργηματικά αλλά όμως μαγευτικά με τον τρόπο τους και που σε συνεπαίρνουν.

Σύμφωνα με μελέτες, όταν ο άνθρωπος βιώνει το συναίσθημα του φόβου μέσα σε μια ελεγχόμενη κατάσταση, π.χ. βλέποντας μια ταινία ή διαβάζοντας ένα βιβλίο, διεγείρεται και η ψυχολογία του ευεργετείται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Υπό προϋποθέσεις λοιπόν, το συναίσθημα του φόβου είναι ωφέλιμο και βοηθητικό.

Μην μένετε μόνο στις γνωστές ταινίες του είδους! Ψάξτε και τις άλλες, τις άγνωστες στο ευρύ κοινό. Υπάρχουν και οι λησμονημένες που σαν λίθοι πολύτιμοι κρύβονται κατά μήκος ολόκληρου του εικοστού αιώνα καθώς και στον εικοστό πρώτο. Αγνοήστε τις χαμηλές βαθμολογίες και τις υποκειμενικές κριτικές. Κανένας δεν μπορεί να σας πει (ή να καθορίσει το) πώς θα δείτε μια ταινία. Είστε ελεύθεροι άνθρωποι. Κρίνετε οι ίδιοι! Νιώστε οι ίδιοι!

Γενικώς, ας γνωρίζουμε ότι στις δεκαετίες του πενήντα, του εξήντα, του εβδομήντα, του ογδόντα, του ενενήντα και του δύο χιλιάδες γίνεται χαμός από ενδιαφέρουσες, αν όχι και ερωτεύσιμες, ταινίες τρόμου, αστυνομικού θρίλερ, ψυχολογικού θρίλερ και λοιπές. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νωρίτερα ή αργότερα δεν βγήκαν πολλές καλές. Μην σνομπάρουμε το είδος σαν άσοφοι ελιτιστές. Γιατί απλούστατα και αυτό αποτελεί κομμάτι του πολιτισμού μας.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα

Εμφανίστηκε για πρώτη φορά μια συννεφιασμένη μέρα του 1728,

σ' ένα γαλλικό χωριό, ρακένδυτος και με πρόσωπο γεμάτο σκότος.

Τον περιέθαλψαν οι ευγενείς χωρικοί και του έδωσαν κρέας.

Επέμεναν το κρέας να ψήσουν όμως εκείνος το έφαγε ωμό.

Όσο καιρό έμεινε σ' εκείνο το μέρος, μιλούσε πολύ σιγά κι ελάχιστα.

Μόνο καθόταν δίπλα στις φλόγινες πηγές θερμότητας και τις κοιτούσε.

Έφυγε αθόρυβα μέσα στη νύχτα χωρίς ποιος ήταν να φανερώσει.


Ξαναεμφανίστηκε περπατώντας σ' ένα χωράφι κάπου στη Γερμανία.

Ήταν καλοκαίρι του 1811 και τα χοντρά του ρούχα έδειχναν ακριβά πολύ.

Ένας αγρότης τον φιλοξένησε σπίτι του νομίζοντας πως είχε χαθεί.

Κουβέντιαζαν δίπλα στο τζάκι που σκίαζε μυστηριωδώς τη μορφή του.

Εκείνος όμως πολύ δεν μιλούσε και με δυσκολία ακουγόταν.

Ο αγρότης τρόμαζε από κάτι απροσδιόριστο που αχνοφαινόταν.

Το βράδυ που ο άγνωστος έφυγε, βρήκε το δρεπάνι μέσα στο σβησμένο τζάκι.


Τον είδανε ξημερώματα να κινείται σαν σκιά στη Θεσσαλονίκη του 1917.

Ήτανε βρώμικος και τους είπε ότι ερχόταν από πολύ πολύ μακριά.

Από την άλλη άκρη του πλανήτη; ρώτησε κάποιος εντυπωσιασμένος.

Ο άγνωστος του αποκρίθηκε ότι τους είχε έρθει από πολύ πιο μακριά.

Τα σκυλιά ασταμάτητα τον γάβγιζαν και τα πουλιά έφευγαν σαν πλησίαζε.

Της κοπέλας που τον περιποιήθηκε της ψιθύρισε κάτι στο αυτί κι εκείνη πάγωσε.

Το κορίτσι έφυγε μια μέρα μετά από εκείνον και πρόλαβε να δει στο βάθος τους καπνούς.


Ένας πλούσιος φάνηκε σε μια κωμόπολη της αγγλικής υπαίθρου το έτος 2020.

Όλοι θέλησαν να τον κάνουν φίλο ώστε όσο μπορέσουν να ωφεληθούν από εκείνον.

Υπήρχε όμως κάποιος Γάλλος που συνεχώς τον κοίταγε παράξενα και κρατιόταν μακριά.

Ρωτούσε συχνά τους άλλους χαμηλόφωνα τί είχαν μάθει για τον άγνωστο.

Μάζεψε αργά τη νύχτα μερικούς στο σπίτι του και τους έδειξε φωτογραφίες άρρωστες.

Φωτογραφίες εκατοντάδων ετών στις οποίες αναγνώρισαν τον πλούσιο επισκέπτη. 

Βρέθηκαν όλοι τους μαζί σε μια κατάσταση ανησυχίας και ανασφάλειας.


Σκέφτηκαν να τον αιφνιδιάσουν κι ενώ κοιμόταν να τον πιάσουν.

Οπλίστηκαν με εργαλεία που κι ως όπλα φονικά μπορούσαν να υπάρξουν.

Διέρρηξαν το σπίτι του και, όταν έφτασαν σιωπηλοί στην κρεβατοκάμαρα,

αντίκρισαν το κρεβάτι να αιωρείται κοντά στο ταβάνι σαν να χορεύει.

Κι ο χώρος ήτανε τόσο ζεστός που έμοιαζε με φούρνο αναμμένο.

Έφυγε, πρόφεραν σιγά οι βραδινοί διαρρήκτες πανιασμένοι, αυτό ήταν.

Και, σε χρόνο ανύποπτο, ίσως εμφανιστεί σε κάποια άλλη γωνιά του πλανήτη.

(Αντώνης Μπούζας)