Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

Στο ξύλινο δωμάτιο

Ξαπλώνω στο πάτωμα.

Διαβάζω στο ταβάνι.

Τα εσώτερά μου φωτεινά

η συννεφιά μου φτιάχνει.


Και έξω απ' το παράθυρο

τα δέντρα επικρατήσαν.

Νίκησαν τον άνθρωπο.

Μα εμένα με αφήσαν.


Στέκονται στην είσοδο.

Τ' ακούω στο μυαλό μου.

Λένε να μείνω μέσα εκεί

αν θέλω το καλό μου.


Μ' αρέσει η κατάσταση.

Είναι απειλή χρωματιστή.

Και η ξυλένια φυλακή

με αγκαλιάζει γελαστή.


Διασκεδάζω με το φόβο μου.

Τι να υπάρχει εκεί έξω;

Κι αν οι σκιές πυκνώσανε

δεν θέλω να δραπετεύσω.


(Αντώνης Μπούζας)



Μέσα και έξω από την πόλη

Λίγο πριν ο ήλιος σηκωθεί από τον ύπνο του

με μισή καρδιά αλλά και μάτι λιονταρίσιο.

Οι Θεοί κρύβονται στις γειτονιές, στα πάρκα.

Στους σκληρούς πεζοπόρους και στα φανάρια.

Παίζουν στα δάχτυλα τις ρόδες του μύθου.


Γιατί γεμίσαμε θορύβους τον κόσμο μας;

αναρωτιέμαι αργότερα περικυκλωμένος.

Είναι οι ήχοι της προσωρινής λησμονιάς.

Της εξαπάτησης για λίγη ακόμα ευτυχία.

Και η σιωπή είναι ο ήχος του θανάτου.


Οι Θεοί αναπνέουν και εμείς κρυώνουμε.

Έπειτα φωνάζουν και εμείς θυμώνουμε.

Μας φιλάνε χωρίς να το αντιληφθούμε

με τα πελώριά τους στόματα επάνω μας.

Και τότε κλείνουμε τα μάτια μα πηγαίνουμε.


Βλέπουμε κι ακούμε μια εκδοχή της πόλης μας.

Τα σπίτια είναι χάρτινα, σκεπάζουν μυστικά.

Κι οι τραγωδίες οι μεγάλες είναι ψέμματα.

Εξάλλου, τραγωδία ποτέ δεν θα βιώσει

όποιος δεν κοιτάζει με βλέμμα τραγικό.


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2023

Χωρίς μάρτυρες

Το βράδυ εκείνο, δεν κοιμήθηκες.

Ταξίδεψες μέσα σου και έψαχνες.

Έπρεπε να βρεις την ευτυχία σου.

Κι ήταν τα φώτα του σπιτιού γλυκά.

Χάιδευαν το κουρασμένο βλέμμα.


Το βράδυ εκείνο, ανακάλυψες

στης ψυχής τα έγκατα τα σκοτεινά

τη φοβισμένη και κρυμμένη ευτυχία.

Την πήρες πάνω και γιορτάσατε.

Ήπιατε άφθονο κρασί παρέα.


Ήταν πολύ αργά και σ' άρεσε.

Ενώ κοιμόντουσαν οι άλλοι όλοι,

βρέθηκες σε ημιφωτισμένες περιοχές

του σπιτιού που έπαιζε μαζί σου.

Δωμάτια που δεν είχες ξαναδεί.


Αυτό το σπίτι που δε γνώριζες

το δικό σου ήτανε σίγουρα.

Χρώματα τριγύρω εμψυχωτικά.

Έπιπλα που τραγουδούσαν χαρωπά.

Είδες και το ανθοδοχείο που 'χε σπάσει.


Το ταξίδι σου μόνο κατάλαβε

το σιωπηλό και έμπιστο φεγγάρι.

Βρήκες εκείνα που θυμόσουνα.

Κι όταν ανέλαβε ξανά ο ήλιος,

το βράδυ εκείνο είχες ξεχάσει.


(Αντώνης Μπούζας)

Ο απρόσωπος συγκάτοικος

Καθώς η καθημερινότητα μας πλάκωνε,

ξεπρόβαλε ένα πρόσωπο από το ταβάνι.

Το βλέμμα του κενό και τα μάτια άδεια.

Έμοιαζε να προέρχεται από άγαλμα.

Έμεινε ασάλευτο και άλαλο εκεί επάνω.


Μου γέννησε μια διάθεση παράξενη.

Λες και ήταν όλα πάλι όπως πρώτα.

Περπατούσα ζωηρά κι ονειρευόμουν.

Συνέβαινε κάτι υπέροχα αιφνίδιο.

Τι σήμαινε όμως αυτό το φαινόμενο;


Με επισκέφτηκαν γνωστοί και άγνωστοι.

Γέμισε κόσμο το σπίτι και πρόσωπα.

Αγόρασα ποτά και μπόλικα κεράσματα.

Η μοναξιά βρισκόταν στο νεκρικό κρεβάτι.

Κάθε πρωινό, ξεκινούσε ένα πάρτυ.


Όταν το κοίταζαν, τους άγγιζε ο φόβος.

Μερικοί διατύπωναν τις θεωρίες τους.

Άλλοι διηγούνταν μεταφυσικά γεγονότα.

Κάποιος έψαξε στους τοίχους για χέρια.

Πάντα καταλήγαμε απλώς να διασκεδάζουμε.


Και το πρόσωπο ακόμα εδώ είναι.

Ένα απόκοσμο αίνιγμα δίχως απάντηση.

Του μιλάω αλλά δεν αποκρίνεται.

Κι όμως, με κάποιο τρόπο, το αισθάνομαι.

Πρόκειται ξαφνικά η φωνή του να ηχήσει.


(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

Επιστροφή

Έχω κρυφτεί στα δάση της παιδικής ηλικίας μου.

Τα είχα λησμονήσει μα πάντοτε τα είχα ανάγκη.

Δεν έχω πέτρες μέσα μου και νιώθω όπως πρώτα.

Αναζητώ συγκλονισμένος το κρυμμένο παραμύθι

στα μυστικά τοπία της λυτρωτικής μελωδίας.

Ψάχνω στη μνήμη την απαραίτητη λήθη.


Αγγίζω τους κορμούς και ξεκουράζομαι.

Ακούω το θρόισμα των φύλλων και ξεχνάω.

Τα βήματά μου ελαφριά, η ανάσα μου καθαρή.

Η όρασή μου πεινασμένη για παιχνίδια.

Οι βλαβεροί άνθρωποι έχουν μείνει πίσω.

Είμαι απίστευτα ελεύθερος και γαλήνιος.


Βαδίζω δίπλα και μαζί με το ποτάμι.

Ξαφνικά κοντοστέκομαι από έναν ήχο.

Μια ψιθυριστή φωνή μου γνωστοποιεί :

Αν θέλεις να μείνεις για πάντα εδώ,

βρες τη λύση στο μυστήριο αυτό.

Γίνομαι ξανά ο μεθυσμένος ερευνητής.


Συλλέγω στοιχεία με καρδιά αλλοτινή.

Ταχύς σαν τον άνεμο και σιωπηλός σαν τη ζωή.

Σε στοιχειωμένο τόπο έχω γίνει φυγάς.

Το χάιδεμα του τρόμου είν' ευεργετικό.

Στο ρολόι ο χρόνος μου βγάζει τη γλώσσα

μα πριν το καταλάβω έχω βρει τη λύση.


Εμπρός μου σαν σε γιγάντια οθόνη

ανάβουν στον ορίζοντα οι παλιές ταινίες.

Εκείνες που μ' εκστασιάζαν τα σαββατοκύριακα.

Μετά το άγχος των μαθημάτων και των τεστ.

Εκείνες που έβαφαν κόκκινο, μπλε και κίτρινο

τον κόσμο γύρω μου μετά από κάθε προβολή.


(Αντώνης Μπούζας)

Αλαφροΐσκιωτος

Μ' ελαφριά ψυχή σε ορεινή τοποθεσία

περπάταγα και άκουγα το μουγκρητό της φύσης.

Σαν το θηρίο εκείνη μ' είχε περικυκλώσει.

Το ένιωθα πως το βλέμμα μου είχε ήδη αλώσει.


Τα κλαδιά σηκώνονταν απειλητικά.

Τα βράχια από κάτω μου μαύρα και κοφτερά.

Όμως δεν φοβόμουνα και ήμουνα καλά.

Με τις σκιές που χόρευαν ήτανε μαγικά.


Ένα βουνό συνάντησα με μορφή προσώπου.

Φουσκωμένα μάγουλα και μάτια μοχθηρά.

Πού θα φτάσει ο άνθρωπος; το ρώτησα εγώ.

Εκείνο μου απάντησε με τρόπο σκοτεινό.


Του σούρουπου τα χρώματα τα μυθικά

έντυσαν τον περίπατο ανάμεσα στα δέντρα.

Εμπρός μου τότε έφερα ένα μικρό παιδί.

Με κοίταξε και μ' έστειλε σε μέρη που είχα ξαναδεί.


(Αντώνης Μπούζας)