Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Σε πεδίο μάχης

Ο καλλιτέχνης περπατά σ' ένα χωριό βομβαρδισμένο.
Η πλατεία γεμάτη πτώματα.
Η ψυχή του τους πονά, την έχει πλημμυρίσει θλίψη.
Το κορμί του δέχεται τις σφαίρες που πέφτουν πάνω του βροχή.

Όσο κι αν τον χτυπούν, δεν πρόκειται να πέσει.
Δεν είναι άνθρωπος σαν όλους τους ανθρώπους.
Πρέπει να μείνει όρθιος.
Γιατί φυλάει Θερμοπύλες.

Βλέπει ανθρώπους που τους ήξερε.
Και πόσο τους αγάπαγε...
Ήταν  τ' αστέρια του.
Κι αυτός ΕΙΝΑΙ ο προστάτης τους.

Ακόμα κι αν το κάθε τι πεθαίνει,
και ο ήλιος πάει να δύσει,
ο καλλιτέχνης θα μας σώσει.
Είναι αυτός που τον θάνατο θα καταργήσει.

Γνωρίζει πως το χωριό πρέπει ξανά να ζωντανέψει.
Αυτή θα 'ναι εξάλλου και η ανταμοιβή του.
Σκύβει πάνω από κάθε πτώμα.
Και δίνει το φιλί της ζωής.

Γυναίκα-σκοτάδι

Γυναίκα, σ' αγαπώ!
Είσαι όλεθρος και μακελειό.
Είσαι ο αιώνιος βασανιστής μου.
Με ευνούχισες και κάθε μέρα με σκοτώνεις.
Τα σχόλια κι οι ειρωνείες σου.
Η περιφρόνηση κι οι απιστίες σου.

Σ' όλη τη γειτονιά με ξεφτίλισες.
Όλοι με δείχνουν και γελούν.
Πόσο σε λατρεύω, Θείο χάος!
Κατασπάραξέ με πάλι σήμερα,
σε ικετεύω!
Έτσι μ' αρέσεις...
Είμαι τρελός, τ'ομολογώ.
Στον έρωτα, όλοι τρελοί γινόμαστε.

Θεά της απελπισίας.
Μούσα των μελαγχολικών καλλιτεχνών.
Φέρε στο μέσα μου σκοτάδι.
Βγάλε απ' το μάτι μου το δάκρυ.
Σπρώξε με στην άβυσσο,
πάτα στα συντρίμμια μου,
χόρεψε στον τάφο μου.
Χόρεψε γυμνή και αποπλάνησε καινούργια θύματα.
Το φιλί σου χειροπέδα.

Εσύ το μυαλό μου σάπισες.
Μ' ένα σου βλέμμα μ' έκανες παρανάλωμα,
κι ακόμα καίγομαι.
Καθημερινά θα καίγομαι και θα ουρλιάζω.
Αφέντρα του ερέβους.

Αληθινό, πανέμορφο πρόσωπο του Χάρου,
παραδίνομαι, πάρε με!
Πάμε να ξεψυχήσω στο κρεβάτι σου με βογκητά.
Γυναίκα,
ω γυναίκα,
γυναίκα-αράχνη σε λέω τελικά.

Άλλος κόσμος

Πολιτείες σκοτεινές και κτίρια τεράστια τον ουρανό καρφώνουν.
Οι άνθρωποι φαντάσματα, κυκλοφορούν με πρόσωπα κρυμμένα.
Τι να φοβούνται άραγε;
Γιατί να φορούν μάσκες;

Ομίχλη σκεπάζει συνήθως τα πάντα.
Και δίνει προμήνυμα κακό.
Κανείς δε ξέρει τι κρύβεται πίσω από την ομίχλη.
Βιαστικό βήμα πολιτών.
Τα ζώα ψοφάνε χωρίς λόγο.
Κι οι άνθρωποι καμιά φορά.
Τις νύχτες κάτι γρατζουνάει τις πόρτες.

Φήμες για τελετές ανίερες και βλάσφημες.
Που και που όλο και μια εξαφάνιση.
Γοτθικό περιβάλλον αρρώστιας, κλειστοφοβίας.
Κι αυτή η βρώμα που δε λέει να κοπάσει.
Είναι σαν να έχει ζωή, να θέλει να μας πνίξει.

Ολόκληρή μου τη ζωή εδώ θα την περάσω.
Απ' τη στιγμή που σε σκότωσα.
Τώρα εσύ γελάς υστερικά σαν ον από εφιάλτη.
Κι εγώ σε βρίζω και λέω ''Σκάσε!''.

Εδώ ΚΑΠΟΙΟΣ μας κυνηγάει.
Μου έχει γίνει εμμονή.
Σύντομα θα με πιάσει.

Διψώ για φως.
Θεέ μου, πόσο διψάω!..

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Για τη γυναίκα

Δεν πρέπει να πεθάνει η γυναίκα!
Μας είναι απαραίτητη.
Είναι αυτή που μας δίνει δύναμη, μόνο και μόνο με το χαμόγελό της.
Είναι αυτή που μας κάνει να συνεχίσουμε τον αγώνα, όταν όλα δείχνουν ότι έχει χαθεί.
Είναι αυτή που μας γιατρεύει τις πληγές με τον πιο θαυμαστό τρόπο.
Είναι αυτή που στον κρύο χειμώνα της ζωής την αγκαλιά της μας προσφέρει.
Είναι αυτή που μας ανασταίνει.

Συγχωρήστε την που σας μάτωσε τη ψυχή.
Και που στα πτώματά σας πάνω πάτησε.
Που σας συμπεριφέρθηκε σαν σε σκουπίδια.
Και που το στήθος της έγινε από πηγή ζωής πηγή θανάτου. Και το γάλα δηλητήριο.
Που σας γύρισε την πλάτη για τη δόξα.
Και που λησμόνησε ποια πραγματικά είναι.

Κατά βάθος όμως δεν άλλαξε!
Παίρνω κι όρκο αν θέλετε!
Αυτό το βλέπεις όταν σε έχει χτυπήσει πολύ άσχημα.
Κι εσύ αρχίζεις να κλαις, εκεί μπροστά της.
Αμέσως καταλαβαίνει ότι δεν έχει απέναντι εχθρό, μα έναν άνθρωπο.
Θυμάται ξαφνικά τι κρύβει μέσα της.
Το πρόσωπό της γίνεται γλυκό σαν το μέλι.
Σκύβει και σ' αγκαλιάζει.

Μην την αφήσετε να χαθεί!
Πρέπει όλοι εμείς που την αγαπάμε,
να παλέψουμε με νύχια και με δόντια.
Να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά.
Να χτυπήσουμε το τέρας της αλλοτρίωσης.
Όσα και να χάσουμε.
Και να τη σώσουμε!
Για να ξανάρθει η χαρά...

Χωρίς τίτλο

Νέκταρ-φαρμάκι το κορμί σου, και ουτοπία-κόλαση.
Όταν μιλάς νιώθω πως με βιάζεις.
Όταν βογκάς με δένεις πιο σφιχτά.
Λέω να φύγω, να γλιτώσω. Εσύ το ξέρεις πως δε μπορώ.
Μαριονέτα σου έγινα. Και το μυαλό μου ανήμπορο να σκεφτεί.
Θέλει αίμα η βασίλισσα; Πάλι το στόμα θα ανοίξει.
Θέλει ζωή η βασίλισσα; Τη μαύρη μου τη μοίρα.

Έτσι απόψε κάθισα κι έφτιαξα ένα κοκτέιλ.
Πήρα μέλι. Πήρα κερί. Πήρα και χρώμα νυχιών και τα έριξα όλα μαζί να βράσουν.
Κοίταξε που με σπρώχνεις, αδιέξοδο φρικτό!
''Χωρίς τίτλο'' το βαφτίζω το ποίημα αυτό εδώ.
Να το διαβάσουν οι μελλοντικοί Εβραίοι και να ξέρουν.
Μπας και μπορέσει να τους βοηθήσει καθόλου αυτό.
Πίνω το ποτό και πάω στα τσακίδια, ήταν γραφτό.
Κάπως αλλιώς ονειρευόμουν την αγάπη, μη ρωτήσεις, θα σου πω.

Να ερχόσουν σαν την άνοιξη, να μου χάιδευες τις ουλές κι αυτές να βγάζαν φύλλα.
Να μου φιλούσες το κεφάλι, εκεί ψηλά που με κοπάνησαν, και να φύτρωνε μια μαργαρίτα.
Και παντού τριγύρω να χιόνιζε, εκτός από εκεί που θα ήμασταν εμείς.
Κάπως αλλιώς θα είμαστε σ’ ένα παράλληλο σύμπαν χωρίς στρατόπεδα και βία.
Δείπνησα εγώ με το κοκτέιλ. Δείπνησε εσύ με την απουσία μου.
Άντε να δούμε τώρα που θα βρεις να πατήσεις, αδιέξοδο φρικτό.

Γυρίζει σπίτι η βασίλισσα, προστάζει και φωνάζει.
Ίχνος κανένα απ' το σκλάβο της, στα σύννεφα αράζει.
Ψάχνει, τον βρίσκει και μετά αρχίζει να κραυγάζει.
Ξερνάει όλο αστραπές και το τηλέφωνο αρπάζει.
Καλεί τον ξάδερφο, θαρρείς νέο θύμα πως ψάχνει.
Καλά να πάθει ο τσιγκούναρος, το όρθιο το ζώον.
Ποτέ μου δεν τον χώνεψα, στο καζάνι χωσ' τον όλον.

Όμως σαν φτάνει ο ακατονόμαστος, είναι ύποπτα ευγενικός.
Θέλει αίμα η βασίλισσα; Τη ρίχνει, τη χτυπάει.
Θέλει ζωή η βασίλισσα; Και τη δικιά της χάνει.
Το παλιοτόμαρο αυτό που το μωρό μου φόνευσε, παίρνει χρήματα και χρυσαφικά και γίνεται καπνός.
Μην κλαις, γλυκιά βασίλισσα. Το ξέρω πως μετάνιωσες. Σ' έναν άλλο κόσμο θα ‘μασταν το καλύτερο ζευγάρι.
Έλα τώρα να ζήσουμε εδώ όσα εκεί δεν ζήσαμε. Θέλω απόψε να μου πεις όσα ποτέ δεν είπες.
Ένα συγγνώμη μου χρωστάς και όλα μέλι γάλα.
Ποτέ δεν ειν' αργά. Τι λες; Το πάμε πάλι απ' την αρχή;

Αντίδοτο

Πάρε φόρα και πήδα στο γκρεμό!
Πρέπει οπωσδήποτε να σακατευτείς.
Κάποια μέρα για τη συμβουλή αυτή θα με ευγνωμονείς.
Κοίταξε μόνο να είναι πολύ ψηλά.

Βλέπεις τις φλόγες μπροστά σου;
Τις φλόγες που όλα τα καταβροχθίζουν;
Όπως το δάσος που κάποτε αγάπησες και στα σπλάχνα του κρυβόσουνα
πριν το σκοτώσουν;
Θέλω να περάσεις από μέσα.
Άσε τις να σε κάψουν για να γίνεις νερό.
Βγες από μέσα τους ξαναγεννημένος.

Φοβάσαι μην πνιγείς;
Πάρε ένα πέτρινο λουλούδι, δώρο από μένα,
και στο λαιμό σου χώσε το.
Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να νικήσουμε το θάνατο
που φωλιάζει μέσα μας.
Πιστεύω σ' εμάς.

Χύσε το αίμα σου για την ελευθερία.
Αυτόν τον αγώνα θα τον δώσεις!
Ρίξε μια ματιά σε μένα, σύντροφε.
Έχω σπάσει τα χέρια μου,
μου έχει παραμορφωθεί το πρόσωπο,
η πλάτη μου σκίστηκε,
η φωτιά με κατέκαψε.
Κι όμως τώρα πια γελάω...

Φτερά, χαμόγελο και μάτια σφραγιστά

Πέταξα σαν πουλί απ' το παράθυρό μου.
Ταξίδεψα σ' όλη τη γη μόνο με το μυαλό μου.
Είδα ανθρώπους λυπημένους, μες στην πίκρα βουτηγμένους.
Θέλησα να τους γλυκάνω τον πόνο.
Κι έτσι πήρα ένα μολύβι κι έγραψα γράμματα.
Τους τα πέταξα, τα διάβασαν και η λύτρωση τους άγγιξε.
Ένιωσα αμέσως καλλιτέχνης. Γιος του ήλιου, εγώ, πολεμιστής.

Είδα ακόμα μια κοπέλα που έκανε μπάνιο σ' ένα σιντριβάνι.
Τη χαιρέτησα .''Ποια είσαι;''
''Είμαι γοργόνα που απ' τη θάλασσα βγήκε για να σας θεραπεύσει!''
''Ο γιατρός μου διέγνωσε χρόνια κατάθλιψη και τάσεις αυτοκαταστροφής.
Ποια η θεραπεία;''
''Έλα να κάνεις μπάνιο μαζί μου, να βαφτιστείς αθάνατος, βασανισμένε!''
Και στο σιντριβάνι βούτηξα. Έπαιξα μαζί της σαν το μικρό παιδί.
Και τα νερά με ξέπλυναν.
Και το ταξίδι μου συνέχισα, αφού η κάθαρση είχε επέλθει.

Έφτασα κάποτε σ' ένα μουσείο.Προχώρησα μέσα με ευλάβεια.
Περπατούσα για ώρα σ' έναν μεγάλο σκοτεινό διάδρομο χωρίς κανένα πίνακα στους τοίχους.
Και κάποτε είδα που οδηγούσε ο διάδρομος.
Κατέληγε σε έναν πίνακα που έδειχνε μια μάσκα.
Μια φωνή μου είπε να τον καταστρέψω.
''Αλλά όχι εδώ. Όταν θα φτάσεις ψηλά, στα σύννεφα.''
Τον πήρα λοιπόν μαζί μου και βγήκα έξω.

Ο αέρας με χτυπούσε αλύπητα, μα πόσο όμορφο το ράπισμά του.
Άρχισα να ανεβαίνω.
Ένα ελικόπτερο κόντεψε να με διαλύσει. Μα εγώ ένιωσα μόνο σαν να με γαργάλησε!
Άγγιξα τα σύννεφα.Και τότε έβγαλα ένα σπίρτο.
Με τη φωτιά του πυρπόλησα το μνημείο.
Έκαψα τη μάσκα για να συνθλίψω τις αλυσίδες.

Έπειτα ξύπνησα δίπλα σ' ένα τεράστιο ηχείο ,όπου είχα λιποθυμήσει προηγουμένως.
Όλο αυτό που έζησα ήταν μια παραίσθηση.
Και ο ήχος που έβγαινε με τσάκιζε.
Βγήκα από το μπαρ και πήγα σπίτι.
Όλη την υπόλοιπη μέρα θρηνούσα.............................
Κι όταν το βράδυ ξάπλωσα, βρέθηκα πάλι να πετάω!..