Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Κάθοδος

Γνώριζε τη σπηλιά από μικρό παιδί. 
Ποτέ κανείς δεν είχε μπει μέσα της. 
Υπήρχε θρύλος για φτερωτά τέρατα. 
Την ατένιζε πάντα από μακριά. 

Κάποτε το αποφάσισε και ετοιμάστηκε. 
Πήρε φαγητό κι εξοπλισμό και πήγε. 
Δεν είπε τίποτα στους φίλους του. 
Μετά τον ψάχνανε μάταια για χρόνια. 

Κοντοστάθηκε στην είσοδο με δέος. 
Εισήλθε έπειτα από πολλή σκέψη. 
Την πρώτη ώρα θόρυβοι ακαθόριστοι. 
Ύστερα έφτασε ακόμα πιο βαθιά.

Σε μια γωνιά χνάρια ματωμένα. 
Γραμμένες κάπου λέξεις μη ανθρώπινες. 
Πινακίδες συνέχεια συναντούσε. 
Κάτι του έλεγαν που δεν κατανοούσε. 

Οι θόρυβοι ώρες μετά δυνάμωσαν. 
Ήταν λες και γινότανε κάτι μεγάλο. 
Σε μια στροφή με τρόμο αντίκρισε 
μια πολιτεία χρυσή και τεραστία. 

Μια μουσική αντήχησε μελωδική. 
Το διαισθάνθηκε, δεν ήταν για καλό. 
Δυο φτερωτοί με όψη φρίκης 
ήρθαν από ψηλά και τον σηκώσανε. 

Έμαθε πολλά για εκείνους, 
όσο καιρό περίμενε το τέλος του. 
Μάλιστα ένας φτερωτός του είπε 
πως σύντομα τη Γη θα κατακτούσαν.

(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019

Στα βαθιά

Εγκαύματα στην παραλία. 
Έρχονται, φτάσαν τα φορεία. 
Έλιωσε φίνο παγωτό. 
Πεσμένος είμαι και διψώ. 

Ελληνικό καλοκαιράκι. 
Δύο νεκροί με μηχανάκι. 
Βριστήκαμε στις διακοπές. 
Μας καταπίνουν οι φωτιές. 

Γυναίκα σαν την Αφροδίτη 
σακατεμένη απ' το σπίτι. 
Άντρας με μαυρισμένο μάτι 
που αντιμίλησε σε κάτι. 

Ελληνικό καλοκαιράκι. 
Σε μια οθόνη κυματάκι. 
Φοράνε μάσκες γελαστές. 
Μιζέρια στις αποσκευές.

(Αντώνης Μπούζας)

Κόκκινος κύκλος

Σήμερα οι εγκληματίες 
έχουν στο νόμο εξουσία. 
Δεν τους χωράν οι φυλακές. 
Εγκληματούνε άφοβοι. 

Σέρνεις τα πόδια ήρεμα, 
σύγχρονο πονεμένο πλάσμα, 
σαλπάροντας σε άδεια πόλη 
ξέχειλη από κρυφές οάσεις. 

Το παραμύθι από καιρό 
σε μια γωνιά σε περιμένει. 
Νεράιδες σε ευλογούν 
κι αυτό τη γέννα σου σημαίνει. 

Σφίγγεις τη φλόγα άκαυστος. 
Το έγκλημα να νικηθεί. 
Να βρει γαλήνη ο άνθρωπος. 
Η νύχτα μας να κοιμηθεί.

(Αντώνης Μπούζας)

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Χρωματίζω τους εφιάλτες σου

Βρέθηκες σε λιβάδι ηλιόλουστο 
και είχε χέρια για λουλούδια. 
Ο ήλιος-βρυκόλακας σε ορεγόταν. 
Στο βάθος υπήρχε αλλόκοτη μορφή. 

Έγινες ξανά παιδί και έτρεχες. 
Έκανες χειραψίες στα λουλούδια. 
Ήσουν ελαφρύς σαν πούπουλο. 
Έλειπαν του μέσα σου τα βάρη. 

Ξάπλωσες κι έλεγες παραμύθια. 
Ο ήλιος μόρφαζε με αγαλλίαση. 
Χοροπηδούσες αιωρούμενος. 
Σε άγγιξε του μύθου ίαση. 

Κι όλη την ώρα προσπαθούσε 
να σε δαγκώσει ένα θηρίο. 
Εσύ όμως πια είχες σωθεί 
κλεισμένος μέσα στο βιβλίο.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Ιστορία φόβου

Χιόνι κι αέρας δυνατός. 
Εκείνη μπρος στο τζάκι. 
Έχει κλείσει έξω το σκοτάδι. 
Μουρμουρίζει έναν παλιό σκοπό. 

Κρούει τη θύρα κάποιος 
κι εκείνη πάει να ανοίξει. 
Κανένας πίσω από την πόρτα 
και αφημένο ένα περίεργο κουτί. 

Βροντά την πόρτα ταραγμένη. 
Τα ιδρωμένα χέρια ανοίγουν το κουτί. 
Αντικρίζει γνώριμο εργαλείο ματωμένο. 
Το καταστρέφει και βαθιά ανησυχεί. 

Λίγο αργότερα κρούει ξανά η θύρα. 
Την ανοίγει βαστώντας πιστόλι. 
Έξω περιμένει ακόμα ένα κουτί. 
Άφαντος και πάλι ο εκβιαστής. 

Την κυριεύει υστερία και ξεσπάει, 
καθώς σεντόνι βρίσκει μέσα 
με το οποίο τύλιξε το θύμα της. 
Στο τζάκι το πετά και περιμένει. 

Αγριεμένη κι επικίνδυνη. 
Του εκβιαστή το θάνατο ποθεί. 
Οι φλόγες δημιουργούν σκιές. 
Και η σιωπή σκοτεινός ήχος. 

Για τελευταία φορά ο άγνωστος χτυπάει. 
Ορμάει εκείνη έξω και παγώνει, 
καθώς ένας νεκρός στέκει λειψός 
και με ματιά του μίσους την καρφώνει.

(Αντώνης Μπούζας)

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2019

Ερωτικό

Κρύψε με στα μάτια σου, 
γιατί ο κόσμος αγριεύει. 
Πάμε στα παλάτια σου, 
γιατί ο άνθρωπος θεριεύει. 

Κρύψε με στους φθόγγους σου, 
γιατί διαλύθηκε η πλάση. 
Τρίψε με στους σπόγγους σου, 
γιατί η σάρκα θα σκουριάσει. 

Αγάπα με στην κλίνη σου, 
γιατί για πάντα νύχτωσε. 
Και κράτα με στη μνήμη σου, 
γιατί το σκότος πήχτωσε. 

Ανέξου με στη μπόρα σου, 
αν γύρισα απ' τη βία. 
Και δέξου με στη χώρα σου, 
του γέλιου μου κυρία. 

Φτιάξε με όπου έσπασα 
στην κλίνη να ενωθούμε. 
Φίλα εμέ κι ας έχασα, 
αν θες να νυμφευθούμε.

(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Πρωινοί στίχοι

Πίσω από τις λέξεις 
μη βιαστείς να τρέξεις. 
Κοίτα τους στα μάτια. 
Δέσε τα κομμάτια. 

Θέλουν το καλό σου; 
Σκέψου για καλό σου. 
Θέλουν το κορμί σου; 
Δώσε την τιμή σου. 

Είσαι όμορφη χαζή. 
Ξεφτίλα γίναμε μαζί. 
Πανίβλακες κι οι δύο. 
Σ' έχωσα στο ψυγείο. 

Αιμορραγώ σαν χοίρος 
στα πόδια σου με κύρος. 
Με κάρφωσε η ματιά σου. 
Ψοφάω για φιλιά σου. 

Πίσω από τις λέξεις 
καραδοκούν οι σκέψεις. 
Χάσε με να σε πιάσω. 
Στο τέλος να σε προφτάσω.

(Αντώνης Μπούζας)