Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Αναπνοή

Ο Πέτρος ήρθε από τον ύπνο στις έξι εκείνο το πρωί.

Δεν είχε ίχνος κούρασης επάνω του και μέσα του. 

Αισθάνθηκε λες και κάτι πολύ καλό και σωτήριο είχε γίνει. 

Ένα τρυφερό γαλάζιο και μια απόλυτη ηρεμία επικρατούσαν.


Το προηγούμενο βράδυ, τα δελτία τους είχαν τρομοκρατήσει όλους.

Και όχι αδίκως εκείνη τη φορά μιας και οδεύαν προς το μεγάλο τέλος.

Δέντρα πολλά δεν ζούσαν πλέον επάνω στον πλανήτη.

Ο άνθρωπος είχε γεμίσει τις τσέπες του σκοτώνοντας τον εαυτό του.


Ο Πέτρος για ώρα προσπαθούσε με το μάτι να συλλάβει κάποια κίνηση στο δρόμο.

Όμως τ' αυτοκίνητα δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους.

Λίγο αργότερα θα ανακάλυπτε κάποιο γεγονός παράξενο και αναπάντεχο.

Ότι το εργοστάσιο που σκοτείνιαζε τον ουρανό είχε κλείσει ξαφνικά και για πάντα.


Στους δρόμους της πόλης βλέμματα λουσμένα με ήλιο και γαλήνη.

Ανεξήγητα σημάδια για εκείνον σκορπισμένα εδώ κι εκεί. 

Πήγε τσιγάρο ν' αγοράσει για να μάθει πως πια δεν τα πουλούσαν.

Και τότε συνειδητοποίησε ότι, με κάποιο τρόπο, δεν χρειαζόταν τον καπνό.


Επέστρεψε στο σπίτι του καθώς κανένας δεν μπορούσε να του εξηγήσει.

Έδωσε ξανά ζωή στην τηλεόρασή του μήπως και αυτή τ' αφύσικα ερμηνεύσει.

Σε όλα τα κανάλια παραδόξως δημοσιογράφοι ήρεμοι που έμοιαζαν σοφοί.

Χαμογελούσαν και γελούσαν δίνοντας την εντύπωση πως ήτανε γιορτή.


Έπειτα από αρκετά λεπτά, στον Πέτρο γνωστοποίησαν τα θαυμαστά συμβάντα.

Κάθε καμένο ή κομμένο δέντρο του πλανήτη είχε αναστηθεί και τη ζωή κρατούσε.

Τα μολυσμένα ύδατα είχαν καθαρίσει κι απ' την ατμόσφαιρα οι ρύποι είχαν λείψει.

Του κόσμου αυτού ο πιο σκληρός και άφρων ήτανε πλέον φύλακας της φύσης.


Ο Πέτρος αδυνατούσε τα αυτιά του και τα μάτια να πιστέψει.

Αυτό που τους είχε σώσει λίγο πριν το τέρμα θα έμενε άγνωστο παντοτινά.

Ήταν σαν να τους είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, σαν να έγιναν απτά τα όνειρα.

Και το μεγάλο τέλος οι άνθρωποι είχαν προλάβει ν' αποτρέψουν.

( Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ

Άνεργοι οι ικανοί κι οι έμπειροι.

Οι μηχανές δεν πληρώνονται.

Το κράτος γλιτώνει τους μισθούς.

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ.


Κι η ανασφάλεια μαυρίζει μάτια.

Σπάζει χέρια για να εκφραστεί.

Οι πιο έξυπνοι χρόνια χωρίς δουλειά.

Και το μόνο επάγγελμα ορντινάντσα των ρομπότ.


Είναι το μέλλον μας λίγο πιο κάτω.

Μας το σερβίρουνε σε χρυσό πιάτο.

Λένε, η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει

με την μονότονη, κουραστική εργασία.


Μα είναι ψέμα, είναι παγίδα.

Είναι στη φάκα το τυράκι.

Η τεχνητή νοημοσύνη ήρθε

τους ανθρώπους για ν' αντικαταστήσει.


Βγάζει λόγους στα μικρόφωνα.

Μα έχει πρόσωπο αδειανό.

Η φωνή του σκέτος πάγος.

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ.

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

Μετάβαση

Αν πας από το γενικό στο ατομικό,

πολλά μπορεί ν' αλλάξουν.

Το φιάσκο μπορεί να γίνει επιτυχία

και η επιτυχία να γίνει φιάσκο.


Αν πας από το σύνολο στον έναν,

έκπληξη μεγάλη ίσως να βιώσεις.

Οι ταινίες δευτέρας διαλογής

μπορεί να γίνουνε κομμάτι της καρδιάς σου.


Και της χρονιάς τ' αριστουργήματα

ίσως απλώς να συμπαθήσεις.

Με τους πιο μεγάλους κριτικούς

απόλυτα μπορεί να διαφωνήσεις.


Όταν σωπάσεις τους άλλους όλους

και ακούσεις μόνο εσένα,

το άγνωστο θα φωτιστεί αμέσως.

Και το διάσημο ίσως να γίνει αόρατο.


Σαν πας απ' το ατομικό στο γενικό,

θα γίνεις ένας από εκείνους.

Θα έχεις την αποδοχή τους.

Η σκέψη σου θα 'ναι δική τους.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 14 Μαΐου 2024

Μερικές απλές σκέψεις

Τα μηνύματα στην Τέχνη είναι μονάχα απόψεις.

Όσο μεγάλος κι αν είναι ο καλλιτέχνης.

Όχι απόψεις λάθος μα ούτε σίγουρα σωστές.

Ο καλλιτέχνης είναι πλάσμα με μυαλό θνητού.

Δεν αποφεύγει τα λάθη όσο κι αν τον θαυμάζουμε.


Η Τέχνη δεν μας μαθαίνει τον κόσμο.

Μας δείχνει μόνο μια πιθανή εκδοχή του.

Και όλες οι μεγάλες γνώσεις που αποκτήσαμε

σε αυτή τη ζωή δεν είναι καθόλου δεδομένες.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να ξέρω στα σίγουρα.


Έρχεται όμως μια στιγμή που νιώθεις

πως αυτός πράγματι κάτι έχει καταλάβει.

Αυτή η πολύ σπάνια στιγμή του καλλιτέχνη.

Μια πρόταση μέσα σ' ένα μυθιστόρημα.

Λίγα δευτερόλεπτα σε μια ταινία.


Τα βραβεία δίνονται από θνητούς σε θνητούς.

Οι κριτικές θεοποιούνε τους καλούς.

Οι κριτικές υποτιμούνε τους καλούς.

Άραγε πώς θα έκρινε μια οντότητα σοφότερη

τα δημιουργήματα των ανθρώπων;

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Το κλουβί του έσπασε και βγήκε

Έλεγε πως δε θυμόταν

κι όλο τη μνήμη του ρωτούσε.

Ήταν άραγε ψηλός;

Τυφλός τον καθρέφτη κοιτούσε.


Ανέβαινε σε ξυλοπόδαρα

εντύπωση να κάνει.

Είσαι κοντός, πολύ κοντός

του είχε πει η άλλη.


Κρυβότανε σε ρόλους.

Ντρεπόταν τους σπουδαίους.

Κι αυτοί όμως κρυβόντουσαν

κι ας κάναν τους γενναίους.


Κατά βάθος ήξερε.

Μα έπρεπε να βρει τα μάτια

που η κοντή του έκρυψε

στης δίψας τα ποτάμια.


Πόσο κοντός να ήτανε;

Τίποτα στον καθρέφτη.

Ήτανε μικροσκοπικός;

Ένας τον είπε ψεύτη.


Κουτούλησε σ' αεροπλάνο.

Το πέρασε για αναπτήρα.

Εμπιστευόταν κάθιδρος

κάθε ακριβό φωστήρα.


Κόκκινος από ντροπή

έπεσε στο ποτάμι.

Σαν μια ψηλή τον έβγαλε

τα μάτια του είχε πάλι.


Πήρε την ωραία του

και μόνοι τριγυρνούσαν.

Κι από ψηλά όλη τη Γη

άδεια τη θωρούσαν.


(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Το άγνωστο

Χωμένο ανάμεσα σε καταπράσινους μεγάλους λόφους 

και πολλά χιλιόμετρα μακριά από την ταραχή των πόλεων

υπήρχε ένα παγκάκι μοναχό του και περίμενε τα θύματά του. 

Με το αυτοκίνητό της η Ζωή διένυε ατελείωτες δασικές εκτάσεις.

Ίσως κάπου εκεί να έβρισκε τον εαυτό της πού 'χε χάσει.


Σαν πέρασε εμπρός απ' το παγκάκι, νύσταξε αιφνιδίως.

Το όχημά της μούγκρισε καθώς απότομα σταμάτησε.

Παραπατώντας βγήκε στην απουσία του ανθρώπου.

Το αεράκι έπαιξε με τα μαλλιά ενώ εκείνη βάδιζε αργά.

Κάθισε στο παγκάκι αισθανόμενη απόλυτα αδύναμη.


Μη μπορώντας να βαστάξει τα μάτια της ανοιχτά

βυθίστηκε σε ύπνο στην πράσινη του φόβου αγκάλη.

Μόνη κι εκτεθειμένη όχι όμως στους φυσικούς κινδύνους.

Οι ώρες κυλήσαν σαν άγρια ποτάμια και έπεσε σκοτάδι.

Τότε ήταν που η κόρη ξύπνησε στο αχνό φως του φεγγαριού.


Διαπίστωσε πως το όχημα κουρασμένο κοιμότανε κι αυτό.

Αποφάσισε πως την αυγή θα πρόσμενε μέσα στην αγωνία.

Αγνοώντας την ερχόμενη απειλή άρχισε να βηματίζει.

Τα πόδια της πετρώσανε κι η αναπνοή της κόπηκε

καθώς μία φιγούρα διέκρινε κινούμενη πίσω από τα δέντρα.


Το κορμί της παραδόθηκε σε μια ρυθμική ταλάντωση.

Το πλάσμα την πλησίασε με ζώου κινησιολογία.

Έφτασε μπροστά της αποκαλύπτοντας την φρίκη του.

Ένα μικρό παιδί με φαλακρό κεφάλι και μυτερά αυτιά.

Το σώμα του ογκώδες και τα νύχια του τεράστια.


Αυτά τα νύχια μπορούσαν να σου πάρουν τη ζωή.

Έμοιαζαν με σπαθιά και προχωρούσαν ανάμεσα στις σκιές.

Η Ζωή δε βρήκε λόγο να φωνάξει αφού ήτανε μόνη.

Γύρισε την πλάτη στο τέρας και έγινε της επιβίωσης δρομέας.

Έτσι ταξίδεψε στο νυχτερινό τοπίο με το πλάσμα από πίσω της.


Όταν σε λίγες ώρες ο ήλιος ξεμύτισε πίσω από τα βουνά, 

άδειο το παγκάκι και από δίπλα το αμάξι ρημαγμένο.

Μόνο αν κάποιος κοιτούσε πέρα στην κορυφή του λόφου,

θα έβλεπε τη Ζωή ματωμένη και με βλέμμα απλανές.

Μάλιστα, ίσως πρόσεχε πως πράγματα σαν σπαθιά βαστούσε.


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

Η αλλόκοτη υπόθεση που ξεχάστηκε

Δε χρειάζεται να σας πω πού συνέβησαν τα γεγονότα.

Ένα δάσος πολύ παράξενο κι ένα χωριό του μυστηρίου.

Άρχισαν να εξαφανίζονται άνθρωποι στο δάσος.

Από αυτούς δεν έβρισκαν μετά ούτε ίχνη αίματος

ούτε κάποιο δικό τους αντικείμενο, ρούχο ή παπούτσι.


Οι κάτοικοι του χωριού απέκτησαν βλέμμα στοιχειωμένο.

Ξαφνικά θυμήθηκαν όλες εκείνες τις παλιές δοξασίες

που η εξέλιξη κι η επιστήμη τελικά ποτέ δεν νίκησαν.

Μιλούσαν χαμηλόφωνα λες και φοβούνταν κάτι.

Μόνιμη απουσία του ήλιου εκεί αλλά ποτέ βροχή.


Και η ψυχή του ανθρώπου δεν γίνεται ποτέ ενήλικη

και πάντοτε επιθυμεί να ξαναβρεί τα παραμύθια.

Έφτασε στο μέρος εκείνο ερευνητής του υπερφυσικού.

Έψαξε στο δάσος κι αισθάνθηκε γύρω του παρουσίες.

Οι οποίες όμως δεν είχανε υπάρξει ποτέ ως άνθρωποι.


Πήγε και μια ομάδα επιστημόνων με μηχανήματα

κι αφού δεν κατόρθωσαν άκρη να βγάλουν

ανέφεραν την υποψία πως ίσως υπήρχε πύλη.

Δηλαδή είσοδος και έξοδος για κόσμο άλλο.

Και οι εξαφανίσεις πλήθυναν σ' ανησυχητικό βαθμό.


Οι γέροι τα βράδια, δίπλα σε μικρές πηγές φωτός,

έλεγαν ιστορίες που ξυπνούσαν τη μέθη των ψυχών.

Πως όλους όσους χάθηκαν στο σκοτεινό το δάσος

τους είχανε πάρει τα στοιχειά της φύσης κι οι νεράιδες.

Αφού πρώτα τους μαγέψανε για να τους ελέγξουν.


Ακούστηκαν πολλές απόψεις τον καιρό εκείνο

όμως απάντηση δεν δόθηκε στο τί είχε συμβεί.

Οι εξαφανίσεις έπαψαν και οι εποχές πέρασαν.

Όμως οι κάτοικοι του μέρους δεν αισθάνονται ασφαλείς.

Γιατί το νιώθουν πως κάτι παραμονεύει σιωπηλό.


(Αντώνης Μπούζας)