Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Περί της μη αντικειμενικότητας στην Τέχνη

Στα θέματα τα καλλιτεχνικά

αλήθειες δεδομένες δεν υπάρχουν.

Υπάρχουν, αν μπορείς να το δεις,

μόνο υποκειμενικές απόψεις.


Διαλέγεις και παίρνεις

όποια αλήθεια σου αρέσει.

Βλέπεις το κάθε έργο τέχνης

μ' ανεπηρέαστη ματιά.


Η δική σου άποψη

ας μην υποταχθεί

σε κανενός τα λόγια.

Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις.


Στην Τέχνη ο καθένας

έχει τα δικά του μάτια.

Κανείς δεν μπορεί να δει

μέσα από τα μάτια σου.


Αυτό που σε πολλούς δεν άρεσε

μπορεί να είναι για εσένα υπέροχο.

Σημαντικότερη απ' όλες η αλήθεια σου.

Όποιος κι αν είσαι.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Νυχτερινή διήγηση

Οι γονείς είχαν πάει για δουλειές και τα παιδιά είχαν μείνει μόνα τους στο σπίτι. Η μητέρα τους είχε αφήσει μπόλικη κρεατόπιτα και τα ίδια γνώριζαν πώς να εξυπηρετούν τους εαυτούς τους. Όταν νύχτωσε, κάθισαν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, που μοναχό του φώτιζε το δωμάτιο, και μασουλούσαν την πίτα ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός τους έλεγε ιστορίες. Μια ιστορία που τους είπε αφορούσε έναν παράξενο θρύλο της περιοχής στην οποία ζούσαν. Τα πρόσωπα των παιδιών έμοιαζαν να υπνωτίζονται καθώς την άκουγαν.

Υπήρχε κάποτε ο Γιώργος, ένας τίμιος βιοπαλαιστής που δούλεψε σκληρά για να φτιάξει το σπιτικό του και να ζήσει την οικογένειά του. Κάθε μεσημέρι, γυρνούσε σπίτι του μούσκεμα στον ιδρώτα. Έτσι όμως κατόρθωσε να μην τους λείπει τίποτα και να ζούνε ευτυχισμένοι. Ώσπου μια μέρα, επιστρέφοντας από την εργασία, βρήκε την οικεία του καμμένη και κατάμαυρη. Λίγη ώρα αργότερα, ανακαλύφθηκαν εκεί μέσα και τα πτώματα της οικογένειάς του. Ο Γιώργος έπεσε στα γόνατα και βλαστήμησε φωνάζοντας την ώρα που το φεγγάρι έκρυβαν μεγάλα σύννεφα.

Το ότι μίλησε με αυτό τον τρόπο λειτούργησε πολύ άσχημα. Ήτανε λάθος. Και, λίγες μέρες αργότερα, ενώ έμενε πλέον μαζί με μια αγαπημένη του αδερφική φίλη η οποία τον παρηγορούσε, χτύπησε σιγανά η πόρτα του σπιτιού μετά τα μεσάνυχτα. Ούτε εκείνος ούτε η φίλη του είχαν ύπνο και έτσι άκουσαν τον θόρυβο. Όταν άνοιξαν για να δουν ποιος ήταν, υπήρχε ένας άντρας που κοίταξε κατευθείαν τον Γιώργο. Είπε ότι κάποιος τον είχε καλέσει. Τόσο ο Γιώργος όσο και η Μαίρη αποκρίθηκαν πως δεν τον είχαν ξαναδεί και άρα αποκλείεται να τον καλέσανε.

Από εκείνο το βράδυ και έπειτα, ο άγνωστος στεκόταν συνεχώς έξω από το σπίτι, σε διαφορετικό σημείο κάθε μέρα. Ακίνητος και σιωπηλός. Δεν έφευγε ποτέ. Λες και δεν είχε ανάγκη να φάει ή να κοιμηθεί. Η Μαίρη ήταν ιδιαίτερα φοβισμένη. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ο φίλος της αντίθετα δεν φοβόταν γιατί ένιωθε ότι δεν είχε πια κάτι να χάσει. Ένα πρωινό, μια γνωστή της Μαίρης τους επισκέφτηκε και ήπιε καφέ μαζί τους. Όταν της ανέφεραν και της έδειξαν τον άντρα που τους στοίχειωνε για μέρες, εκείνη απάντησε με τρεμάμενη φωνή ότι δεν έβλεπε κανέναν. Αλλά ο άντρας ήταν εκεί.

Είχαν ζητήσει βοήθεια από διάφορους όμως κανείς από όσους έσπευδαν να βοηθήσουν δεν μπορούσε να τον δει. Και, κάποιο απόγευμα, ενώ ο ήλιος έδυε, κατατρόμαξαν βλέποντας τον άντρα να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού έχοντας εισβάλει μέσα στο σπίτι με τρόπο μυστήριο. Η Μαίρη άρχισε να φωνάζει. Αλλά ο Γιώργος την έκανε να σωπάσει. "Τι με θέλεις; Εμένα θέλεις. Έτσι;" ρώτησε τον άγνωστο. Αυτός του απάντησε με ερώτηση την οποία πρόφερε με φωνή ερπετού. "Γιατί βλαστήμησες αφού εσύ ο ίδιος έφταιγες; Ποιος ξέχασε το μάτι της κουζίνας ανοιχτό;". Ο Γιώργος άνοιξε το στόμα του ολότελα σοκαρισμένος. "Τώρα δεν μπορείς να ξεφύγεις. Είναι πια αργά. Ας μην το κάνουμε δύσκολο." συνέχισε ο άντρας χαμογελώντας σαρκαστικά. "Πάμε;" συμπλήρωσε και σηκώθηκε όρθιος τείνοντας το χέρι του στον Γιώργο. "Να πάμε πού;" ψέλλισε εκείνος. "Στο μέρος που εσύ επέλεξες. Και τώρα του ανήκεις." Ο Γιώργος παραιτημένος και με σκυμμένο το κεφάλι έπιασε το χέρι του άλλου και βημάτισαν μαζί βγαίνοντας έξω. Η Μαίρη τους παρακολούθησε, παραλυμένη από τα δυσάρεστα συναισθήματά της, να εξαφανίζονται σταδιακά στον ορίζοντα.

Από τότε, άνθρωπος δεν ξαναείδε τον χαροκαμένο πρώην οικογενειάρχη. Όμως καθένας από τους κατοίκους της περιοχής απέφευγε να βλαστημάει. Όσο θυμωμένος κι αν ήταν. Έξω από το σπίτι της Μαίρης, σε κάποιο σημείο, έπεφτε πάνω στο χορτάρι μια ανθρώπινη σκιά ανεξήγητης προέλευσης. Η οποία δεν έφυγε ποτέ.

Αντώνης Μπούζας

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Η ζωή ενός δέντρου

 

Πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένα δέντρο επάνω σε ένα κομμάτι γης στην μέση του πελάγου. Του άρεσε που κατοικούσε σε μέρος τόσο γοητευτικό για τα μάτια του σώματος και της ψυχής. Το τοπίο χάιδευε την καρδιά του και ταξίδευε την σκέψη του. Θαύμαζε τον ζωγραφισμένο από τον ήλιο ουρανό και τις αποχρώσεις του. Και τα γλαροπούλια που έμοιαζαν με πολύ μικρά αεροπλάνα που τη μια στιγμή εκτοξεύονταν ψηλά και την άλλη βουτάγανε στα χαμηλά. Απολάμβανε να ακούει την ομιλία της θάλασσας. Η οποία του ψιθύριζε τα μυστικά της ενώ σουρούπωνε. Αρκετές φορές, το έδερνε ο αγριεμένος άνεμος σαν βάρβαρος λεηλατητής. Αλλά αυτό πάντα τελείωνε χωρίς το δέντρο να υποστεί κάποιον τραυματισμό. Βάρκα ή πλοίο δεν είχε προσεγγίσει ποτέ το νησάκι του. Πράγμα καλό διότι φοβόταν τους ανθρώπους. Μακρινοί του φίλοι επικοινωνούσαν μαζί του με τρόπο μαγικό. Του έστελναν μηνύματα για την αδιάκοπη θανάτωσή τους από ανθρώπους. Ωστόσο, υπήρχαν φορές που οι εικόνες και οι ήχοι τόσο ξεσήκωναν την φαντασία του που ήθελε να μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Να είχε χέρια αντί για κλαδιά και μερικές σελίδες χαρτί μαζί με ένα μολύβι. Ώστε να έβγαζε από μέσα του όσα το είχαν γεμίσει αλλά δεν μπορούσε να πει. Ήταν ένα όνειρο καταδικασμένο να μην πραγματοποιηθεί. Που διαρκώς ερχόταν και έφευγε.

(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Το παιδί του ονείρου

 

Κάποτε, ένας βασιλιάς είδε ένα παράξενο όνειρο που τον έκανε να πεταχτεί κάθιδρος. Ονειρεύτηκε ένα μικρό παιδί το οποίο τριγυρνούσε μέσα στο κρύο σαν αγρίμι πεινασμένο σωματικά και ψυχικά. Χτυπούσε πόρτες και ζητούσε να μπει για λίγο μέσα ώστε να ζεσταθεί και να του δώσουν λίγο φαγητό. Και όλες οι πόρτες έκλειναν. Άλλες σιγά και άλλες με δύναμη. Το παιδί συνεχώς έκλαιγε για λίγο και μετά σταματούσε. Ενώ πάντα ο βασιλιάς κοιμόταν, είδε έναν μεσήλικα που κάτι του θύμιζε. Καθόταν σε έναν θρόνο. Ζητούσε και του έφερναν μπροστά του τα πιο λαχταριστά φαγητά. Δεν κρύωνε καθόλου το σώμα του αλλά υπήρχε ένα τμήμα της ψυχής του το οποίο έτρεμε από το κρύο. Έπειτα, αφού είδε και αυτό, άκουσε στον ύπνο του μια φωνή που του είπε : αυτοί οι δύο πρέπει να είναι μαζί.


Το όνειρο του φάνηκε σταλμένο από κάποια ανώτερη δύναμη. Ζήτησε από τους μάντεις του παλατιού να του δώσουνε την ερμηνεία. Οι περισσότεροι είπαν πως τους ήταν αδύνατο. Κάποιοι προσπάθησαν να το ερμηνεύσουν αλλά βασιζόμενοι μόνο στην λογική και στην σκέψη τους και έκαναν λάθος. Υπήρχε όμως ένας γέρος μάντης που ζήτησε από τον βασιλιά διορία μιας ημέρας ώστε να μπορέσει να μάθει με τρόπο πνευματικό την ερμηνεία. Ο βασιλιάς περίμενε ανήσυχος να περάσει εκείνη η μέρα για να μάθει, όμως η μέρα δεν περνούσε. Κυλούσε αργά και σκληρά.


Το επόμενο πρωινό, ο γέρος μάντης παρουσιάστηκε μπροστά στον βασιλιά. Μου φανερώθηκε η ερμηνεία του ονείρου, του είπε αμέσως. Ο βασιλιάς κρεμάστηκε από τα χείλη του. Σύμφωνα με όσα του αποκάλυψε ο μάντης, το μικρό παιδί που είχε δει στον ύπνο του ήταν ο ίδιος πολύ πριν γίνει βασιλιάς. Τότε ζούσε φτωχικά όμως είχε ευαίσθητη ψυχή και καλοκαρδοσύνη. Ο άνθρωπος που ονειρεύτηκε καθισμένο στον θρόνο να ζει πλουσιοπάροχα ήταν φυσικά και πάλι ο εαυτός του στην τωρινή του ζωή. Η φωνή που του μίλησε στο τέλος ήθελε να του πει πως τα πλούτη και η εξουσία σκότωσαν την ευαισθησία του εντελώς και έπρεπε να ψάξει και να βρει εκείνο το παιδί. Που ακόμα υπήρχε μέσα του και τριγυρνούσε πεινασμένο μέσα στο κρύο.


Ο βασιλιάς, εκείνο το βράδυ, ξενύχτησε με ένα μπουκάλι κρασί. Σκεφτόταν πάρα πολλά. Στο βλέμμα του βασίλευε μια μελαγχολία. Όλοι οι άνθρωποι του παλατιού κοιμήθηκαν. Κάτω από ζεστά σκεπάσματα. Μόνο εκείνος παρέμεινε όρθιος, κουρασμένος και ανίκανος να ξεκουραστεί. Θυμόταν πόσο καλύτερη ήταν η προσωπικότητά του και πόσο ομορφότερη ήταν η ζωή του κάποτε. Αισθάνθηκε να νοσταλγεί την φτώχεια. Όσο παράλογο κι αν φαίνεται αυτό. Διότι τότε ήξερε να χαίρεται τα απλά πράγματα. Και να καταλαβαίνει την αξία τους. Αναρωτιόταν αν υπήρχε τρόπος να ξαναβρεί όσα του είχε στερήσει ο πλούτος. Κατά την διάρκεια της νύχτας, ξεκίνησε να χιονίζει. Υπήρχε μόνο ένα παράθυρο στο παλάτι που ήταν φωτισμένο. Από εκείνο το παράθυρο, φαινόταν η φιγούρα του βασιλιά καθισμένη και διαρκώς ακίνητη. Ένιωθε πως βρισκόταν κοντά στην λύση του προβλήματος που αντιμετώπιζε.


Την άλλη μέρα, χαμογελούσε όπως ποτέ άλλοτε. Δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Μέσα σε ένα βράδυ, ο παλιός του εαυτός είχε συναντήσει τον καινούργιο. Μίλησαν και άκουσαν ο ένας τον άλλον. Έμαθε ο ένας τι ήταν αυτό που ήθελε ο άλλος. Και έτσι, ο βασιλιάς είχε αποφασίσει να κάνει κάτι ασυνήθιστο για άνθρωπο τόσο οικονομικά ισχυρό. Έδωσε την μισή του περιουσία στους φτωχούς και σε ιδρύματα για αρρώστους και αναπήρους. Αν την κρατούσε για τον ίδιο, ποιος ο λόγος ύπαρξής της, αφού δεν την χρειαζόταν για να ζήσει; Προτίμησε να την χρησιμοποιήσει για να προσφέρει κάτι στην κοινωνία. Όλο το βασίλειό του γέμισε χαρούμενες φωνές, επαίνους και εγκώμια για τον ευεργέτη τους. Και εκείνος τους άκουγε πλήρης ψυχικού πλούτου. Το μικρό παιδί δεν ξανακρύωσε και δεν ξαναπείνασε ποτέ.


Αντώνης Μπούζας



Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

Το φαντασματάκι

Γυρνάει άσκοπα στους δρόμους. 

Μιλάει σ' όλους τους ανθρώπους.

Όμως αυτοί δεν απαντάνε.

Είναι κουφοί κι έτσι σιωπάνε.


Η οργή το πυρακτώνει.

Η ηρεμία δεν το βρίσκει.

Πέθανε άδικα κι ουρλιάζει.

Απαντήστε του να ησυχάσει.


Θέλει ν' ακούσει μια φωνή.

Και κάπου να ξεκουραστεί.

Γκρεμίσαμε το σπίτι του.

Δομήσαμε τη λύπη του.


Όποιος μπορέσει να το δει

φοβάται, δεν του ομιλεί.

Κι όποιος ακούσει τον θυμό του

αισθάνεται και τον δικό του.


Βλέπει αγάπη και δακρύζει.

Τότε για λίγο ψιχαλίζει.

Το περιμένει μ' ωραιότητα

μια φωτεινή οντότητα.


(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

Ο βασιλιάς

 

Αδειάζει στη θάλασσα ένα μπουκάλι κρασί

για να την μεθύσει πριν ενωθεί μαζί της.

Χτυπά με το φουστάνι της αλύπητα το χώμα.

Αποπλανεί τα κύματα κι η μέρα μεγαλώνει.


Ο ήλιος ερωτεύτηκε, θέλει κι άλλο να μείνει.

Το φεγγάρι ενημερώθηκε ότι δεν θα νυχτώσει.

Ο ήλιος την εφλέρταρε κι αυτή τον βασανίζει.

Με περιφρόνησης ματιά καυτά μαζί του παίζει.


Του δίνεται όμως μετά κι εκείνος λυτρωμένος

τρέχει στον ουρανό και τραγουδά ευτυχισμένος.

Βουτάει δίπλα της και κολυμπά αλλά δε σβήνει.

Εκτοξεύεται ψηλά και αγαπώντας την αφήνει.


Ξαφνικά όμως με στέμμα ξεπροβάλλει

μέσα από τη θάλασσα ένας γκρίζος γίγαντας.

Με το πελώριο χέρι του αμέσως την αρπάζει.

Είναι ο Ποσειδώνας που γάμο της τάζει.


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Αστραφτερός

 

Ζω μια μοντέρνα παραίσθηση.

Ότι ζωγραφίζω με καινούργια χρώματα.

Καταργώ το μπλε, το κίτρινο, το γκρι.

Φτιάχνω πινέλα δικά μου πιο καλά.


Σέβομαι όλους τους συνανθρώπους μου.

Εκτός από αυτούς που δεν με προσκυνάνε.

Εναντιώνομαι στην καταπίεση, στη βία.

Μόνο αν από εμένα δεν πηγάζουν.


Εκθρονίζω τους παλιούς ομοίους μου

και γίνομαι του έργου τους συνεχιστής.

Πίσω από την απάτη κρύβεται καλά

ένας νεανισμός αραχνιασμένος.


Είμαι το τέλειο προσωπείο του συστήματος.

Αντικαθιστώ τους φθαρμένους υπηρέτες του.

Φέρνω την αλλαγή που μόνο εσύ θα φέρεις.

Μην με εμπιστευτείς γιατί θα υποφέρεις.


(Αντώνης Μπούζας)