Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Το πιάνο

Σ΄ ένα παλιό αρχοντικό ζούσε μια κοπέλα που ο άντρας της είχε πεθάνει στον πόλεμο. Μόνη της παρηγοριά και δύναμη ένα μεγάλο πιάνο που είχαν στο σαλόνι του σπιτιού τους.
Το αγαπούσε πάρα πολύ αυτό το πιάνο και πολλές φορές μέσα στη μέρα το χάιδευε, γιατί πίστευε ότι ακόμα και τα αντικείμενα έχουν ζωή.  Η καλύτερη και πιο αγαπημένη ώρα της ημέρας ήταν, όταν καθόταν στο πιάνο κι έπαιζε ένα μουσικό κομμάτι που της είχε μάθει ο άντρας της. Το λάτρευε το συγκεκριμένο κομμάτι. Όταν το έπαιζε ένοιωθε τον άντρα της να κάθεται δίπλα της, να έχει περασμένο το χέρι του γύρω από τους ώμους της και να ακουμπάει το πρόσωπό του στο δικό της. Για λίγα λεπτά ήταν μαζί με τον άνθρωπό της.
Η συνήθεια αυτή επαναλαμβανόταν κάθε μέρα. Το σπίτι γύρω στις επτά το απόγευμα πλημύριζε με την υπέροχη μελωδία. Ήταν μια λύτρωση γι αυτήν. Κι όταν ερχόταν στο σπίτι κάποιος επισκέπτης απλά καθόταν σε μια πολυθρόνα και βυθιζόταν στη μουσική.
Ο πόλεμος όμως δεν είχε τελειώσει. Σύντομα άγγιξε και την πόλη της. Η κοπέλα άκουγε τις βόμβες να σκάνε γύρω από το σπίτι της και έτρεμε ολόκληρη. Προσευχόταν  να μη συμβεί τίποτα στην ίδια. Κάποια μέρα είχε βγει να ψωνίσει όταν ξαφνικά άρχισε ο βομβαρδισμός. Μία βόμβα έπεσε πολύ κοντά της και η κοπέλα σωριάστηκε κάτω. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος ήταν δυστυχώς να χάσει τα χέρια της.
Τρεις μήνες αργότερα όταν βγήκε από το νοσοκομείο και πήγε πάλι σπίτι της, αντίκρισε το πιάνο με βλέμμα γεμάτο θλίψη. Πως θα αποχωριζόταν τώρα αυτή την καθημερινή συνήθεια που της γέμισε με χρώμα τη ζωή της;
Οι μέρες περνούσαν κι αυτή καθόταν σε μια πολυθρόνα απέναντι από το πιάνο και το κοίταζε χαμένη στις σκέψεις της. Η ψυχολογική της κατάσταση χειροτέρευε μέρα με τη μέρα. Άνθρωποι την πλησίασαν και της μίλησαν με στοργή, προσπάθησαν να την κάνουν να χαρεί αλλά μάταια, ήταν κλεισμένη στον εαυτό της κι ότι και να της έλεγαν, αυτή δεν τους άκουγε. Ο γιατρός που την εξέτασε αποφάνθηκε ότι το μόνο που θα την έκανε καλά ήταν να ακούσει την αγαπημένη της μελωδία στο πιάνο.

Κάποια μέρα που αυτή καθόταν στην πολυθρόνα απέναντι από το πιάνο με το κεφάλι της χαμηλωμένο και δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της, ένας γνώριμος ήχος ήρθε στ’ αυτιά της. Μια μουσική τόσο γλυκιά κι αγαπημένη ταξίδευε απ’ άκρη σ’ άκρη μέσα στο σπίτι. Σήκωσε το κεφάλι της απότομα και είδε το πιάνο να παίζει μόνο του. Ούτε αυτό μπορούσε ν’ αποχωριστεί κάποιες συνήθειες…

Εξαρτημένος

Κάθεται αιωνίως σε έναν καναπέ, μπροστά από μια τηλεόραση που δείχνει χιόνια.
Άνθρωποι τον βλέπουν, τον χαιρετούν. Καμιά απάντηση.
Μπαίνουν ανάμεσα σ' αυτόν και τον μεγάλο του έρωτα. Κι αυτός αντιδρά βίαια και επιθετικά.
Μέχρι να φύγουν και να ξαναβυθιστεί στην άδεια επιφάνεια.
Η γυναίκα του τον φιλά στο μάγουλο, κι αυτός τη σπρώχνει μακριά.
Δεν πα να του ουρλιάζουν,δεν πάνε να τον βρίζουν, ο τύπος είναι πια νεκρός.
Το μόνο που τον κρατάει στη ζωή ο δολοφόνος του, τίποτα άλλο πια γι' αυτόν.

Η οικογένειά του πλέον τον σιχάθηκε.
Μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια από το γιο του, που ίσως σας φάνει βλακώδης.
Μ' ένα τσεκούρι ορμά στην τηλεόραση και τη χτυπά.
Ο πατέρας του πετάγεται όρθιος και του αρπάζει το τσεκούρι.
Έπειτα τον βαράει μανιασμένα.
Και μετά ψάχνει με χεριά που τρέμουν και με κλάμα πολύ να δει αν η αγάπη του έπαθε ζημιά.

Ένας φίλος ρίχνει μια ιδέα, που ίσως σας φανεί χαζή.
Να φέρουν σπίτι ένα μέντιουμ, κάποιον ερευνητή του μεταφυσικού.
Κάτι δεν πάει καλά, λέει ο φίλος,ίσως έχει μπει κάποιο κακό πνεύμα μέσα του.
Και η δόλια οικογένεια αποφασίζει να το δοκιμάσει κι αυτό.
Μα όταν έρχεται το μέντιουμ τον κοιτάζει και φεύγει κατατρομαγμένο.

Η οικογένεια δεν τον αντέχει άλλο πια.
Σηκώθηκε και φεύγει.
Η πόρτα κλείνει και μοναχός του μένει.
Οι ώρες περνούν με τη ψυχή του ναρκωμένη.
Πρεζόνι.
Χιόνια, χιόνια, χιόνια...
Κι όταν κάποια στιγμή το ρεύμα πέφτει,
ανακοπή παθαίνει ο φίλος μας και πέφτει.

Συνάντηση Χρυσός

Την είδα πάλι την τρίτη το πρωί να κάθεται στο παγκάκι έξω από το σπίτι μου.
Τα ρούχα της σκισμένα και βρώμικα.
Φάνηκε να πεινούσε κι έτσι της έδωσα το κουλούρι μου.
"Σ' ευχαριστώ, γλυκέ μου!" είπε με φωνή γεμάτη ζεστασιά και αγάπη.
Κι εγώ θυμήθηκα μοιραία τις εποχές που μας κοιτούσε όλους με περιφρόνηση, καθώς περπατούσε με στυλ αυτοκρατορικό τυλιγμένη με τη γούνα της.

Την είδα να παίρνει ύφος ρομαντικό.
Φαινόταν ευτυχισμένη.
Έκλεινε τα μάτια και βυθιζόταν στο κελάηδημα των πουλιών.
Ο αέρας της χάϊδευε το πρόσωπο και έπαιζε με τα μαλλιά της.
"Όπου να ναι θα αρχίσει το τραγούδι", μου είπε.
Και σε λίγο άρχισε ν' ακούγεται μια μουσική πανέμορφη. Ένα τραγούδι φοβερό από μια κοντινή καφετέρια.
"Πόσο υπέροχα είναι όλα!...", ψιθύρισε.

Όλα αυτά εμένα με παραξένεψαν.
Έτσι, αποφάσισα να τη ρωτήσω.
"Δε σου λείπει το παρελθόν;Πριν από την οικονομική κρίση;"
Γέλασε!
"Όχι, φυσικά! Τότε ήταν όλα άχρωμα. Μίζερα. Μέσα μου ένιωθα ένα απέραντο κενό. Είχα βέβαια τις βίλες μου. Τα κοσμήματα και τα ταξίδια μου. Από την άλλη όμως, είχα ξεχάσει την ομορφιά των απλών πραγμάτων. Την αίσθηση να μυρίζεις ένα λουλούδι. Ή να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα ... Εσύ, είσαι ευτυχισμένος με τη ζωή που ζεις;"

Τα λόγια της με έβαλαν σε σκέψεις.
Με προβλημάτισαν.
Και έτσι αποφάσισα να κάνω ένα πείραμα.
Κάθισα δίπλα της στο παγκάκι.
Θα περνούσα εκεί όλη την υπόλοιπη μέρα. Δε θα πήγαινα σπίτι.
Τη φίλησα.
Με φίλησε κι αυτή.
Μια απλή γεμάτη φως στιγμή!...
"Είσαι πολύ πιο όμορφη τώρα απ' ότι παλιά!"
"Γιατί;"
"Όλα εκείνα τα σκουλαρίκια. Τα βραχιόλια. Τα κολιέ. Αλλά και το υπερβολικό μακιγιάζ ... Σε έκαναν χάλια".
"Ξέχασες τα τεράστια μαύρα γυαλιά!".
"Που έκρυβαν τα μάτια σου. Τη ψυχή σου."
"Δεν ήθελα να με βλέπουν να χαίρομαι ή να λυπάμαι. Πίστευα ότι το συναίσθημα ανήκει στα κατώτερα, τα αδύναμα όντα. Και ειδικά όταν έκλαιγα, έτρεμα μη με δουν."
"Είσαι πάρα πολύ όμορφη όταν κλαις!".
"Ευχαριστώ ..... όμως πέρασε η ώρα! Δεν θα γυρίσεις σπίτι;"
"Εδώ θα μείνω! Δεν πάω πουθενά!"

Κι εδώ είμαι ακόμα.
Οι μέρες περνούν, αλλά δε λέω να φύγω.
Μου φαίνεται ότι θα μείνω για πάντα.

Γραφομηχανή – νεραϊδόκοσμος

Καθώς τα πλήκτρα της πατώ, νεράϊδες πετάγονται από μέσα της 
και το δωμάτιο γεμίζουν.
Και, ξωτικό εγώ για τους ανθρώπους, βρίσκω σ' αυτές φιλί.
Μια την ξαπλώνω στο κρεβάτι καθώς μου τραγουδά γλυκά
"Ηρέμησε, αγάπη μου. Όλα είναι μια χαρά".

Στον κόσμο της συντρόφου μου, γραφομηχανής παντοδύναμης,
ο δήμιος κι ο μελλοθάνατος χορεύουν μαζί.
Το Καλό και το Κακό παντρεύονται.
Δεν είμαι προφήτης, καλλιτέχνης είμαι!

Στους τοίχους φυτρώνουν λουλούδια,
καθώς την ερωμένη μου χαϊδεύω και σ' οργασμό τη φέρνω.
Κι εκείνη γεμίζει τις σελίδες μου ελπίδα.
Τον λευκό εφιάλτη τους ξορκίζει.
Και το κενό που έχω μέσα μου εξαφανίζει.

Γιατί να γίνεις ποιητής αλήθεια;
Για να δώσεις στους ανθρώπους το μύθο
και να τους κρατήσεις ζωντανούς.
Ιερό το έργο σου και η αποστολή σου.

Πλεούμενο

Με πέταξαν στο ποτάμι. Κι εγώ ταξίδεψα για χρόνια.
Είδα ήλιους μα και φεγγάρια.
Οι ήλιοι με τύφλωναν.
Τα φεγγάρια με έθλιβαν.

Είδα ανθρώπους να χουν σκύψει στις όχθες για να πιουν νερό και τους χαιρέτησα.
Ένα παιδί με κοίταξε και χαμογέλασε. Μου θύμισε εμένα την εποχή του γάλακτος.
Για λίγο περπάτησε παράλληλα και κουβεντιάσαμε.
Το ρώτησα πως είναι εκεί.
Μου είπε πως έχει πάντα ήλιο.
Του είπα συγγνώμη που έφυγα απότομα.
Μου είπε να ξανάρθω όποτε θέλω.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω, του είπα. Ποτέ κανείς δεν μπόρεσε!..

Δυο χρόνια αργότερα, συνάντησα  μια κοπέλα που έκανε μπάνιο.
Για ένα δευτερόλεπτο με σταμάτησε. Έσκυψε και μου έδωσε ένα φιλί.
Έπειτα μ' άφησε να συνεχίσω το ταξίδι. Κι εγώ επέπλεα με το μυαλό κατεστραμμένο.
Σχεδόν φυτό.
Ένα χρόνο μετά, επανήλθα, μα μια άλλη κοπέλα με φίλησε και φτου κι απ' την αρχή.
Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές ακόμη.
Κάθε φορά που έβγαινα απ' τον τάφο, ο θάνατος με άγγιζε ξανά.
Μια βροχή ήρθε να μου θυμίσει πως δεν είναι κόσμος αυτός αγγελικά πλασμένος...

Συνέχεια κοπανούσα στα βράχια.
Και κάποτε ήρθε μια βαρκούλα και μ'έσκισε στα δυο.
Την ευχαρίστησα και έπειτα γεννήθηκα.

Ερωτική εξομολόγηση

Χόρεψες μέσα μου γυμνή κι εξωτική.
Και στο μυαλό μου αναστάτωση επέβαλες.
Φιλί τρελό και φλογοβόλο.
Και το βλέμμα εκστατικό...

Σε θέλω σαν τρελός μα δε μπορώ να σ' έχω.
Και όσο σκέφτομαι μέλλον αγάπης κι ηδονής,
τόσο πιο δυνατά αρπάζω του κλουβιού τα κάγκελα.
Και θέλω να μουγκρίσω δυνατά.
Θέλω να τους κουφάνω όλους,
με τον ήχο του πάθους μου.

Μου χαμογέλασες πάλι και η κάψα μου δυνάμωσε.
Έδωσες εντολή για νέο κολαστήριο.
Πόσο, μα πόσο θέλω να φύγεις ,να χαθείς.
Αν όμως γίνει αυτό, θ' αυτοκτονήσω.

Κρίμα δεν είμαι, ρε γαμώτο;
Γιατί με τυραννάς;
Θέλεις απλά να παίξεις; Αλλιώς να βγω να το φωνάξω!
"Ένα της φιλί ζητώ και ένα χάδι μόνο! Αν δεν καταδεχθεί να πέσω από δω πάνω μπρος στα πόδια της να διαλυθώ!
Κι αν κλαίω τώρα είναι γιατί κανένας δε μ' αγάπησε σ' αυτή την άγρια πόλη.
Μονάχα αυτή με κοίταξε, αλλά αν κι αυτή παιχνίδι έψαχνε, εγώ σας χαιρετώ με μια βαθιά υπόκλιση και κατεβαίνω απ' τη σκηνή!".

Δεν ξέρω αν θα σ' έχω,
ξέρω πως υποφέρω
απ' του έρωτα το μαστίγιο,
του έρωτα το όμορφο μαχαίρι.
Ότι κι αν γίνει,
όπως κι αν καταλήξει όλο αυτό,
σ' αγαπώ, γλυκιά δυνάστρια!..


Η αλήθεια

Στέκονταν και οι τέσσερις απέναντι από το αντικείμενο της έρευνας.
Και το παρατηρούσαν.

-Εμένα μου μοιάζει για σκυλάκι!
Πολύ γλυκό και παιχνιδιάρικο.
Θέλω να το πάρω σπίτι μου, για να χω φίλο.
Τη μοναξιά μου να γεμίζω.
Και να κοιμόμαστε αγκαλιά τη νύχτα.
Κι όταν πονώ να μ΄αγκαλιάζει.

-Είσαι στα καλά σου, ρε ηλίθιε;
Αυτό το δαίμονα θα πάρεις σπίτι;
Κοίτα καλύτερα! Νομίζω πως χάνεις λάδια!
...Με ανοιχτό το στόμα με κοιτά και τρέχουν σάλια.
Η ουρά του γεμάτη καρφιά. Τα μάτια του φλόγινα.
Τρέλα γεμάτο το πρόσωπό του.
Τρέξτε να σωθούμε!

-Είστε και οι δυο χαζοί και τρελοί.
Δεν είναι σκύλος και σε καμιά περίπτωση δεν είναι δαίμονας!
Δεν κινδυνεύουμε!
Ένας άνθρωπος είναι. Μοιάζει καλοσυνάτος κι ευγενικός.
Ωστόσο ........ γιατί μου δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται;
Το λέω με καχυποψία, μα μπορώ να σας πω στα σίγουρα πως δεν είναι δαίμονας.
Τουλάχιστον όχι στην όψη...

-Βρίσκεστε πολύ χαμηλά. Πρέπει να γίνετε πιο σοφοί. Για να μπορέσετε να δείτε.
Ακούστε εμένα, το σοφό, κι αφήστε με να γίνω ο οδηγός σας στην αναζήτηση της αλήθειας.
Είν' ο Θεός!
Δεν έχει σώμα, είναι μόνο φως.
Φως που διαλύει όλα τα σκοτάδια.
Εμπρός, όλοι μαζί να τον προσκυνήσουμε!

Όλα αυτά τα λέγαν παρατηρώντας μια καρέκλα.

Ή μήπως όχι;