Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Οι πήλινοι επαναστάτες

Αφυπνισμένε, πολιτικοποιημένε καλλιτέχνη.

Με το έργο σου έχουμε λίγο κουραστεί.

Στην εποχή της πολιτικοποίησης των πάντων

ο άνθρωπος διψάει για χρωματιστά ταξίδια.


Θέλει να ανέβει σ' αερόστατο μια μέρα

κι από ψηλά να μας κοιτά και να γελάει.

Επιθυμεί την λύση της απόστασης.

Την μοναξιά της ανόδου σιωπηλά ποθεί.


Πράγμα σημαντικό η πολιτική στην Τέχνη.

Μα το πολύ το ''Κύριε ελέησον'' το βαριέται κι ο παπάς. 

Υπάρχουν κι άλλα θέματα- φιλοσοφικά, υπαρξιακά.

Υπάρχει και η απλή διασκέδαση που μας δυναμώνει.


Καλλιτέχνη πολιτικοποιημένε, δημοσιογράφε επίκαιρε.

Είσαι ικανός να μάθεις, με τον πύρινό σου λόγο

και τις επιστροφές στα ίδια εξαντλημένα θέματα,

όλους αυτούς εκεί έξω να ψηφίζουνε σωστά;


Έχουμε δει πέντε χιλιάδες ταινίες για τον Καπιταλισμό.

Μα ο πολίτης κοιτάζει μόνο το δικό του συμφέρον.

Δεν προβληματίζεται για τη δυστυχία στον κόσμο.

Ψηφίζει σαν να μην μας είπες τίποτα τόσο καιρό.


Κι όμως όπου κοιτάξεις την πολιτική θα δεις.

Υπάρχουνε ζητήματα που έχουμε ξεχάσει.

Ηχούνε ήρεμες φωνές που λένε την ουσία.

Θέλω σ' εσάς η πένα μου να λέει την αλήθεια.

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Αναπνοή

Ο Πέτρος ήρθε από τον ύπνο στις έξι εκείνο το πρωί.

Δεν είχε ίχνος κούρασης επάνω του και μέσα του. 

Αισθάνθηκε λες και κάτι πολύ καλό και σωτήριο είχε γίνει. 

Ένα τρυφερό γαλάζιο και μια απόλυτη ηρεμία επικρατούσαν.


Το προηγούμενο βράδυ, τα δελτία τους είχαν τρομοκρατήσει όλους.

Και όχι αδίκως εκείνη τη φορά μιας και οδεύαν προς το μεγάλο τέλος.

Δέντρα πολλά δεν ζούσαν πλέον επάνω στον πλανήτη.

Ο άνθρωπος είχε γεμίσει τις τσέπες του σκοτώνοντας τον εαυτό του.


Ο Πέτρος για ώρα προσπαθούσε με το μάτι να συλλάβει κάποια κίνηση στο δρόμο.

Όμως τ' αυτοκίνητα δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνισή τους.

Λίγο αργότερα θα ανακάλυπτε κάποιο γεγονός παράξενο και αναπάντεχο.

Ότι το εργοστάσιο που σκοτείνιαζε τον ουρανό είχε κλείσει ξαφνικά και για πάντα.


Στους δρόμους της πόλης βλέμματα λουσμένα με ήλιο και γαλήνη.

Ανεξήγητα σημάδια για εκείνον σκορπισμένα εδώ κι εκεί. 

Πήγε τσιγάρο ν' αγοράσει για να μάθει πως πια δεν τα πουλούσαν.

Και τότε συνειδητοποίησε ότι, με κάποιο τρόπο, δεν χρειαζόταν τον καπνό.


Επέστρεψε στο σπίτι του καθώς κανένας δεν μπορούσε να του εξηγήσει.

Έδωσε ξανά ζωή στην τηλεόρασή του μήπως και αυτή τ' αφύσικα ερμηνεύσει.

Σε όλα τα κανάλια παραδόξως δημοσιογράφοι ήρεμοι που έμοιαζαν σοφοί.

Χαμογελούσαν και γελούσαν δίνοντας την εντύπωση πως ήτανε γιορτή.


Έπειτα από αρκετά λεπτά, στον Πέτρο γνωστοποίησαν τα θαυμαστά συμβάντα.

Κάθε καμένο ή κομμένο δέντρο του πλανήτη είχε αναστηθεί και τη ζωή κρατούσε.

Τα μολυσμένα ύδατα είχαν καθαρίσει κι απ' την ατμόσφαιρα οι ρύποι είχαν λείψει.

Του κόσμου αυτού ο πιο σκληρός και άφρων ήτανε πλέον φύλακας της φύσης.


Ο Πέτρος αδυνατούσε τα αυτιά του και τα μάτια να πιστέψει.

Αυτό που τους είχε σώσει λίγο πριν το τέρμα θα έμενε άγνωστο παντοτινά.

Ήταν σαν να τους είχε δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, σαν να έγιναν απτά τα όνειρα.

Και το μεγάλο τέλος οι άνθρωποι είχαν προλάβει ν' αποτρέψουν.

( Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ

Άνεργοι οι ικανοί κι οι έμπειροι.

Οι μηχανές δεν πληρώνονται.

Το κράτος γλιτώνει τους μισθούς.

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ.


Κι η ανασφάλεια μαυρίζει μάτια.

Σπάζει χέρια για να εκφραστεί.

Οι πιο έξυπνοι χρόνια χωρίς δουλειά.

Και το μόνο επάγγελμα ορντινάντσα των ρομπότ.


Είναι το μέλλον μας λίγο πιο κάτω.

Μας το σερβίρουνε σε χρυσό πιάτο.

Λένε, η τεχνητή νοημοσύνη θα βοηθήσει

με την μονότονη, κουραστική εργασία.


Μα είναι ψέμα, είναι παγίδα.

Είναι στη φάκα το τυράκι.

Η τεχνητή νοημοσύνη ήρθε

τους ανθρώπους για ν' αντικαταστήσει.


Βγάζει λόγους στα μικρόφωνα.

Μα έχει πρόσωπο αδειανό.

Η φωνή του σκέτος πάγος.

Ο καινούργιος πλανητάρχης είν' ένα ρομπότ.

(Αντώνης Μπούζας)

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

Μετάβαση

Αν πας από το γενικό στο ατομικό,

πολλά μπορεί ν' αλλάξουν.

Το φιάσκο μπορεί να γίνει επιτυχία

και η επιτυχία να γίνει φιάσκο.


Αν πας από το σύνολο στον έναν,

έκπληξη μεγάλη ίσως να βιώσεις.

Οι ταινίες δευτέρας διαλογής

μπορεί να γίνουνε κομμάτι της καρδιάς σου.


Και της χρονιάς τ' αριστουργήματα

ίσως απλώς να συμπαθήσεις.

Με τους πιο μεγάλους κριτικούς

απόλυτα μπορεί να διαφωνήσεις.


Όταν σωπάσεις τους άλλους όλους

και ακούσεις μόνο εσένα,

το άγνωστο θα φωτιστεί αμέσως.

Και το διάσημο ίσως να γίνει αόρατο.


Σαν πας απ' το ατομικό στο γενικό,

θα γίνεις ένας από εκείνους.

Θα έχεις την αποδοχή τους.

Η σκέψη σου θα 'ναι δική τους.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 14 Μαΐου 2024

Μερικές απλές σκέψεις

Τα μηνύματα στην Τέχνη είναι μονάχα απόψεις.

Όσο μεγάλος κι αν είναι ο καλλιτέχνης.

Όχι απόψεις λάθος μα ούτε σίγουρα σωστές.

Ο καλλιτέχνης είναι πλάσμα με μυαλό θνητού.

Δεν αποφεύγει τα λάθη όσο κι αν τον θαυμάζουμε.


Η Τέχνη δεν μας μαθαίνει τον κόσμο.

Μας δείχνει μόνο μια πιθανή εκδοχή του.

Και όλες οι μεγάλες γνώσεις που αποκτήσαμε

σε αυτή τη ζωή δεν είναι καθόλου δεδομένες.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να ξέρω στα σίγουρα.


Έρχεται όμως μια στιγμή που νιώθεις

πως αυτός πράγματι κάτι έχει καταλάβει.

Αυτή η πολύ σπάνια στιγμή του καλλιτέχνη.

Μια πρόταση μέσα σ' ένα μυθιστόρημα.

Λίγα δευτερόλεπτα σε μια ταινία.


Τα βραβεία δίνονται από θνητούς σε θνητούς.

Οι κριτικές θεοποιούνε τους καλούς.

Οι κριτικές υποτιμούνε τους καλούς.

Άραγε πώς θα έκρινε μια οντότητα σοφότερη

τα δημιουργήματα των ανθρώπων;

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Το κλουβί του έσπασε και βγήκε

Έλεγε πως δε θυμόταν

κι όλο τη μνήμη του ρωτούσε.

Ήταν άραγε ψηλός;

Τυφλός τον καθρέφτη κοιτούσε.


Ανέβαινε σε ξυλοπόδαρα

εντύπωση να κάνει.

Είσαι κοντός, πολύ κοντός

του είχε πει η άλλη.


Κρυβότανε σε ρόλους.

Ντρεπόταν τους σπουδαίους.

Κι αυτοί όμως κρυβόντουσαν

κι ας κάναν τους γενναίους.


Κατά βάθος ήξερε.

Μα έπρεπε να βρει τα μάτια

που η κοντή του έκρυψε

στης δίψας τα ποτάμια.


Πόσο κοντός να ήτανε;

Τίποτα στον καθρέφτη.

Ήτανε μικροσκοπικός;

Ένας τον είπε ψεύτη.


Κουτούλησε σ' αεροπλάνο.

Το πέρασε για αναπτήρα.

Εμπιστευόταν κάθιδρος

κάθε ακριβό φωστήρα.


Κόκκινος από ντροπή

έπεσε στο ποτάμι.

Σαν μια ψηλή τον έβγαλε

τα μάτια του είχε πάλι.


Πήρε την ωραία του

και μόνοι τριγυρνούσαν.

Κι από ψηλά όλη τη Γη

άδεια τη θωρούσαν.


(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Το άγνωστο

Χωμένο ανάμεσα σε καταπράσινους μεγάλους λόφους 

και πολλά χιλιόμετρα μακριά από την ταραχή των πόλεων

υπήρχε ένα παγκάκι μοναχό του και περίμενε τα θύματά του. 

Με το αυτοκίνητό της η Ζωή διένυε ατελείωτες δασικές εκτάσεις.

Ίσως κάπου εκεί να έβρισκε τον εαυτό της πού 'χε χάσει.


Σαν πέρασε εμπρός απ' το παγκάκι, νύσταξε αιφνιδίως.

Το όχημά της μούγκρισε καθώς απότομα σταμάτησε.

Παραπατώντας βγήκε στην απουσία του ανθρώπου.

Το αεράκι έπαιξε με τα μαλλιά ενώ εκείνη βάδιζε αργά.

Κάθισε στο παγκάκι αισθανόμενη απόλυτα αδύναμη.


Μη μπορώντας να βαστάξει τα μάτια της ανοιχτά

βυθίστηκε σε ύπνο στην πράσινη του φόβου αγκάλη.

Μόνη κι εκτεθειμένη όχι όμως στους φυσικούς κινδύνους.

Οι ώρες κυλήσαν σαν άγρια ποτάμια και έπεσε σκοτάδι.

Τότε ήταν που η κόρη ξύπνησε στο αχνό φως του φεγγαριού.


Διαπίστωσε πως το όχημα κουρασμένο κοιμότανε κι αυτό.

Αποφάσισε πως την αυγή θα πρόσμενε μέσα στην αγωνία.

Αγνοώντας την ερχόμενη απειλή άρχισε να βηματίζει.

Τα πόδια της πετρώσανε κι η αναπνοή της κόπηκε

καθώς μία φιγούρα διέκρινε κινούμενη πίσω από τα δέντρα.


Το κορμί της παραδόθηκε σε μια ρυθμική ταλάντωση.

Το πλάσμα την πλησίασε με ζώου κινησιολογία.

Έφτασε μπροστά της αποκαλύπτοντας την φρίκη του.

Ένα μικρό παιδί με φαλακρό κεφάλι και μυτερά αυτιά.

Το σώμα του ογκώδες και τα νύχια του τεράστια.


Αυτά τα νύχια μπορούσαν να σου πάρουν τη ζωή.

Έμοιαζαν με σπαθιά και προχωρούσαν ανάμεσα στις σκιές.

Η Ζωή δε βρήκε λόγο να φωνάξει αφού ήτανε μόνη.

Γύρισε την πλάτη στο τέρας και έγινε της επιβίωσης δρομέας.

Έτσι ταξίδεψε στο νυχτερινό τοπίο με το πλάσμα από πίσω της.


Όταν σε λίγες ώρες ο ήλιος ξεμύτισε πίσω από τα βουνά, 

άδειο το παγκάκι και από δίπλα το αμάξι ρημαγμένο.

Μόνο αν κάποιος κοιτούσε πέρα στην κορυφή του λόφου,

θα έβλεπε τη Ζωή ματωμένη και με βλέμμα απλανές.

Μάλιστα, ίσως πρόσεχε πως πράγματα σαν σπαθιά βαστούσε.


(Αντώνης Μπούζας)