Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

Ο θαλασσοπόρος

Έφτιαξα ένα καράβι από τυρί.

Τα κατάρτια όμως από ψωμί.

Το τιμόνι από κρέας χοιρινό

και ταξίδεψα σε κόσμο μακρινό.


Άραξα σε λιμάνια άγνωστα.

Μέρη πλωτά και άφταστα.

Οι Κίκονες με προσεγγίσαν.

Ήπιαν κρασί και με αφήσαν.


Βρήκα στη μέση του πελάγους

ένα νησί γεμάτο τράγους.

Βρήκαν για λίγο το μπελά τους.

Κοιμήθηκα ανάμεσά τους.


Το πόδι μου πήρε καρχαρίας.

Είπε όμως κάποιος Ζαχαρίας :

Αν εύρεις ψέμα αληθινό,

θα έχεις πόδι από χρυσό.


(Αντώνης Μπούζας)

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2022

Μεταφυσική δραστηριότητα

Τα ανεξήγητα και παράξενα περιστατικά που έλαβαν χώρα στο νησί Άφαντος ξεκίνησαν με την εμπειρία ενός ψαρά ο οποίος καθόταν σε έναν μεγάλο βράχο μπροστά στα κύματα με το καλάμι του βυθισμένο στο νερό. Μια λεπτή φωνή απροσδιόριστης προέλευσης έφτασε στα αυτιά του. "Είμαι η θάλασσα", του είπε. Εκείνος αιφνιδιασμένος έριξε μια απότομη ματιά γύρω του για να αντιληφθεί πως ήταν μόνος. "Και φέτος δεν θα πνιγεί κανένας μέσα μου", συμπλήρωσε η φωνή. Και μετά ησυχία. Ο ψαράς έτρεξε αμέσως να το πει στους δικούς του. Σύντομα, το γεγονός είχε μαθευτεί από όλο το νησί. Κάθε χρόνο, η θάλασσα κατάπινε μερικούς κατοίκους από εκείνο το μέρος. Τη συγκεκριμένη χρονιά όμως αυτό δεν συνέβη.

Οι ερμηνείες που επιχείρησαν να δώσουν στο φαινόμενο ήταν τόσες πολλές όσοι οι κόκκοι της άμμου στην παραλία. Φοβόντουσαν όμως να πιστέψουν πως κάτι αφύσικο είχε συμβεί. Κάτι που ανθρώπου νους θα τρελαθεί αν αληθινό το θεωρήσει. Το δεύτερο περιστατικό βίωσε μια οικογένεια που είχε πάει να κολυμπήσει. Δυο χρόνια μετά την εμπειρία του ψαρά. Τα παιδιά φώναζαν χαρούμενα και έκαναν βουτιές ενώ οι γονείς τους κουβέντιαζαν. Ώσπου μια φωνή σταμάτησε κάθε αντίστοιχη ανθρώπινη. Και οι τέσσερις έμειναν να κοιτάζουν άλαλοι και τρομαγμένοι τη θάλασσα. "Ακούστε με! Είμαι η κυρά που κυκλώνει αυτό τον τόπο. Που τρέφεστε από εμένα και που πεθαίνετε εξαιτίας μου. Για τους επόμενους μήνες κρατηθείτε μακριά μου! Θα γίνουν άσχημα πράγματα". Αυτά ήταν τα λόγια που τους είπε το αθέατο ον. Έπειτα, σώπασε και πάλι. Και τότε τα παιδιά βγήκαν εντελώς αθόρυβα και ήσυχα από το νερό. Και όλοι μαζί αποχώρησαν σιωπηλοί και με ένα δυνατό τρέμουλο.

Οι κάτοικοι του νησιού, όταν ενημερώθηκαν για το νέο συμβάν, έχασαν τον ύπνο τους. Η θάλασσα είναι ζωντανή και μας μιλάει, έλεγαν ορισμένοι. Οι αρχές συνέστησαν ψυχραιμία. Ο δήμαρχος θεώρησε ότι κυκλοφορεί κάποιος παράφρονας και πιθανόν επικίνδυνος. Απαγορεύτηκε στους πολίτες να πλησιάζουν τις παραλίες. Οι οποίες είχαν γεμίσει από αστυνομικούς που ερευνούσαν. Αν και οι περισσότεροι υποκρίνονταν ότι ερευνούν. Μερικοί αστυνομικοί μπήκανε στο νερό και αμέσως άρχισαν να κραυγάζουν. Τους μετέφεραν στο νοσοκομείο με πληγές σε όλο το σώμα από την μέση και κάτω. Έμοιαζαν με μικρές δαγκωματιές. Αλλά όχι ψαριών. Σκάφη άρχισαν να ψάχνουν για κάποιο περίεργο υδρόβιο πλάσμα. Όμως δεν βρέθηκε κάτι και σύντομα οι έρευνες τερματίστηκαν. Ένας μεγάλος φόβος κυρίευσε τους ανθρώπους του νησιού. Ξεκίνησαν να ακούγονται σκοτεινές σκέψεις και υβριστικές κουβέντες για την θάλασσα. Που όμως φανέρωναν την ταραχή του κόσμου μπροστά στα γεγονότα. Κάποια μέρα, οι αρχές ανακοίνωσαν πως θα πραγματοποιούνταν εκρήξεις κάτω από την επιφάνεια του νερού και γύρω από όλο το νησί με σκοπό να εξουδετερωθεί η οποιαδήποτε απειλή υπήρχε. Οι πολίτες διαμαρτυρήθηκαν έντονα φωνάζοντας πανικόβλητοι ότι δεν έπρεπε να θυμώσουνε τη θάλασσα. Αλίμονό μας, πρόφερε ένας ιερέας με φωνή ψυχρή σαν τον τάφο.

Σε ένα από τα σκάφη που πραγματοποιούσαν την τοποθέτηση των εκρηκτικών μηχανισμών, το πλήρωμα άκουσε τη φωνή που τους απευθύνθηκε αυστηρά και άγρια. Τα πόδια τους άρχισαν να τρέμουν και δάκρυα χύθηκαν από τα μάτια τους. Κόντεψαν να χάσουν τον έλεγχο του σκάφους. Ύστερα, βγήκαν στη στεριά και έτρεξαν σαν στοιχειωμένοι δρομείς να μοιραστούν όσα έζησαν. Η αφήγησή τους σόκαρε ολόκληρο το νησί. Η φωνή τους είχε πει : "Γιατί τα βάλατε μαζί μου; Δεν σας έκανα κακό. Εχθρός σαν δεν είμαι. Αλλά θα δείτε την οργή μου. Θα παγώσω. Παντού γύρω από αυτό το μέρος. Για να σας δείξω ότι με δυσαρεστήσατε. Και δεν μου άρεσε καθόλου αυτό". Οι κάτοικοι έσπευσαν στις παραλίες και ζήτησαν συγγνώμη από τη θάλασσα. Μέσα τους όμως αισθάνονταν φόβο και μίσος για εκείνη.

Μερικές ημέρες αργότερα, μια τεράστια έκταση πάγου έμοιαζε να πολιορκεί το νησί από όλες τις μεριές. Από αυτό τον πάγο πήγαζε ένα ψύχος πολύ δυνατό. Οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν με γάντια, παλτά και σκουφιά. Ούτε που διανοούνταν να προσπαθήσουν να σπάσουν τον πάγο. Ας περιμένουμε να ηρεμήσει και να μας συγχωρέσει, ψιθύριζαν. Οι αρχές αντέδρασαν παρόμοια. Θλίψη κατάπιε τις ψυχές καθώς οι εβδομάδες περνούσαν και η κατάσταση παρέμενε ίδια. Ο κόσμος παραδόθηκε μοιρολατρικά στην βαριά ατμόσφαιρα της καθημερινότητάς του. Δυο ναυτικοί καθισμένοι στην παραλία συζητούσαν μελαγχολικά. "Μα τι περιμένουν και δεν σπάνε τον πάγο;". "Μακάρι να ήταν τόσο απλό...".


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Η ελευθερία βρίσκεται στην γνώση της απόλυτης άγνοιας

Ανεβήκαμε σε σκάλες τεράστιες.

Καρφώσαμε τα σύννεφα καλά

ώστε να τα βαστά γερά ο ουρανός.

Από μέσα τους βγήκαν δυο χέρια.


Οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν

μπροστά στη θέα των χεριών.

Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο.

Τους τράβηξε έξω απ' την ζωή.


Ταυτόχρονα, μερικοί ακροβάτες

σκαρφάλωναν σε αόρατα σκοινιά.

Έφταναν ψηλά και έπεφταν στη γη

μεταμορφωμένοι σε ηλιαχτίδες.


Τα μεγάλα χέρια έπιασαν το έδαφος

και το έσπασαν στα δύο

ώστε από μέσα του να βγει

ο αληθινός κρυμμένος κόσμος.


Εμείς όμως δεν τον είδαμε.

Βλέπουμε αυτόν που μας δείχνουν.

Η όρασή μας ψεύδεται.

Γιατί ποτέ εδώ δεν μας ανήκε.


Όλα τα του κόσμου μας που νομίζεις ότι ξέρεις

για τα οποία οι όντως έξυπνοι αμφιβάλλουν.

Φτάνει η ώρα του θανάτου σου

και δεν έχεις μάθει απολύτως τίποτα.

(Αντώνης Μπούζας)


Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό

Ο Χρήστος ζούσε στο ξύλινο σπίτι του δίπλα σε ένα μεγάλο δάσος. Δεν είχε οικογένεια ούτε φίλους. Ούτε τον επισκεπτόταν ποτέ κανείς. Έπρεπε λοιπόν με κάποιον να μιλάει. Να βρει μια συντροφιά. Και έτσι τρύπωσε στο μυαλό του μια πολύ ωραία ιδέα.

Καθημερινά, πήγαινε στο δάσος, όχι μόνο για περίπατο και αναζήτηση τροφής, αλλά και για να κόψει κάποιο δέντρο. Όταν σκοτάδι έπεφτε και το φεγγάρι ξεπρόβαλε, υπό το φως του τζακιού, πελεκούσε τον κορμό του δέντρου και τον σκάλιζε μέχρι να του δώσει τη μορφή που ήθελε. Ήταν εξαντλητική δουλειά. Αμέσως μετά, έπλενε τον ιδρώτα του και κοιμόταν με μια γλυκιά κούραση. Μέσα σε μερικές εβδομάδες, είχε γεμίσει το σπίτι του με κοντά ξύλινα ανθρωπάκια. Στην ουσία νάνους.

Μιλούσε μαζί τους και έβγαζε από μέσα του κάθε πίκρα ή χαρά την οποία ήθελε πάντα με κάποιον να μοιραστεί. Τους αφηγήθηκε περιστατικά της ζωής του που τον σημάδεψαν. Όποτε κάτι τον προβλημάτιζε, το συζητούσε μαζί τους ώσπου να καταλήξει σε ένα θετικό συμπέρασμα. Έμοιαζαν ζωντανά και αυτό οφειλόταν στα θαυματουργά χέρια του. Μερικές φορές, νόμιζε πως κάποιο από αυτά θα άνοιγε το στόμα του και θα του μιλούσε. Ένα από τα ανθρωπάκια είχε μακριά γένια, χαρούμενα μάτια και φορούσε σκουφί. Ένα άλλο καθόταν ήρεμο και χαλαρό φορώντας πιτζάμες και ονειροπολούσε με βλέμμα μαγεμένο. Ενώ κάποιο άλλο υπνοβατούσε με τα χέρια απλωμένα μπροστά. Ήταν οι φίλοι του και σκόπευε να φτιάξει κι άλλους.

Η ώρα ήταν περασμένη και ο Χρήστος είχε κουραστεί πολύ εκείνη την ημέρα. Ξάπλωσε αποκαμωμένος και κάλυψε τον εαυτό του με την κουβέρτα μέχρι το πιγούνι. Καθώς κόντευε να τον πάρει ο ύπνος, φωνές δυνατές και ζωηρές τον έκαναν να πεταχτεί ξαφνιασμένος. Δεν πίστευε στα μάτια του. Οι νάνοι περπατούσαν γύρω-γύρω και μιλούσαν πότε μεταξύ τους και πότε σε εκείνον. Το ύφος ομιλίας τους δεν ήταν φωτεινό και φαινόντουσαν προβληματισμένοι. Τι ήθελαν να του πούνε; Τι τους στεναχωρούσε; Κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει. Που δεν θα ησύχαζαν αν δεν του το γνωστοποιούσαν. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από το κρεβάτι ενώ εκείνος δεν είχε προλάβει και μπορέσει ακόμα να σηκωθεί. Τους κοίταξε σιωπηλός. Ένας από τους νάνους του απευθύνθηκε ελαφρώς αυστηρά. Δεν θέλουμε να ξανακόψεις δέντρα για να μας φτιάξεις, είπε. Δεν θέλουμε να χάνονται ζωές για να γεννιόμαστε εμείς.

Ο Χρήστος άρχισε να τρέμει. Αυτό που του ζητούσαν ήταν αδύνατο να συμβεί. Τους είχε ανάγκη. Βλέποντας όμως τα δάκρυα στα μάτια τους άρχισε να συνειδητοποιεί ότι είχαν δίκαιο. Πράγματι, τόσο καιρό δεν το είχε καταλάβει, δεν το είχε νιώσει ότι τερμάτιζε τις ζωές δέντρων. Τα οποία δεν μπορούσαν να φωνάξουν πονεμένα αλλά πονούσαν όταν τα έκοβε. Σαν να διάβασαν τις σκέψεις του τα ανθρωπάκια επέστρεψαν σιωπηλά στις θέσεις που αυτός τα είχε βάλει, πήρανε τις αρχικές τους πόζες και έμειναν ακίνητα. Εκείνος τράβηξε την κουβέρτα από πάνω του και τα πλησίασε. Χάιδεψε με το χέρι τα κεφάλια τους. Τώρα έδειχναν και πάλι χαρούμενα. Όμως ο Χρήστος είχε πάρει μια απόφαση. Δεν επρόκειτο να κόψει άλλο δέντρο και να το σκαλίσει. Η δημιουργία αυτών των πλασμάτων από τον ίδιο έφερε στη ζωή του την ευτυχία. Και δεν σκόπευε να την σταματήσει αφού τόση δύναμη του έδινε.

Την επόμενη ημέρα ταξίδεψε στην πόλη παλεύοντας με την εσωστρέφεια και την ανάγκη του για απομόνωση. Αγόρασε πηλό. Πολύ πηλό. Και το ίδιο βράδυ, στην καλύβα του, έφτιαχνε καινούργιους φίλους. Οι οποίοι θα γινόντουσαν μια μεγάλη παρέα με τους ξύλινους προγόνους τους.

(Αντώνης Μπούζας)



Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Επόπτης

Σε παρακολουθεί καθώς περπατάς έξω.

Το ίδιο και μέσα στο σπίτι σου.

Δεν μπορείς να τον δεις.

Όμως είναι υπαρκτός και απτός.


Σε ξέρει από τη μέρα που γεννήθηκες.

Βρίσκεται σε κάθε μέρος που πηγαίνεις.

Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θέλει.

Ούτε αν είναι καλός ή κακός.


Αλλά να είσαι προσεκτικός.

Μην του δείξεις ότι ξέρεις.

Κάνε σαν να μην υπάρχει.

Για να μην συμβεί κάτι άσχημο.


Θυμάσαι τις νύχτες που αισθάνεσαι

πως κάποιος περπατάει πίσω σου;

Από πού άραγε έρχεται;

Πώς είναι ο κόσμος όπου ζει;


Άγγιξες κάτι που δεν είδες.

Σε άγγιξε όμως κι αυτό.

Δείξε ότι δεν καταλαβαίνεις.

Είναι ο αόρατος ακόλουθός σου.


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Ουτοπία μετά τη δυστοπία

Κολυμπάω στο πάτωμα του σπιτιού μου.

Αυτή τη ζωή επέλεξα μετά το τέλος.

Όταν ο άνθρωπος σκότωσε τον εαυτό του.

Όταν ερήμωσε ο πλανήτης ολόκληρος.


Οι τελευταίες μέρες ήταν βασανιστικές.

Γινόμασταν όλο και λιγότεροι.

Έπειτα, με ρώτησαν οι άυλοι ουράνιοι,

ποια θες να είναι η επόμενη ζωή σου;


Πηγαίνω από την κουζίνα στο σαλόνι.

Το πάτωμα είναι σαν θάλασσα.

Όλα τα πράγματα γύρω μου τεράστια.

Είναι εξόχως συναρπαστικό.


Αισθάνομαι μία απέραντη γαλήνη.

Οι λάμπες, τα πολύφωτα πάντα αναμμένα.

Νιώθω σαν ακούραστος ταξιδευτής.

Σ' αυτό το μέρος έζησα και ξαναζώ.


(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Περί της μη αντικειμενικότητας στην Τέχνη

Στα θέματα τα καλλιτεχνικά

αλήθειες δεδομένες δεν υπάρχουν.

Υπάρχουν, αν μπορείς να το δεις,

μόνο υποκειμενικές απόψεις.


Διαλέγεις και παίρνεις

όποια αλήθεια σου αρέσει.

Βλέπεις το κάθε έργο τέχνης

μ' ανεπηρέαστη ματιά.


Η δική σου άποψη

ας μην υποταχθεί

σε κανενός τα λόγια.

Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις.


Στην Τέχνη ο καθένας

έχει τα δικά του μάτια.

Κανείς δεν μπορεί να δει

μέσα από τα μάτια σου.


Αυτό που σε πολλούς δεν άρεσε

μπορεί να είναι για εσένα υπέροχο.

Σημαντικότερη απ' όλες η αλήθεια σου.

Όποιος κι αν είσαι.

(Αντώνης Μπούζας)