Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Η ελευθερία βρίσκεται στην γνώση της απόλυτης άγνοιας

Ανεβήκαμε σε σκάλες τεράστιες.

Καρφώσαμε τα σύννεφα καλά

ώστε να τα βαστά γερά ο ουρανός.

Από μέσα τους βγήκαν δυο χέρια.


Οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν

μπροστά στη θέα των χεριών.

Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο.

Τους τράβηξε έξω απ' την ζωή.


Ταυτόχρονα, μερικοί ακροβάτες

σκαρφάλωναν σε αόρατα σκοινιά.

Έφταναν ψηλά και έπεφταν στη γη

μεταμορφωμένοι σε ηλιαχτίδες.


Τα μεγάλα χέρια έπιασαν το έδαφος

και το έσπασαν στα δύο

ώστε από μέσα του να βγει

ο αληθινός κρυμμένος κόσμος.


Εμείς όμως δεν τον είδαμε.

Βλέπουμε αυτόν που μας δείχνουν.

Η όρασή μας ψεύδεται.

Γιατί ποτέ εδώ δεν μας ανήκε.


Όλα τα του κόσμου μας που νομίζεις ότι ξέρεις

για τα οποία οι όντως έξυπνοι αμφιβάλλουν.

Φτάνει η ώρα του θανάτου σου

και δεν έχεις μάθει απολύτως τίποτα.

(Αντώνης Μπούζας)


Κυριακή 22 Μαΐου 2022

Μια φορά κι έναν καιρό

Ο Χρήστος ζούσε στο ξύλινο σπίτι του δίπλα σε ένα μεγάλο δάσος. Δεν είχε οικογένεια ούτε φίλους. Ούτε τον επισκεπτόταν ποτέ κανείς. Έπρεπε λοιπόν με κάποιον να μιλάει. Να βρει μια συντροφιά. Και έτσι τρύπωσε στο μυαλό του μια πολύ ωραία ιδέα.

Καθημερινά, πήγαινε στο δάσος, όχι μόνο για περίπατο και αναζήτηση τροφής, αλλά και για να κόψει κάποιο δέντρο. Όταν σκοτάδι έπεφτε και το φεγγάρι ξεπρόβαλε, υπό το φως του τζακιού, πελεκούσε τον κορμό του δέντρου και τον σκάλιζε μέχρι να του δώσει τη μορφή που ήθελε. Ήταν εξαντλητική δουλειά. Αμέσως μετά, έπλενε τον ιδρώτα του και κοιμόταν με μια γλυκιά κούραση. Μέσα σε μερικές εβδομάδες, είχε γεμίσει το σπίτι του με κοντά ξύλινα ανθρωπάκια. Στην ουσία νάνους.

Μιλούσε μαζί τους και έβγαζε από μέσα του κάθε πίκρα ή χαρά την οποία ήθελε πάντα με κάποιον να μοιραστεί. Τους αφηγήθηκε περιστατικά της ζωής του που τον σημάδεψαν. Όποτε κάτι τον προβλημάτιζε, το συζητούσε μαζί τους ώσπου να καταλήξει σε ένα θετικό συμπέρασμα. Έμοιαζαν ζωντανά και αυτό οφειλόταν στα θαυματουργά χέρια του. Μερικές φορές, νόμιζε πως κάποιο από αυτά θα άνοιγε το στόμα του και θα του μιλούσε. Ένα από τα ανθρωπάκια είχε μακριά γένια, χαρούμενα μάτια και φορούσε σκουφί. Ένα άλλο καθόταν ήρεμο και χαλαρό φορώντας πιτζάμες και ονειροπολούσε με βλέμμα μαγεμένο. Ενώ κάποιο άλλο υπνοβατούσε με τα χέρια απλωμένα μπροστά. Ήταν οι φίλοι του και σκόπευε να φτιάξει κι άλλους.

Η ώρα ήταν περασμένη και ο Χρήστος είχε κουραστεί πολύ εκείνη την ημέρα. Ξάπλωσε αποκαμωμένος και κάλυψε τον εαυτό του με την κουβέρτα μέχρι το πιγούνι. Καθώς κόντευε να τον πάρει ο ύπνος, φωνές δυνατές και ζωηρές τον έκαναν να πεταχτεί ξαφνιασμένος. Δεν πίστευε στα μάτια του. Οι νάνοι περπατούσαν γύρω-γύρω και μιλούσαν πότε μεταξύ τους και πότε σε εκείνον. Το ύφος ομιλίας τους δεν ήταν φωτεινό και φαινόντουσαν προβληματισμένοι. Τι ήθελαν να του πούνε; Τι τους στεναχωρούσε; Κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει. Που δεν θα ησύχαζαν αν δεν του το γνωστοποιούσαν. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω από το κρεβάτι ενώ εκείνος δεν είχε προλάβει και μπορέσει ακόμα να σηκωθεί. Τους κοίταξε σιωπηλός. Ένας από τους νάνους του απευθύνθηκε ελαφρώς αυστηρά. Δεν θέλουμε να ξανακόψεις δέντρα για να μας φτιάξεις, είπε. Δεν θέλουμε να χάνονται ζωές για να γεννιόμαστε εμείς.

Ο Χρήστος άρχισε να τρέμει. Αυτό που του ζητούσαν ήταν αδύνατο να συμβεί. Τους είχε ανάγκη. Βλέποντας όμως τα δάκρυα στα μάτια τους άρχισε να συνειδητοποιεί ότι είχαν δίκαιο. Πράγματι, τόσο καιρό δεν το είχε καταλάβει, δεν το είχε νιώσει ότι τερμάτιζε τις ζωές δέντρων. Τα οποία δεν μπορούσαν να φωνάξουν πονεμένα αλλά πονούσαν όταν τα έκοβε. Σαν να διάβασαν τις σκέψεις του τα ανθρωπάκια επέστρεψαν σιωπηλά στις θέσεις που αυτός τα είχε βάλει, πήρανε τις αρχικές τους πόζες και έμειναν ακίνητα. Εκείνος τράβηξε την κουβέρτα από πάνω του και τα πλησίασε. Χάιδεψε με το χέρι τα κεφάλια τους. Τώρα έδειχναν και πάλι χαρούμενα. Όμως ο Χρήστος είχε πάρει μια απόφαση. Δεν επρόκειτο να κόψει άλλο δέντρο και να το σκαλίσει. Η δημιουργία αυτών των πλασμάτων από τον ίδιο έφερε στη ζωή του την ευτυχία. Και δεν σκόπευε να την σταματήσει αφού τόση δύναμη του έδινε.

Την επόμενη ημέρα ταξίδεψε στην πόλη παλεύοντας με την εσωστρέφεια και την ανάγκη του για απομόνωση. Αγόρασε πηλό. Πολύ πηλό. Και το ίδιο βράδυ, στην καλύβα του, έφτιαχνε καινούργιους φίλους. Οι οποίοι θα γινόντουσαν μια μεγάλη παρέα με τους ξύλινους προγόνους τους.

(Αντώνης Μπούζας)



Πέμπτη 19 Μαΐου 2022

Επόπτης

Σε παρακολουθεί καθώς περπατάς έξω.

Το ίδιο και μέσα στο σπίτι σου.

Δεν μπορείς να τον δεις.

Όμως είναι υπαρκτός και απτός.


Σε ξέρει από τη μέρα που γεννήθηκες.

Βρίσκεται σε κάθε μέρος που πηγαίνεις.

Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θέλει.

Ούτε αν είναι καλός ή κακός.


Αλλά να είσαι προσεκτικός.

Μην του δείξεις ότι ξέρεις.

Κάνε σαν να μην υπάρχει.

Για να μην συμβεί κάτι άσχημο.


Θυμάσαι τις νύχτες που αισθάνεσαι

πως κάποιος περπατάει πίσω σου;

Από πού άραγε έρχεται;

Πώς είναι ο κόσμος όπου ζει;


Άγγιξες κάτι που δεν είδες.

Σε άγγιξε όμως κι αυτό.

Δείξε ότι δεν καταλαβαίνεις.

Είναι ο αόρατος ακόλουθός σου.


(Αντώνης Μπούζας)

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022

Ουτοπία μετά τη δυστοπία

Κολυμπάω στο πάτωμα του σπιτιού μου.

Αυτή τη ζωή επέλεξα μετά το τέλος.

Όταν ο άνθρωπος σκότωσε τον εαυτό του.

Όταν ερήμωσε ο πλανήτης ολόκληρος.


Οι τελευταίες μέρες ήταν βασανιστικές.

Γινόμασταν όλο και λιγότεροι.

Έπειτα, με ρώτησαν οι άυλοι ουράνιοι,

ποια θες να είναι η επόμενη ζωή σου;


Πηγαίνω από την κουζίνα στο σαλόνι.

Το πάτωμα είναι σαν θάλασσα.

Όλα τα πράγματα γύρω μου τεράστια.

Είναι εξόχως συναρπαστικό.


Αισθάνομαι μία απέραντη γαλήνη.

Οι λάμπες, τα πολύφωτα πάντα αναμμένα.

Νιώθω σαν ακούραστος ταξιδευτής.

Σ' αυτό το μέρος έζησα και ξαναζώ.


(Αντώνης Μπούζας)

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Περί της μη αντικειμενικότητας στην Τέχνη

Στα θέματα τα καλλιτεχνικά

αλήθειες δεδομένες δεν υπάρχουν.

Υπάρχουν, αν μπορείς να το δεις,

μόνο υποκειμενικές απόψεις.


Διαλέγεις και παίρνεις

όποια αλήθεια σου αρέσει.

Βλέπεις το κάθε έργο τέχνης

μ' ανεπηρέαστη ματιά.


Η δική σου άποψη

ας μην υποταχθεί

σε κανενός τα λόγια.

Μόνο εσύ μπορείς να ξέρεις.


Στην Τέχνη ο καθένας

έχει τα δικά του μάτια.

Κανείς δεν μπορεί να δει

μέσα από τα μάτια σου.


Αυτό που σε πολλούς δεν άρεσε

μπορεί να είναι για εσένα υπέροχο.

Σημαντικότερη απ' όλες η αλήθεια σου.

Όποιος κι αν είσαι.

(Αντώνης Μπούζας)

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022

Νυχτερινή διήγηση

Οι γονείς είχαν πάει για δουλειές και τα παιδιά είχαν μείνει μόνα τους στο σπίτι. Η μητέρα τους είχε αφήσει μπόλικη κρεατόπιτα και τα ίδια γνώριζαν πώς να εξυπηρετούν τους εαυτούς τους. Όταν νύχτωσε, κάθισαν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, που μοναχό του φώτιζε το δωμάτιο, και μασουλούσαν την πίτα ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός τους έλεγε ιστορίες. Μια ιστορία που τους είπε αφορούσε έναν παράξενο θρύλο της περιοχής στην οποία ζούσαν. Τα πρόσωπα των παιδιών έμοιαζαν να υπνωτίζονται καθώς την άκουγαν.

Υπήρχε κάποτε ο Γιώργος, ένας τίμιος βιοπαλαιστής που δούλεψε σκληρά για να φτιάξει το σπιτικό του και να ζήσει την οικογένειά του. Κάθε μεσημέρι, γυρνούσε σπίτι του μούσκεμα στον ιδρώτα. Έτσι όμως κατόρθωσε να μην τους λείπει τίποτα και να ζούνε ευτυχισμένοι. Ώσπου μια μέρα, επιστρέφοντας από την εργασία, βρήκε την οικεία του καμμένη και κατάμαυρη. Λίγη ώρα αργότερα, ανακαλύφθηκαν εκεί μέσα και τα πτώματα της οικογένειάς του. Ο Γιώργος έπεσε στα γόνατα και βλαστήμησε φωνάζοντας την ώρα που το φεγγάρι έκρυβαν μεγάλα σύννεφα.

Το ότι μίλησε με αυτό τον τρόπο λειτούργησε πολύ άσχημα. Ήτανε λάθος. Και, λίγες μέρες αργότερα, ενώ έμενε πλέον μαζί με μια αγαπημένη του αδερφική φίλη η οποία τον παρηγορούσε, χτύπησε σιγανά η πόρτα του σπιτιού μετά τα μεσάνυχτα. Ούτε εκείνος ούτε η φίλη του είχαν ύπνο και έτσι άκουσαν τον θόρυβο. Όταν άνοιξαν για να δουν ποιος ήταν, υπήρχε ένας άντρας που κοίταξε κατευθείαν τον Γιώργο. Είπε ότι κάποιος τον είχε καλέσει. Τόσο ο Γιώργος όσο και η Μαίρη αποκρίθηκαν πως δεν τον είχαν ξαναδεί και άρα αποκλείεται να τον καλέσανε.

Από εκείνο το βράδυ και έπειτα, ο άγνωστος στεκόταν συνεχώς έξω από το σπίτι, σε διαφορετικό σημείο κάθε μέρα. Ακίνητος και σιωπηλός. Δεν έφευγε ποτέ. Λες και δεν είχε ανάγκη να φάει ή να κοιμηθεί. Η Μαίρη ήταν ιδιαίτερα φοβισμένη. Ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ο φίλος της αντίθετα δεν φοβόταν γιατί ένιωθε ότι δεν είχε πια κάτι να χάσει. Ένα πρωινό, μια γνωστή της Μαίρης τους επισκέφτηκε και ήπιε καφέ μαζί τους. Όταν της ανέφεραν και της έδειξαν τον άντρα που τους στοίχειωνε για μέρες, εκείνη απάντησε με τρεμάμενη φωνή ότι δεν έβλεπε κανέναν. Αλλά ο άντρας ήταν εκεί.

Είχαν ζητήσει βοήθεια από διάφορους όμως κανείς από όσους έσπευδαν να βοηθήσουν δεν μπορούσε να τον δει. Και, κάποιο απόγευμα, ενώ ο ήλιος έδυε, κατατρόμαξαν βλέποντας τον άντρα να κάθεται στον καναπέ του σαλονιού έχοντας εισβάλει μέσα στο σπίτι με τρόπο μυστήριο. Η Μαίρη άρχισε να φωνάζει. Αλλά ο Γιώργος την έκανε να σωπάσει. "Τι με θέλεις; Εμένα θέλεις. Έτσι;" ρώτησε τον άγνωστο. Αυτός του απάντησε με ερώτηση την οποία πρόφερε με φωνή ερπετού. "Γιατί βλαστήμησες αφού εσύ ο ίδιος έφταιγες; Ποιος ξέχασε το μάτι της κουζίνας ανοιχτό;". Ο Γιώργος άνοιξε το στόμα του ολότελα σοκαρισμένος. "Τώρα δεν μπορείς να ξεφύγεις. Είναι πια αργά. Ας μην το κάνουμε δύσκολο." συνέχισε ο άντρας χαμογελώντας σαρκαστικά. "Πάμε;" συμπλήρωσε και σηκώθηκε όρθιος τείνοντας το χέρι του στον Γιώργο. "Να πάμε πού;" ψέλλισε εκείνος. "Στο μέρος που εσύ επέλεξες. Και τώρα του ανήκεις." Ο Γιώργος παραιτημένος και με σκυμμένο το κεφάλι έπιασε το χέρι του άλλου και βημάτισαν μαζί βγαίνοντας έξω. Η Μαίρη τους παρακολούθησε, παραλυμένη από τα δυσάρεστα συναισθήματά της, να εξαφανίζονται σταδιακά στον ορίζοντα.

Από τότε, άνθρωπος δεν ξαναείδε τον χαροκαμένο πρώην οικογενειάρχη. Όμως καθένας από τους κατοίκους της περιοχής απέφευγε να βλαστημάει. Όσο θυμωμένος κι αν ήταν. Έξω από το σπίτι της Μαίρης, σε κάποιο σημείο, έπεφτε πάνω στο χορτάρι μια ανθρώπινη σκιά ανεξήγητης προέλευσης. Η οποία δεν έφυγε ποτέ.

Αντώνης Μπούζας

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Η ζωή ενός δέντρου

 

Πριν από πολλά χρόνια, ζούσε ένα δέντρο επάνω σε ένα κομμάτι γης στην μέση του πελάγου. Του άρεσε που κατοικούσε σε μέρος τόσο γοητευτικό για τα μάτια του σώματος και της ψυχής. Το τοπίο χάιδευε την καρδιά του και ταξίδευε την σκέψη του. Θαύμαζε τον ζωγραφισμένο από τον ήλιο ουρανό και τις αποχρώσεις του. Και τα γλαροπούλια που έμοιαζαν με πολύ μικρά αεροπλάνα που τη μια στιγμή εκτοξεύονταν ψηλά και την άλλη βουτάγανε στα χαμηλά. Απολάμβανε να ακούει την ομιλία της θάλασσας. Η οποία του ψιθύριζε τα μυστικά της ενώ σουρούπωνε. Αρκετές φορές, το έδερνε ο αγριεμένος άνεμος σαν βάρβαρος λεηλατητής. Αλλά αυτό πάντα τελείωνε χωρίς το δέντρο να υποστεί κάποιον τραυματισμό. Βάρκα ή πλοίο δεν είχε προσεγγίσει ποτέ το νησάκι του. Πράγμα καλό διότι φοβόταν τους ανθρώπους. Μακρινοί του φίλοι επικοινωνούσαν μαζί του με τρόπο μαγικό. Του έστελναν μηνύματα για την αδιάκοπη θανάτωσή τους από ανθρώπους. Ωστόσο, υπήρχαν φορές που οι εικόνες και οι ήχοι τόσο ξεσήκωναν την φαντασία του που ήθελε να μπορούσε να γίνει συγγραφέας. Να είχε χέρια αντί για κλαδιά και μερικές σελίδες χαρτί μαζί με ένα μολύβι. Ώστε να έβγαζε από μέσα του όσα το είχαν γεμίσει αλλά δεν μπορούσε να πει. Ήταν ένα όνειρο καταδικασμένο να μην πραγματοποιηθεί. Που διαρκώς ερχόταν και έφευγε.

(Αντώνης Μπούζας)