Ο αστυνόμος Τέλος έψαχνε με σκοτεινό πρόσωπο
τα χαρτιά που σαν άγρια ζώα είχαν χωθεί στα χέρια του.
Άνθρωποι εντελώς άσχετοι και άγνωστοι μεταξύ τους,
χωρίς κοινά στοιχεία στις ταυτότητες και στις ζωές τους,
είχαν βρεθεί κρεμασμένοι σε διάφορα σημεία της πόλης.
Οι δολοφονίες όλες είχαν διαπραχθεί αργά τη νύχτα.
Ο Τέλος έψαχνε πολύ καιρό αυτό το παλαβό τέρας.
Όμως μονάχα προσωρινοί συλληφθέντες είχαν υπάρξει.
Η αθωότητά τους ερχόταν να τους βγάλει απ' τα κελιά.
Ένας μάρτυρας είχε μιλήσει για μια αδύναμη μορφή
που έσερνε τα πόδια της σκιά κι αυτή μες στις σκιές.
Λίγο πιο πέρα, ταλαντευόταν μυστικά το θύμα της.
Επικρατούσε μια αδιάκοπη ανασφάλεια στην πόλη.
Βάδιζαν απειλούμενοι κάτω από τον γκρίζο ουρανό.
Και μια ιστορία ακουγόταν ανάμεσα στους φοβισμένους.
Ο αρχικός αφηγητής της καλυμμένος με ομίχλη, άγνωστος.
Η ιστορία ψιθύριζε σε δωμάτια νυχτερινά δίπλα σε κεριά.
Και παρακάτω σας παραθέτω όσα εκείνη τους έλεγε.
Ότι σε κάποιον κάποτε είχε γίνει μεγάλο κακό και αδικία.
Πως είχε χρίσει τον εαυτό του δήμιο με μίσος στη ματιά.
Τριγυρνούσε εκεί έξω και κρεμούσε όποιον έβρισκε.
Όμως ένας αληθινά τίμιος θα σταματούσε τα εγκλήματα.
Ακούγοντάς το αυτό, οι άνθρωποι γινόντουσαν ποτάμι.
Ορμητικά γέμιζαν δρόμους και σπίτια ψάχνοντάς τον.
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε με τρόπο ασυνήθιστο.
Ο Τέλος είδε να κουβαλούν μπροστά του έναν άντρα
απολύτως ατημέλητο και ιδιαιτέρως ταραγμένο.
Έτρεμε και φώναζε πως κανέναν δεν είχε πειράξει.
Όμως δεν είχε άλλοθι για τις ώρες που συνέβησαν οι φόνοι.
Η ανάκρισή του έγινε σε ατμόσφαιρα φορτισμένη.
Ο Τέλος του μιλούσε σκληρά, του έκανε επιθέσεις.
Ο ύποπτος φαινόταν πως είχε πράγματι κάτι να κρύψει.
Αυτό πρόδιδε το βλέμμα και η κινησιολογία του.
Όταν διέκοπταν, τον πετούσαν στο κελί κι εκείνος έκλαιγε.
Και ξαφνικά, ένα πρωί, ο Τέλος του έδειξε μια πατερίτσα.
Είχε βρεθεί στο σπίτι του ενώ ο ίδιος δεν τη χρειαζόταν.
Συνειδητοποίησε πως δε μπορούσε άλλο να το κρύψει.
Αποκάλυψε πού βρισκόταν όταν κρεμαζόντουσαν τα θύματα.
Πριν ένα χρόνο, μεθυσμένος, είχε δείρει μια ηλικιωμένη.
Ξεμέθυστος έπειτα έτρεξε για να την βρει σακατεμένη.
Από τότε συνεχώς την φρόντιζε και ξαγρυπνούσε δίπλα της.
Ανέφερε όμως κι ένα ερειπωμένο ίδρυμα κοντά στο σπίτι της.
Όπως τόνισε, κάθε φορά που περνούσε απ' έξω, βρομούσε.
Η αστυνομία επισκέφτηκε το κτίριο με την αφόρητη μυρωδιά.
Ήταν γεμάτο κρεμασμένους μα ο δήμιος ήταν κι αυτός εκεί.
Ο Τέλος τον συνέλαβε κι ας μην ήταν ακριβώς άνθρωπος.
Τον είχανε κρεμάσει πριν λίγο καιρό λόγω δικαστικής πλάνης.
Όταν μετά κατάλαβε ότι είχε πεθάνει, έχασε τα λογικά του.
(Αντώνης Μπούζας)