Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Πλεούμενο

Με πέταξαν στο ποτάμι. Κι εγώ ταξίδεψα για χρόνια.
Είδα ήλιους μα και φεγγάρια.
Οι ήλιοι με τύφλωναν.
Τα φεγγάρια με έθλιβαν.

Είδα ανθρώπους να χουν σκύψει στις όχθες για να πιουν νερό και τους χαιρέτησα.
Ένα παιδί με κοίταξε και χαμογέλασε. Μου θύμισε εμένα την εποχή του γάλακτος.
Για λίγο περπάτησε παράλληλα και κουβεντιάσαμε.
Το ρώτησα πως είναι εκεί.
Μου είπε πως έχει πάντα ήλιο.
Του είπα συγγνώμη που έφυγα απότομα.
Μου είπε να ξανάρθω όποτε θέλω.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω, του είπα. Ποτέ κανείς δεν μπόρεσε!..

Δυο χρόνια αργότερα, συνάντησα  μια κοπέλα που έκανε μπάνιο.
Για ένα δευτερόλεπτο με σταμάτησε. Έσκυψε και μου έδωσε ένα φιλί.
Έπειτα μ' άφησε να συνεχίσω το ταξίδι. Κι εγώ επέπλεα με το μυαλό κατεστραμμένο.
Σχεδόν φυτό.
Ένα χρόνο μετά, επανήλθα, μα μια άλλη κοπέλα με φίλησε και φτου κι απ' την αρχή.
Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές ακόμη.
Κάθε φορά που έβγαινα απ' τον τάφο, ο θάνατος με άγγιζε ξανά.
Μια βροχή ήρθε να μου θυμίσει πως δεν είναι κόσμος αυτός αγγελικά πλασμένος...

Συνέχεια κοπανούσα στα βράχια.
Και κάποτε ήρθε μια βαρκούλα και μ'έσκισε στα δυο.
Την ευχαρίστησα και έπειτα γεννήθηκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου