Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Ο ταξιδιώτης

Ο βασιλιάς συγκέντρωσε τριγύρω του τις τρεις του θυγατέρες. Τους είπε ότι θα έφευγε για ένα μεγάλο ταξίδι. Ότι θα έλειπε για χρόνια. Αλλά, όταν επέστρεφε, θα έφερνε στην καθεμιά τους από ένα δώρο. Η πρώτη, η πιο μοχθηρή κι ανασφαλής, ζήτησε ένα πνεύμα. Ένα πνεύμα παντοδύναμο, αλλά και αδίστακτο μπροστά στο καθετί, καλό ή κακό, που θα του ζητούσε ο ιδιοκτήτης του. Η δεύτερη, η πιο ματαιόδοξη, του ζήτησε μια φημισμένη αλοιφή που λέγανε ότι ήταν τόσο μαγική που σε έκανε να δείχνεις για πάντα νέος ή νέα. Η τρίτη κόρη όμως, η μικρότερη, ήταν η πιο φιλοσοφημένη απ' όλες. ¨Εγώ θέλω εσένα¨, του είπε. ¨Εσύ θα 'σαι το δώρο μου¨. Οι άλλες δυο την αγριοκοίταξαν γιατί τις έκανε να φανούν άκαρδες και σκληρόπετσες και τις εξέθεσε. Ο βασιλιάς αναχώρησε από τη χώρα.

Πέντε χρόνια ήταν άφαντος και κανείς δεν είχε μάθει νέα του. Οι δύο κόρες κακομεταχειρίζονταν την μικρότερη. 
Την μαστίγωναν, την έδερναν και βάλανε έναν χωρικό να τη βιάσει. Ο βιασμός απέτυχε, διότι το παιδί απεδείχθη διαολάκι, καθώς τον ευνούχισε μ' ένα σπαθί του πατέρα της. Βέβαια ήταν τέτοια η τρομάρα που πήρε, που από τότε και στο εξής φοβόταν ακόμα και τη σκιά της.

Στο τέλος αυτών των πέντε σκοτεινών ετών, αγγελιοφόρος είπε ότι ο πατέρας τους βρισκόταν ήδη καθ' οδόν για το βασίλειό του. Είχε κιόλας περάσει τα σύνορα. Παρ' όλα αυτά, την άλλη μέρα, έφτασε στο παλάτι ένα ξύλινο κιβώτιο, το οποίο περιείχε τα δώρα του βασιλιά, αλλά ο ίδιος δεν ήρθε. Και το πιο παράδοξο είναι ότι δεν ήρθε ούτε την επόμενη μέρα ούτε τη μεθεπόμενη. Όπως και να 'χε, οι δυο μεγάλες κόρες ήταν απόλυτα χαρούμενες γιατί ό,τι θέλανε το είχαν. Η ματαιόδοξη κόρη πήρε την κρέμα της και πασάλειψε μ' αυτήν όχι μόνο το πρόσωπο, αλλά και ολόκληρο το σώμα, από την κορυφή ως τα νύχια. “Τώρα θα μείνω για πάντα όμορφη και ποθητή”, είπε και σήκωσε τη μύτη της ακόμα πιο ψηλά. Η άλλη κόρη βρήκε μέσα στο κιβώτιο, δίπλα στο κουτί με την κρέμα, ένα δαχτυλίδι με πετράδι μαύρο. Μάντεψε ότι επρόκειτο για το σπίτι του πνεύματος κι έτσι το φόρεσε στο χέρι της. Η μικρή, μόλις το είδε, ανατρίχιασε. 

Το ίδιο βράδυ, όταν οι τρεις κόρες κατέβηκαν από τα δωμάτιά τους για να δειπνήσουν, η μικρή παρατήρησε έντρομη ότι το βλέμμα της κόρης με το δαχτυλίδι είχε παραμορφωθεί τερατωδώς. Τα μάτια της ήτανε φιδίσια. Η φωνή της έμοιαζε με ζώου, αλλά συγχρόνως ψιθυριστή. Ενώ τρώγανε, ανακοίνωσε στις άλλες δύο ότι κάποια τους είχε κλέψει ένα από τα φορέματά της. Κι ότι η κλέφτρα θα βρισκόταν σύντομα στο μπουντρούμι. Αμέσως μετά, διέταξε τους φρουρούς να ψάξουν τα δωμάτια. Η μικρή ήταν σίγουρη για την καταδίκη της. Ενώ εξακολουθούσαν να τρώνε, ένας φρουρός άρχισε να φωνάζει ότι το φόρεμα βρέθηκε. Η κόρη με το δαχτυλίδι διέταξε να συλληφθεί η ένοχος. Έτσι, οι φρουροί άρπαξαν απ΄ τα χέρια κι απ΄ τα πόδια την ματαιόδοξη κόρη και την οδήγησαν στο μπουντρούμι. Η μικρή είχε μείνει άναυδη. Κοίταξε μπερδεμένη την αδερφή της. Την επόμενη στιγμή, άκουσε μέσα στο κεφάλι της την αλλοιωμένη φωνή της να λέει ¨ο θρόνος είναι δικός μου!¨. Το παιδί ανέβηκε στο δωμάτιό του με προσποιητή ηρεμία και εσωτερική ασφάλεια και κλειδώθηκε εκεί μέχρι να ξημερώσει. 

Πέρασε μια βδομάδα κατά την οποία η μικρή κόρη υποκρινόταν την υπάκουη και την πιστή απέναντι στην αδερφή της που είχε αρχίσει ν' ανάβει τα κεριά και να γεμίζει τα ποτηριά μόνο με τη σκέψη της. Κάποια στιγμή, το παιδί δοκίμασε να πιεί από το μυστηριώδες περιεχόμενο. Δεν ήταν κρασί. Μα ούτε και κάποιο άλλο γνωστό πότο. Είχε μια γεύση περίεργη. Ένα βράδυ, απ' τα μπουντρούμια έφτασε μια κραυγή τόσο εφιαλτική και φρικώδης που οι φρουροί έτρεξαν έντρομοι για να βρουν την κρατούμενη σε μια κατάσταση που ο μεγαλύτερος ιατροδικαστής θα έχανε τα λογικά του. Με μάτια ορθάνοιχτα την παρακολούθησαν μέχρι ν' αφήσει την τελευταία της πνοή. Ο θάνατος οφειλόταν, σύμφωνα με τη μελέτη της σορού, μάλλον στην παράξενη αλοιφή. Η κόρη με το δαχτυλίδι διέταξε το πτώμα να ριχτεί στην πυρά. Από την άλλη μέρα κι έπειτα, η μικρή είχε τρομοκρατηθεί. Κι αυτό διότι η αδερφή της, την κοιτούσε με βλέμμα αινιγματικό. Το δίχως άλλο, κάτι είχε στο μυαλό να της κάνει.

Ώρα νυκτός και ενώ η μικρή κοιμότανε κλειδαμπαρωμένη στο δωμάτιο της, το κλειδί γύρισε από μόνο του και τελικώς η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Μια σκιά εισχώρησε στο εσωτερικό του δωματίου που δεν θύμιζε τίποτα το ανθρώπινο. Όταν η σκιά αυτή άγγιξε το παιδί, εκείνο πετάχτηκε όρθιο με μάτια βουρκωμένα. Μπροστά της βρισκόταν ό,τι είχε απομείνει από την αδερφή της ενσωματωμένο σε μια φρικωδία δίχως προηγούμενο. Μια κατάμαυρη μάζα με δυο κόκκινες τρύπες στην κορυφή την κοίταζε και τη ζύγωνε όλο και πιο πολύ. Η μικρή προσπάθησε να τρέξει. Αλλά ολόκληρό της το κορμί είχε παραλύσει. Το τέρας βρυχήθηκε. Με μια κίνηση την άρπαξε απ' τα μαλλιά και την σήκωσε στον αέρα. Ξαφνικά, από τις πιο σκιώδεις γωνιές αυτού του δωματίου ξεπρόβαλε μια άλλη μορφή. Υλική και συγχρόνως άυλη. Πλησίασε με βήμα αργό. Ήταν ένας άντρας λευκός σαν το πανί και με δυο μαύρες τρύπες στη θέση των ματιών του. Η μικρή κόρη άφησε ένα μεγάλο δάκρυ να κυλίσει σαν ποτάμι σε κοιλάδα. Ήταν ο πατέρας της. Είχε φέρει το δώρο που του είχε ζητήσει. Ακούμπησε με το χέρι του την κεφαλή του θηρίου κι εκείνο διαλύθηκε μεμιάς σε μύρια μαύρα κοράκια. Πήρε στα χέρια του την κόρη του και την μετέφερε στο κρεβάτι. Εκείνη δε φοβότανε. Την σκέπασε με την κουβέρτα και το βασανισμένο του κορμί αναπαύτηκε στο πλάι της ενώ αυτός της τραγουδούσε νανουρίσματα που είχε χρόνια να ακούσει. Οι φρουροί έτρεξαν, αλλά δεν βρήκαν παρά μόνο το παιδί να τραγουδάει ξαπλωμένο ένα τραγούδι παιδικό που κάπου το 'χαν ξανακούσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου