Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Ο πίνακας

Τα παιδιά πήγαιναν συχνά στο ακατοίκητο σπίτι του εξαφανισμένου δασκάλου, δεκατρία χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Πάντοτε χρησιμοποιούσαν το λεωφορείο για να γυρίσουν. Εκείνο το απόγευμα όμως το λεωφορείο καθυστερούσε πολύ. Και,κάποια στιγμή, ανήσυχοι και αγχωμένοι, συνειδητοποίησαν ότι θα έμεναν όλο το βράδυ εκεί. Γιατί το ραδιόφωνο του Νίκου τους ενημέρωσε για τη μεγάλη κατολίσθηση. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος ηλικιακά και γι αυτό αρχηγός της παρέας, προσπάθησε να τους καθησυχάσει. Ένα όμως από τα υπόλοιπα παιδιά παρέθεσε την πληροφορία ότι φήμες έλεγαν πως το σπίτι ήταν στοιχειωμένο. Ο Νίκος τότε χρησιμοποίησε τα λόγια του πατέρα του ώστε να αντικρούσει τα λεγόμενα του άλλου μέσα από μια ώριμη και λογική τοποθέτηση. Πράγμα το οποίο πέτυχε.

Αποφάσισαν ότι έπρεπε με κάποιο τρόπο να περάσουν την ώρα τους,μέχρι να βγει ο ήλιος. Ο Νίκος πρότεινε να εξερευνήσουν το σπίτι. Το εσωτερικό του οποίου ήταν το βασίλειο της σκόνης,των μικροβίων και των σκουληκιών. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν υπερβολικά πολλά σκουλήκια. “Λες και το σπίτι είναι ένα μεγάλο πτώμα”, παρατήρησε κάποιος. Σε ένα από τα δωμάτια, ανακάλυψαν έναν μεγάλο πίνακα και κιμωλίες. Προφανώς, ο δάσκαλος έκανε ιδιαίτερα και στο σπίτι του. Έτσι,σύντομα βρέθηκαν καθισμένοι γύρω από το εύρημά τους να παίζουν κρεμάλα. Ο Νίκος είχε βάλει τη λέξη “μεσαιωνική συγχρονικότητα”. Την είχε ακούσει σε μια εκπομπή για μεγάλους. Ξεκαρδιζόταν στα γέλια, καθώς οι φίλοι του έσπαγαν το κεφάλι τους για να τη βρουν και εκνευρίζονταν. Είχε σχεδιάσει σχεδόν ολόκληρη τη μορφή πάνω στην κρεμάλα και τους απέμενε μονάχα μια ευκαιρία. Τα παιδιά κοιτούσαν τη λέξη ζαλισμένα. Ο Νίκος καμάρωνε για τη νίκη του και χαμογελούσε αυτάρεσκα. Ωστόσο ξαφνικά συνέβη κάτι που τον έκανε να τσιρίξει. Μια λεπτή φωνούλα ακούστηκε,προφέροντας ολοκάθαρα τη λέξη “μεσαιωνική συγχρονικότητα”. Αμέσως προκλήθηκε αναστάτωση. Ένα επιφώνημα δέους απλώθηκε σε όλο τον χώρο. Καθένας ρωτούσε τον διπλανό του αν είχε ακούσει κι εκείνος τον ανατριχιαστικό και σάπιο λόγο. Όλοι τους παραδέχθηκαν ότι μόλις είχαν γίνει μάρτυρες ενός ανεξήγητου γεγονότος,ενώ ένας τους ισχυρίστηκε με φωνή που έτρεμε πως είδε τη μορφή στην κρεμάλα να ανοίγει το στόμα της. Στο άκουσμα αυτής της μαρτυρίας,επικράτησε ατμόσφαιρα χάους και έντασης. Ο Νίκος τους ύψωσε τον τόνο, επιπλήτωντάς τους. Αντιτάχθηκε στον έκδειλο εκστασιασμό που ενέπνεε την παρέα λέγοντας ότι αυτός δεν άκουσε και δεν είδε τίποτα. Ένα από τα παιδιά,που δε μπορούσε άλλο να συγκρατήσει την οργή του,του απάντησε με εμπαιγμό: “ε,τότε έχασες! Η λέξη είναι 'μεσαιωνική συγχρονικότητα'!”. Ο Νίκος κοίταξε το πλήθος με μάτια πλημμυρισμένα από κακία και μίσος. Αναγκάστηκε όμως να παραδεχθεί την ήττα του. 

Το παιχνίδι τερματίστηκε. Κανείς τους δεν μπορούσε να ξεπεράσει το μεταφυσικό συμβάν. Έτσι αποφάσισαν να πειραματιστούν με τον πίνακα αφήνοντας τον Νίκο σε μια γωνία να βγάζει διάλεξη εκφράζοντας την αντίθεσή του. Ο Φώτης που ήταν, αν και μικρός, πολύ ταλαντούχος στη ζωγραφική γέμισε την επιφάνεια του πίνακα με το πρόσωπο του εξαφανισμένου δασκάλου. Στη συνέχεια, άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να ρωτάνε απευθυνόμενοι στη ζωγραφιά και στον άνθρωπο που αυτή απεικόνιζε εάν βρισκόταν το πνεύμα του εκεί μαζί τους. Καμιά απόκριση. Τα χείλη κρατήθηκαν ασάλευτα και παρέμειναν έτσι όσο κι αν βαστούσε η επιμονή των παιδιών. Υπήρχε όμως κάτι στα μάτια του που δεν άρεσε στον Φώτη. Κάτι σκοτεινό. Ήταν σίγουρος πως δεν τα είχε σχεδιάσει έτσι. Ένας μακρινός κρότος ήρθε να τους παγώσει το αίμα και να τους κάνει να κατευθυνθούν σε κάποιο άλλο δωμάτιο για να ανακαλύψουν την πηγή του. Ο Φώτης όμως παρέμεινε μπροστά στη ζωγραφιά του αγνοώντας τους. Μέσα στην απόλυτη μυσταγωγία της στιγμής,ήρθε η ώρα που ήταν πεπεισμένος ότι το πρόσωπο ήταν ζωντανό. Για να επιβεβαιώσει εκείνο τις πεποιθήσεις του άνοιξε τα αυστηρά του χείλη και γέμισε τον χώρο με τη βαριά,βροντώδη φωνή του. Είπε στον Φώτη ότι ήταν σπουδαίος ζωγράφος και ότι τον περίμενε ένα λαμπρό μέλλον. Ακόμη του αποκάλυψε πως είχε δολοφονηθεί. Η σύντροφός του τον είχε σκοτώσει μαζί με τον εραστή της και τον είχαν θάψει. Ο Φώτης δε μπορούσε να αντιδράσει στο απόκοσμο γεγονός που βίωνε. Η όψη του φαντάσματος τον υπνώτιζε. Ο λόγος του τον καθήλωνε και τον καθιστούσε ανίκανο να αντιδράσει. Κάποτε η μορφή έπαψε να μιλά και να δίνει σημεία ζωής. 

Οι υπόλοιποι μπήκαν στο δωμάτιο ανακοινώνοντας ότι ο κρότος δεν προκλήθηκε από κάτι ασυνήθιστο. Ο Φώτης με μάτια διάπλατα ανοιχτά και με φωνή γεμάτη τρόμο τους διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί κατά την απουσία τους. Κάποιοι γέλασαν. Άλλοι έμειναν να τον κοιτάζουν αμήχανα και με φόβο που τους γεννούσε όχι κάποιο φάντασμα, αλλά το ίδιο το άτομό του. Ο Νίκος φώναξε άγρια. Του είπε ότι ήταν ψυχοπαθής. Άρρωστος. Και ότι σύντομα θα έπρεπε να τον κλείσουν σε κανένα ψυχιατρείο. Ο Φώτης ίδρωσε. Αντιλήφθηκε αυτό που πάντα γνώριζε,αλλά συνήθως απέφευγε να δει. Ότι ο φίλος του έκρυβε μέσα του ένα θηρίο,το οποίο ήταν ικανό να σε κατασπαράξει,εάν του δινόταν η ευκαιρία. Απευθύνθηκε στη ζωγραφιά του παρακαλώντας την να ξαναμιλήσει. Την ικέτευσε. Έπεσε στα γόνατα. Ο Νίκος τον ειρωνεύτηκε. Αρκετοί φίλοι του, γέλασαν. Εκείνος άρχισε να κλαίει. Μια φωνή από το πλήθος τον υπερασπίστηκε ότι μάλλον είχε κουραστεί πολύ και το μυαλό του λειτουργούσε περίεργα,αλλά σύντομα θα ήταν και πάλι καλά. Ο Φώτης κοίταξε απελπισμένος τα παιδιά. Αισθάνθηκε ξαφνικά ότι ποτέ δεν τους ένωνε τίποτα κοινό. Ήταν άνθρωποι βρωμεροί. Κι αυτός εύθραυστος σαν το μυρμήγκι μπροστά στην αρβύλα. Ο Νίκος προσποιήθηκε ειρωνικά ότι είχε πλέον πειστεί. Στάθηκε μπροστά από τον πίνακα και άρχισε να υποκρίνεται μια φανταστική συνομιλία με το πρόσωπο κατά την οποία το προέτρεπε να πάει στην αστυνομία, με ή χωρίς τον πίνακα,για να δώσει κατάθεση χώνοντας στη φυλακή τους φονιάδες του.  Κι ότι δεν ωφελούσε σε τίποτε να το αποφεύγει. Όσο πιο γρήγορα γινόταν τόσο το καλύτερο. “Εντάξει; Θα πάει;” ρώτησε ένα παιδί. Ο Νίκος γύρισε την πλάτη του στον πίνακα και τους ανακοίνωσε έκπληκτος ότι τόσο φλύαρο φάντασμα δεν είχε ξαναδεί.

Ξάφνου ένιωσε κάτι να του τυλίγει το λαιμό. Το ύφος του άλλαξε με τον πιο βίαιο τρόπο. Το ίδιο και των υπολοίπων. Ο Φώτης αντίθετα ξέσπασε σε ένα άγριο γέλιο. Το χέρι του δασκάλου είχε βγει μέσα από τον πίνακα και κράταγε σφιχτά τον λαιμό του Νίκου. Μια φωνή βουτηγμένη στο θυμό και την οργή ούρλιαξε στο αυτί του νεαρού ότι ήταν το πιο κακομαθημένο και άτακτο αλητάκι που είχε γνωρίσει ποτέ του και ότι δε σεβόταν ούτε τους νεκρούς. Είπε κι άλλα λόγια εξίσου φορτισμένα. Το σώμα του Νίκου παλλόταν αλλόκοτα από τον πανικό. Όταν κάποια στιγμή το πνεύμα ηρέμησε,έκλεισε την επίπληξη λέγοντάς του να του γίνουν μάθημα όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ και πως με μια πιο σωστή εκπαίδευση θα γινόταν ένα χρήσιμο μέλος για την κοινωνία. Έπειτα έκανε παύση. Ξαναμίλησε με χαρούμενο τόνο λέγοντας στον Νίκο ότι παρ' όλα αυτά η ιδέα του ήταν πολύ καλή. Ότι θα πήγαινε στην αστυνομία αύριο κιόλας να καταθέσει και να παραδώσει στη δικαιοσύνη τους δολοφόνους του. Τους πρότεινε μάλιστα το επόμενο πρωί να πάρουν μαζί τους τον πίνακα με το πρόσωπό του και να τον μεταφέρουν στο τμήμα. Ο Φώτης τον διαβεβαίωσε ότι έτσι ακριβώς θα γίνει,ενώ ο Νίκος σωριαζόταν στο πάτωμα άσπρος σαν το πτώμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου