Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Χρώμα

Υπήρχε κάποτε ένας καλλιτέχνης των Κόμικς ,ο οποίος σχεδίαζε διάφορες μορφές στο τετράδιό του. Μορφές από άλλους κόσμους, ιδανικές. Ο καλλιτέχνης όμως δεν τις φρόντιζε ιδιαίτερα. Τουλάχιστον όχι έτσι, όπως θα έπρεπε. Το σημαντικότερο πράγμα που τους στερούσε ήταν το χρώμα.
Πολλές εξ αυτών βασανίζονταν διαρκώς από αυτό το παράπονο . Συζητούσαν μεταξύ τους και προσπαθούσαν να σκεφτούν μια λύση στο μεγάλο τους πρόβλημα. Ανάμεσά τους υπήρχε η φιγούρα ενός αστροναύτη, η οποία συχνά τους πρότεινε να δραπετεύσουν από το τετράδιο του δημιουργού τους και να αναζητήσουν την λύτρωση πέρα από τα σύνορα της πραγματικότητας που είχαν συνηθίσει. Καμιά δεν ήθελε να την ακούσει. Την χαρακτήριζαν τρελή. Ίσως και να ήταν. Η ίδια όμως το είχε πάρει απόφαση ότι δεν θα έμενε για πολύ εκεί.
Και ένα πρωινό, πριν ξυπνήσει ο καλλιτέχνης, πριν ξυπνήσει και ούτε μια από τις υπόλοιπες μορφές, η φιγούρα του αστροναύτη έδωσε ένα σάλτο και πήδηξε έξω από το ανοιχτό τετράδιο.
Κοίταξε πίσω της με περηφάνια και ανακούφιση. Ίσως και λίγη θλίψη, μιας και εκείνη τη στιγμή αποχαιρετούσε ίσως και για πάντα το σπίτι της, άλλα και την οικογένειά της.
Έπειτα, έστρεψε το πρόσωπό της προς τα εμπρός και προχώρησε.
Αναρωτιόταν που θα μπορούσε να βρει αυτό που τόσο λαχταρούσε, λίγο χρώμα για να βάψει το λευκό κορμί της. Ήταν πραγματικά μεγάλη ντροπή να υπάρχει σε έναν κόσμο χρωμάτων με το πιο απαξιωμένο από όλους χρώμα.
Περπατούσε από δω κι από κει μες στο δωμάτιο του νεαρού σκιτσογράφου, παρατηρώντας προσεκτικά τριγύρω της και προσπαθώντας να ανακαλύψει τη δική της Ιθάκη.
Κάποτε,παρατήρησε τους μεγάλους μαρκαδόρους που δέσποζαν απάνω στο γραφείο, μέσα σε φλιτζάνια του καφέ όπου και τους αναζητούσε ο καλλιτέχνης, όποτε τους χρειαζότανε, αν τους χρειαζότανε ποτέ. Το πρόσωπό της φωτίστηκε. Αυτή ήταν η λύση. Είχε ήδη φτάσει στον προορισμό της.
Σκαρφάλωσε στην επιφάνεια του γραφείου. Ευθύς έφτασαν στ' αυτιά της τα χαχανητά των διαφόρων παρατηρητών της τιποτένιας της όψης. Μαρκαδόροι, μολύβια, βιβλία, και μια σελίδα, λευκή κάτω από άλλες περιστάσεις, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση στολισμένη με μια μεγάλη μουτζούρα . Όλοι αυτοί γελούσαν εις βάρος της.
Τους αγνόησε επιδεικτικά, επιδιώκοντας έτσι να πάρει μια μικρή εκδίκηση, και πλησίασε έναν ανοιχτό γαλάζιο μαρκαδόρο που είχε ξαπλώσει σε μια γωνιά και ο οποίος, όλως παραδόξως, δεν γελούσε.
Του ζήτησε να την βάψει. Το γαλάζιο ήταν το χρώμα των ονείρων της. Δεν υπήρχε περίπτωση, σκεφτόταν, να της αρνηθεί. Τι θα του κόστιζε εξάλλου;
Ο μαρκαδόρος όμως παρέμεινε σιωπηλός. Η φιγούρα του αστροναύτη επανέλαβε με δυνατότερη φωνή. Τότε ο μαρκαδόρος την κοίταξε με βλέμμα που φανέρωνε την μεγαλύτερη περιφρόνηση που θα μπορούσε να υπάρξει και είπε απλά ότι δεν ήταν διατεθειμένος να ξοδέψει έστω και λίγο από το πολύτιμο χρώμα του για κείνη.
Η φιγούρα ένιωσε να της κόβονται τα πόδια. Με το κεφάλι σκυμμένο τράπηκε σε φυγή. Άκουσε πίσω της τα γέλια και τις κοροϊδίες για τελευταία φορά και κατέβηκε σχεδόν κουτρουβαλώντας από το μέρος εκείνο που θύμιζε κολαστήριο. Κατά βάθος όμως ήξερε ότι το κολαστήριο το κουβαλούσε μέσα της.
Η φιγούρα έμεινε ξαπλωμένη με το πρόσωπό της χωμένο στην επιφάνεια του χαλιού να κλαίει με λυγμούς. Με τι μεγάλη κατάρα την είχε φορτώσει ο δημιουργός της; Μήπως τελικά θα ήταν καλύτερο για κείνη να είχε μείνει στο τετράδιο μαζί με τους όμοιούς της; εξάλλου, σε έναν κόσμο μετριότητας, ο μέτριος δεν είναι πιο κάτω από τους άλλους.
Ενώ έκλαιγε, άκουσε κάτι να κινείται δίπλα της. Πετάχτηκε όρθια και αντίκρισε μια τεράστια σκιά. Ερχόταν πάνω απ' το κρεβάτι.
Ήταν η σκιά του καλλιτέχνη. Αυτή δεν κοιμόταν, όπως ο ιδιοκτήτης της. Όταν αυτός απουσίαζε, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκείνη έκανε πάρτι. Δεν βρισκόταν πλέον κάτω από την εξουσία του.
Η φιγούρα έμεινε να την κοιτάζει σκεφτική. Το κλάμα της σταδιακά σταμάτησε. Μια τρελή ελπίδα γεννήθηκε μέσα στη ψυχή της.
Κάθισε και διηγήθηκε όλη την ιστορία της στη σκιά. Ύστερα τη ρώτησε αν ήταν εκείνη περήφανη για το χρώμα της που στη γλώσσα των καλλιτεχνών ήτανε σύμβολο όλων των σκοταδιών στον κόσμο και εάν θα ήταν διατεθειμένη να το αλλάξει με το δικό της.
Η σκιά την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Φυσικά και θα το έκανε, της αποκρίθηκε. Δεν το ήθελε πάνω της ούτε λεπτό πλέον. Απλά, εδώ και καιρό, το υπέμενε.
Η φιγούρα χάρηκε απίστευτα. Άρχισε να νιώθει πολύ πιο όμορφα απ' ότι ένιωθε πριν από λίγο.
Έδωσαν λοιπόν τα χέρια και πήραν η μια το χρώμα της άλλης.
Ενθουσιάστηκε η φιγούρα με το καινούργιο της χρώμα. Το οποίο δεν ήταν συνώνυμο της κενότητας και της μηδαμηνότητας, αλλά αντίθετα του φόβου και της δύναμης που αυτός μπορούσε να δώσει.
Δεν ήταν πια το μυρμήγκι, αλλά ο γίγαντας. Ο κυνηγός. Ο αφέντης.
Ανέβηκε επάνω στο γραφείο, αυτή τη φορά με άλλο αέρα. Τρομοκράτησε μέχρι θανάτου τον γαλάζιο μαρκαδόρο και όλους τους υπόλοιπους παρόντες.
Είχε τυφλωθεί απ' το μίσος. Έτρεξε σ' όλο το σπίτι. Παντού υπήρχαν υποψήφια θηράματα της μανίας του.
Στο τέλος της ημέρας, επέστρεψε πίσω στο τετράδιο να την θαυμάσουν οι παλιοί της σύντροφοι. Εκείνοι, μόλις την είδαν, φρίκη κυρίευσε το μυαλό τους. "Θεέ μου! είναι μολυσμένος! είναι μολυσμένος!", ξέσπασαν όλοι τους.
Η φιγούρα αναρωτήθηκε αν έπρεπε να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Ύστερα, κατάλαβε.
Δεν υπήρχε πια γι αυτήν σπίτι.
Τα λευκά πλάσματα την περικύκλωσαν. Την έδεσαν χειροπόδαρα και την περιέφεραν για ώρα, χλευάζοντάς την και γελώντας με κακία.
Σε μερικές ώρες, ήταν κιόλας νεκρή.

(Αντώνης Μπούζας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου