Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Εύθραυστη ιστορία

Μου πήρες τα ματάκια της, 
αγαπημένη θλίψη. 
Ζωή με δάκρυ και γιατί, 
ανθρωποκτόνα πλήξη.

Το στόμα της στο στήθος μου 
ηλεκτροσόκ να κάνει. 
Κι εγώ να μένω μ' άδειο στόμα 
απ' της εικόνας της την πλάνη.

Ύστερα ήρθε η βροχή. 
Λάβωσε την απάτη μας. 
Ρούφηξε θάλασσα κι ακτή. 
Κλάψαμε το κρεβάτι μας.

Το κραγιόν σου από πέρσι 
έχω ακόμα στο ποτήρι. 
Το τσιγάρο να μου λέει 
"θα σου κάνω το χατίρι".

Μέσα μου χτυπούν δυο λέξεις 
που δεν πρόλαβα να πω. 
Μη μου φεύγεις, γύρνα πίσω. 
Είσ' ο λόγος που επιζώ.

Κάποια μέρα θα κινήσω 
το λευκό να φέρω πίσω. 
Λίγες ώρες για να ζήσω 
πριν τον κόσμο αυτόν αφήσω.

(Αντώνης Μπούζας)

Απών

Βομβαρδισμός νεκροκεφαλών βαμμένων με σπέρμα αιμάτινο.
Κι εγώ να νιώθω σήμερα πως χλώμιασα πολύ ξανά.
Στέκει πάνω απ' το κρεβάτι μου με τη μαύρη του όψη.
Δυο στήθη κατακόκκινα πετιούνται μες απ' τις σκιές.
Το τέρας μου χαμογελά και γλείφεται ενώ βογκά.

Όσο κι αν πασχίζεις να γλιτώσεις,
και τον θάνατο νομίζεις πως εφόβησες,
εκείνος πάντα θα προσμένει.
Στη γωνία του τη φλόγα σου να διώξει.
Στη γωνία του το κλάμα σου να νιώσει.
Στη γωνία του δρεπάνι να σου χώσει.

Κι άμα ακόμα πίσω άφησες την πρώτη νύχτα,
κι αν τον ιδρώτα πρόδωσες που χύσατε μαζί,
τα αίματα που χύθηκαν και βάψαν τα λουλούδια,
το σάλιο που εσιώπησε δίψας αιώνιο κορμί.

Όσο κι αν πασχίζεις να γλιτώσεις,
ο θάνατος αόρατος θα σε ακολουθεί.
Γι' αυτό απόψε ούρλιαξε στην αγκαλιά μιας πόρνης
κι αύριο μέθα μεσοπέλαγα στις τρεις η ώρα το πρωί.


Είμαι προφήτης και τα έζησα
στ' άψυχο κρέας των στιγμών.
Είμαι αυγούλα και ξεψύχησα,
αλλά με θάψανε απών.


(Αντώνης Μπούζας)