Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Πρόσωπο με πρόσωπο

Σαν κλείσει ο διακόπτης, είμαστε μόνο εγώ κι εσύ.
Όταν νεκρώνει όλη η πλάση, σ' έχω επιτέλους απέναντί μου.
Εσένα που ανέβηκες ψηλά κι εμένα πίσω άφησες.

Έβγαλες χρήμα, το σύμπαν σου λάμπει εκτυφλωτικά. 

Τίποτα δε σεβάστηκες.
Πήρες χαμόγελα, τα 'ριξες κάτω 
και με τ' ατσάλινο παπούτσι τα θρυμμάτισες.
Θεός για όλους, για μένα προδότης.
Πόσο εύκολα αλήθεια ξέχασες.

Τα μάτια σου μην αποστρέφεις 

καθώς επάνω σου πετάω το παρελθόν που θες να σβήσεις.
Είχες πει τότε θ' αγαπάς.
Eίχες πει τότε θα φιλάς.
Θα είσαι μέγα δεκανίκι για τους ανάπηρους πολέμου.
Και τώρα να 'σαι εμπρός μου, ο πόλεμος αυτοπροσώπως.

Τη μάσκα σου εγώ θα ρίξω.
Αυτή την ώρα για σένα σωτηρία δεν υπάρχει.
Από το έδρανο κοιτώ και βλέπω σένα τραγικό. 
Τρέμεις ολόκληρος θαρρώ και κάτι μου θυμίζεις. 
Στα μάγουλα κυλούν σταγόνες.
Κλαψούρισμα φτάνει στ' αυτιά μου.
Με κάνεις σοβαρά ν' αναρωτιέμαι
αν έδεσες ποτέ σου την καρδιά μου.


(Αντώνης Μπούζας)

Χαρτ-αετοί

Τετράδια πετάξανε στις άκρες του ορίζοντα.
Σε σύννεφα βουτήξανε παχιά και μυρωδάτα.
Μ΄ελπίδα αναδύθηκαν και γράμματα υγρά.
Μιλήσαν για τις ώρες τους που μοιάζανε στο
αίμα βουτηγμένες.


Τα είδε ένας ναυτικός που κάπνιζε την πίπα του
και γύρεψε παρέα.
Άρπαξε δύο απ΄αυτά και τη μορφή τους χάραξε.
Έπλευσε στις σελίδες τους
κοιτώντας με τα μάτια του δίδυμου αδελφού του.

Έκλεισε μέσα τους το πρόσωπό του
και έκλαψε σαν το παιδί
που έζησε στη φρίκη του ολέθρου.
Κι αυτά του δώσαν άσυλο στα τρυφερά τους σπλάχνα.
Δυο ώρες ήταν που η κραυγή εθέριζε τους γλάρους.
Σαν τέλειωσε τα φίλησε σαν νάταν οικογένεια.


“Τώρα όμως πρέπει να χωρίσουμε.
Υπέρλαμπρο το γεγονός που οι δρόμοι μας συναντηθήκαν.
Λίγες στιγμές ανάσας”.


Έτσι τετράδια πέταξαν και πάλι στα ουράνια.
Κι αυτός σαν τους θαλασσινούς άνοιξε τα φτερά του 
και κίνησε για χώρες μακρινές να βρει το πεπρωμένο.

(Αντώνης Μπούζας)