Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Στην κοιλάδα που δεν βρέχει ποτέ

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια όμορφη κοιλάδα ζούσαν δύο λουλουδάκια το ένα δίπλα στο άλλο.
Κάθε μέρα με το που ξυπνούσαν αντίκριζαν με χαρά το ένα το άλλο και στα πρόσωπά τους ζωγραφιζόταν ένα μεγάλο χαμόγελο. Η ψυχή τους ζεσταινόταν και όλη η υπόλοιπη μέρα κυλούσε πανέμορφα.
Κουβέντιαζαν από το πρωί έως αργά το βράδυ. Κάποια μέρα όμως φέρθηκαν και τα δύο εντελώς εγωιστικά κι έτσι αυτή η ζεστή φιλία διαλύθηκε. Μάλωσαν πάρα πολύ άσχημα κι ευχόντουσαν να γίνει κάτι έτσι ώστε να απομακρυνθούν το ένα από το άλλο.
Εν τω μεταξύ ο καιρός περνούσε κι όπου να’ ναι θα έβρεχε στην κοιλάδα. Όλα τα λουλούδια περίμεναν σαν τρελά τη βροχή. Ήθελαν επιτέλους να ξεδιψάσουν και να πάρουν ζωή.
Η μέρα που θα έβρεχε όπως είχαν υπολογίσει έφτασε. Τα λουλουδάκια κοίταζαν ψηλά γεμάτα χαρά. Η ώρα όμως περνούσε κι όσο κυλούσε η μέρα τα χαμόγελα όλο και λιγόστευαν. Αργά το βράδυ ένα από αυτά ψέλλισε με μαύρη στεναχώρια ότι η βροχή είχε αναβάλλει την επίσκεψή της. Δεν πειράζει όμως αυτά θα περίμεναν και κάποια στιγμή δεν μπορεί σίγουρα θα έβρεχε.
Την επόμενη μέρα τα δύο λουλούδια πρωταγωνιστές της ιστορίας μας στράφηκαν το ένα προς το άλλο και κοιτάχτηκαν, όχι με αγάπη καθώς οι μνήμες από τον καυγά τους ήταν ακόμα νωπές.
-   Τι λες, θα βρέξει κάποτε;
-   Εγώ είμαι αισιόδοξος θα βρέξει δεν υπάρχει περίπτωση.
-   Το θέμα είναι όμως ότι έχω πάθει αφυδάτωση, πρέπει το πολύ σε δυο, τρεις μέρες να έχει βρέξει διαφορετικά δεν ξέρω τι θα γίνει, εσύ διψάς;
-   Σαν τρελός. Δεν μου λες, είσαι ακόμα θυμωμένος;
-   Έχω αρχίσει να το ξεπερνάω σιγά σιγά.
-   Κι εγώ το ίδιο, σήμερα με ρώτησες αν διψάω κι αυτό δείχνει ότι νοιάζεσαι για μένα.
Πέρασε άλλη μια μέρα και μετά κι άλλη τα λουλουδάκια της κοιλάδας είχαν αρχίσει ν’ απελπίζονται, η απαισιοδοξία τους είχε κυριεύσει την ψυχή.
Την Τρίτη μέρα τα δυο λουλούδια μίλησαν μεταξύ τους με μια φωνή σχεδόν ξεψυχισμένη.
-   Έχω χάσει πλέον κάθε ελπίδα, η βροχή μας εγκατέλειψε, τώρα περιμένουμε πλέον τον θάνατό μας.
-   Ξέρεις θλίβομαι που θα σε χάσω, το χαμόγελό σου που έβλεπα ήταν ότι πιο όμορφο υπήρχε στη ζωή μου.
-   Κι εσύ ήσουν μοναδικός φίλος, θα μου λείψεις.
-   Τουλάχιστον θα συντροφεύσουμε το ένα το άλλο μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μας. Θα σου χαμογελάω και σου δίνω δύναμη μέχρι να σβήσω.
-   Ήσουν και θα είσαι για πάντα στην καρδιά μου.
Τότε τα δυο λουλούδια κοιτάζοντας το ένα τα μάτια του άλλου με αγάπη άρχισαν να κλαίνε. Τα δάκρυα κύλησαν από τα μάγουλά τους και μούσκεψαν το χώμα.
Τότε ξαφνικά ένοιωσαν να ξεδιψούν. Κι ένοιωσαν πολύ πιο δυνατά από πριν. Το δάκρυ τους έτρεχε ποτάμι. Σταγόνες ζωής τα πότιζαν και σταδιακά η δίψα τους εξαφανίστηκε.
Ενθουσιασμένα τότε που είχαν ανακαλύψει το μυστικό το διέδωσαν και σ’ όλη την υπόλοιπη κοιλάδα.

Η βροχή δεν ήρθε ποτέ, υπήρχαν όμως δάκρυα κι αυτό έφτανε για τα λουλουδάκια. Δεν περίμεναν πλέον το θαύμα, το θαύμα ήταν μέσα τους.

(Αντώνης Μπούζας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου